Διαπραγματεύσεις με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ξεκίνησε η Αργεντινή προκειμένου να εξασφαλίσει μια «πιστωτική γραμμή», όπως ανακοίνωσε ο πρόεδρος Μαουρίσιο Μάκρι καθώς η χώρα του, η τρίτη σε μέγεθος οικονομία της Λατινικής Αμερικής, αντιμετωπίζει οικονομικές αναταράξεις και το πέσο υποχώρησε κατά 5% μέσα σε μία εβδομάδα.

Η υποχώρηση αυτή ήταν η μεγαλύτερη που έχει σημειωθεί από τον Δεκέμβριο του 2015, όταν η νέα τότε κυβέρνηση του Μάκρι εγκατέλειψε την πολιτική ελέγχου των ισοτιμιών, προτιμώντας να αφήσει ελεύθερη τη διακύμανση του πέσο. Ο πληθωρισμός το 2017 στην Αργεντινή έφτασε το 24,8% ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα αγγίζει φέτος το 2,7% του ΑΕΠ. «Κατά τα δύο πρώτα χρόνια (σ.σ. τη θητείας του) είχαμε ένα πολύ ευνοϊκό διεθνές πλαίσιο, όμως αυτό το πλαίσιο αλλάζει. Είμαστε μεταξύ των χωρών που εξαρτώνται περισσότερο από την εξωτερική χρηματοδότηση» είπε ο νεοφιλελεύθερος πρόεδρος σε διάγγελμά του που μεταδόθηκε από την τηλεόραση.

Όπως είπε ο Μάκρι, είχε ήδη μια πρώτη επαφή με τη διευθύντρια του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ, ενώ σύμφωνα με τις πληροφορίες το ποσό του δανείου που ζητά το Μπουένος Άιρες από τον διεθνή οικονομικό οργανισμό είναι 30 δισ. δολάρια. Σημειωτέον ότι, μέσα στα δύο χρόνια της εξουσίας του Μακρί, το χρέος της Αργεντινής εκτινάχθηκε στα 120 δισ. δολάρια!

Η Λαγκάρντ από την πλευρά της, σε ανακοίνωση που εξέδωσε, τόνισε ότι οι συζητήσεις με την Αργεντινή θα διεξαχθούν πολύ σύντομα. «Η Αργεντινή είναι ένα σημαντικό μέλος του ΔΝΤ... οι συζητήσεις ξεκίνησαν με αντικείμενο τον τρόπο που μπορούμε να συνεργαστούμε για να ενισχύσουμε την οικονομία της Αργεντινής και θα συνεχιστούν πολύ σύντομα», ανέφερε στη λακωνική ανακοίνωσή της.  Λίγο νωρίτερα, ο Μάκρι είχε υποστηρίξει ότι η χρηματοδότηση από το ΔΝΤ θα επιτρέψει να ενισχυθεί «το αναπτυξιακό πρόγραμμα, δίνοντάς μας μια καλύτερη βάση για να αντιμετωπίσουμε αυτό το νέο παγκόσμιο σενάριο και να αποφύγουμε μια κρίση όπως εκείνες που είχαμε στην Ιστορία μας», αναφερόμενος κυρίως στην κρίση του 2001, όταν η Αργεντινή κήρυξε στάση πληρωμών.

Ξυπνάνε μαύρες μνήμες

Στο άκουσμα της είδησης ξύπνησαν αλγεινές μνήμες στους πολίτες της χώρας, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους, θεωρούν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο υπεύθυνο για τα δεινά που έχει υποστεί η χώρα τους, ιδιαίτερα για την κατάρρευση του 2001, όταν η χώρα βυθίστηκε σε μια χρηματοπιστωτική κρίση που προκάλεσε χρεοκοπία ύψους 100 δισ. δολαρίων μαζί με το κοινωνικό και οικονομικό χάος. Η λέξη «Ταμείο» είναι μια βρόμικη λέξη στην Αργεντινή, δήλωσε ο Carlos Germano, πολιτικός αναλυτής στους Financial Times, προσθέτοντας: «Η συντριπτική πλειοψηφία πιστεύει σήμερα ότι το ΔΝΤ είναι συνώνυμο της κρίσης και της τοκογλυφίας».

Οι Αργεντίνοι εξακολουθούν να βιώνουν τις τραγικές συνέπειες από τα μέτρα λιτότητας που επέβαλε το ΔΝΤ (όπως συνέβη αργότερα και στην Ελλάδα), αφού έζησαν μια απότομη πτώση του βιοτικού επιπέδου τους, απώλειες θέσεων εργασίας και πολιτικές αναταραχές, την «ελεύθερη πτώση» του πέσος που έχασε τα δύο τρίτα της αξίας του έναντι του δολαρίου και τις τράπεζες να «μπλοκάρουν» τις καταθέσεις. Ένας στους πέντε Αργεντινούς έχασε τη δουλειά του, πολλοί αυτοκτόνησαν μη μπορώντας να αντέξουν την οικονομική τους καταστροφή, πολλοί περισσότεροι οδηγήθηκαν στον ψυχίατρο και σε βάθος χρόνου επτά στα δέκα παιδιά που μεγαλώνουν στην Αργεντινή θα ζήσουν φτωχά.

Κανείς δεν ξέρει αυτή τη φορά, τι θα αναμένει το ΔΝΤ από την Αργεντινή σε αντάλλαγμα για το δάνειο των 30 δισ. δολαρίων. Οι επενδυτές βέβαια, σύμφωνα και με το Business insider, έχουν ενθαρρυνθεί από την είδηση της εισόδου στο ΔΝΤ, αλλά ο πληθυσμός είναι συγκλονισμένος και η δημοτικότητα του προέδρου Μάκρι πιθανότερο να πέσει ακόμη περισσότερο, καθώς το 66,1% των πολιτών δεν τον εμπιστεύεται πια.

Η ιστορία... 

Η Αργεντινή αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη χώρα της Λατινικής Αμερικής, και έχει υπάρξει μία από τις πιο πλούσιες χώρες στον κόσμο, καθώς είχε ιδιαίτερα επικερδή οικονομία κατά το διάστημα 1880-1929. Η οικονομία της Αργεντινής εισήλθε σε σχετικά αργούς ρυθμούς ύφεσης μετά το 1930, κατά τη μεγάλη οικονομική κρίση, και ανέκαμψε μερικώς στη συνέχεια.

To 1976 ο αρχηγός του στρατού της Αργεντινής Χόρχε Ραφαέλ Βιντέλα αναλαμβάνει την εξουσία και συμμετέχει στην Επιχείρηση Κόνδορας, μια συντονισμένη και καθοδηγούμενη από τις ΗΠΑ διεθνή επιχείρηση «για την αποτροπή του Μαρξισμού» στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Από τις πρώτες του κινήσεις ήταν να διορίσει τον José Alfredo Martínez de Hoz υπουργό Οικονομικών. Ο de Hoz, μεταξύ άλλων, ήταν στέλεχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Το ΔΝΤ τού προσέφερε μια στρατιά τεχνοκρατών και 1.000.000.000 δολάρια δάνειο. Ο de Hoz απάντησε με 40% μείωση μισθών,  αύξηση της φορολογίας, κατάργηση της επιδότησης κοινωνικών υπηρεσιών όπως η υγεία, η παιδεία και η στέγαση, ξεπούλημα των κερδοφόρων κρατικών επιχειρήσεων, άρση των ελέγχων στις τράπεζες και με τη μεταβίβαση στο κράτος της ευθύνης για την αποπληρωμή των δανείων των ξένων πολυεθνικών που δραστηριοποιούνταν στην Αργεντινή, καθώς και με τη διαγραφή των χρεών τους προς το Δημόσιο της Αργεντινής. Εκτός από μαζικούς τάφους αριστερών ο Βιντέλα κληροδοτεί στη χώρα μισθούς μειωμένους πάνω από 40% και εξωτερικό «δημόσιο χρέος» από τα 8 στα 43 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η στρατιωτική δικτατορία πέφτει το 1983 μετά την ήττα στον Πόλεμο των Φώκλαντ και τη διακυβέρνηση της Αργεντινής αναλαμβάνει ο Κάρλος Μένεμ, ο οποίος χρίζει υπουργό οικονομίας έναν χουντικό οικονομολόγο, τον Ντομίνγκο Καβάγιο. Καταργείται ο προστατευτισμός και οι επιχειρηματικοί κανονισμοί και ιδιωτικοποιούνται τα πάντα. Απελευθερώνεται πλήρως η αγορά εργασίας, καταργούνται οι συλλογικές συμβάσεις και συνδέεται το πέσο με το δολάριο για να καταπολεμηθεί ο πληθωρισμός. Στις αρχές της δεκαετίας του '90, η Αργεντινή βρίσκεται ενώπιον ενός τεράστιου οικονομικού αδιεξόδου. Υπό την αιγίδα του ΔΝΤ εφαρμόζει σχεδόν το 80% της νεοφιλελεύθερης ατζέντας με νέες ιδιωτικοποιήσεις, άνοιγμα της οικονομίας στο παγκόσμιο εμπόριο και νομοθετικές μεταρρυθμίσεις που πλαισιώνουν τις παραπάνω οικονομικές πολιτικές.

Στην πραγματικότητα, η πολύχρονη παρουσία του ΔΝΤ στην Αργεντινή επέτεινε την συνεχόμενη ύφεση του ΑΕΠ με αποτέλεσμα το 2001 αυτό να βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών και την ανεργία να έχει εκτοξευτεί στο 25%. Τα Χριστούγεννα του 2001 και ενώ η κυβέρνηση της Αργεντινής αδυνατούσε να πληρώσει τα δάνεια που είχε συνάψει το ΔΝΤ αρνήθηκε να εκταμιεύσει τη δόση του 1,3 δισ. επειδή η κυβέρνηση της χώρας δεν είχε εκπληρώσει όλα τα προαπαιτούμενα.

Χιλιάδες επιχειρήσεις βάζουν λουκέτο. Οι καταθέσεις εξανεμίζονται καθώς το πέσο αποσυνδέεται από το δολάριο και υποτιμάται στο ένα τέταρτο. Ο πρόεδρος της χώρας Φερνάντο Δε Λα Ρούα διαφεύγει από το Προεδρικό Μέγαρο με ελικόπτερο ενώ ο οργισμένος λαός συγκρουόταν με την αστυνομία, έσπαγε τράπεζες, λεηλατούσε σούπερ μάρκετ και φώναζε μαζικά «Να φύγουν όλοι!». Σύμφωνα και με το ντοκιμαντέρ του Γιώργου Αυγερόπουλου, «Το πείραμα της Αργεντινής», η κοινωνική έκρηξη του 2001, ήταν το τέλος ενός  νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου διάρκειας 10 ετών και άφησε πίσω της 35 νεκρούς (δολοφονημένους από την αστυνομία και τους ιδιωτικούς φρουρούς των τραπεζών), 30.000 παράπλευρες απώλειες (ανθρώπους που αυτοκτόνησαν, η υπέστησαν καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια), και περίπου 20.000.000 ανθρώπους (πάνω από το μισό του πληθυσμού) βουτηγμένους στην φτώχεια και τη μιζέρια.

Το 2003 τη διακυβέρνηση της Αργεντινής μετά τη χρεοκοπία αναλαμβάνει ο Νέστορ Κίρχνερ. Δρομολογεί την ανάκαμψη της χώρας. Κηρύττει στάση πληρωμών και αποπληρώνει το δάνειο προς το ΔΝΤ για να έχει μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων. Παράλληλα προχωρά σε γενναία διαγραφή του εξωτερικού χρέους ενώ κρατά υποτιμημένο το πέσο. Επανεθνικοποιεί τις κρίσιμες βιομηχανίες, συμπεριλαμβανομένου του πετρελαίου, ενισχύει το κοινωνικό κράτος αντιστρέφοντας τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις και μειώνει το ποσοστό που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Η Αργεντινή αρχίζει να συνέρχεται και να γίνεται και πάλι ανταγωνιστική.

Παρόλο όμως που η οικονομική κατάσταση βελτιωνόταν, το απλήρωτο χρέος που είχε διαμαρτυρηθεί, περίπου 93 δις δολάρια, ήταν ένα από τα μεγαλύτερα της ιστορίας. Ήταν σαφές ότι η Αργεντινή δεν μπορούσε να το ξεπληρώσει. Τότε πρότεινε την ανταλλαγή των ομολόγων που είχαν εκδοθεί πριν το 2001 με νέα κουρεμένα κατά 70% με καλύτερους όρους αποπληρωμής και πέτυχε τελικά την συμφωνία με τους κατόχους σε ποσοστό πάνω από 91%. Ανάμεσα σε αυτούς που δεν δέχτηκαν το κούρεμα υπάρχουν και τα γνωστά vulture funds (κεφάλαια γύπες), κερδοσκοπικά funds δηλαδή που αγοράζουν ομόλογα σε εξευτελιστικές τιμές αποσκοπώντας να πιέσουν στην αποπληρωμή τους στην ονομαστική τους αξία.

Αξίζει να σημειωθεί ότι για να πετύχει το κούρεμα και να γίνει πιο ελκυστικό στους κατόχους ομολόγων η Αργεντινή πρότεινε τα νέα ομόλογα να διέπονται από αμερικανικό δίκαιο. Έτσι μια σύμπραξη κερδοσκοπικών funds απευθύνθηκε στα δικαστήρια των ΗΠΑ απαιτώντας την αποπληρωμή των ομολόγων της πετυχαίνοντας μια πρωτόγνωρη απόφαση του δικαστή Τόμας Γκριέσα, σύμφωνα με την οποία όχι μόνο η Αργεντινή θα πρέπει να πληρώσει στην ονομαστική αξία τα συγκεκριμένα ομόλογα αλλά αν δεν το κάνει δεν μπορεί να πληρώσει και τους ομολογιούχους που έχουν δεχτεί εθελοντικά το κούρεμα.

Έτσι, το 2014 η κυβέρνηση της Αργεντινής αναγκάστηκε να προχωρήσει για δεύτερη φορά σε στάση πληρωμών αφού δεν κατάφερε να έρθει σε συμφωνία με τους δικηγόρους των κερδοσκόπων. Στο τέλος του 2015 η νίκη του νεοφιλελεύθερου Μαουρίτσιο Μάκρι γέννησε προσδοκίες στα επιθετικά hedge funds, που για πάνω από μια δεκαετία βρίσκονταν σε σύγκρουση με την κυβέρνηση Κίρχνερ. Οι γύπες των αγορών περιμένουν να εισπράξουν το παλαιότερο χρέος που μέχρι εκείνη τη στιγμή η Αργεντινή είχε αρνηθεί να τους καταβάλει μετά τη χρεοκοπία του 2001.

Ο νέος πρόεδρος της Αργεντινής Μαουρίτσιο Μάκρι είχε από την αρχή δηλώσει πως πρόθεσή του είναι να υπάρξει συμφωνία και μάλιστα γρήγορα, καθώς η Αργεντινή είναι εκτός διεθνών χρηματαγορών από το 2002. Προτεραιότητα του Μάκρι ήταν η επίλυση της δικαστικής διαμάχης, ώστε να αποκατασταθεί η σύνδεση της χώρας με τις αγορές. Σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα από την εκλογή του ήρθε σε συμφωνία με τους «γύπες» και επιχείρησε την έξοδο στις αγορές. Το γεγονός είχε πανηγυριστεί από τα διεθνή νεοφιλελεύθερα ΜΜΕ, που αναθεμάτιζαν την κυβέρνηση Κίρχνερ, ως «θρίαμβος» και οι επικεφαλης των επιθετικών hedge funds μιλούσαν για σημαντική αλλαγή κλίματος που θα φέρει τη νέα εποχή στην Αργεντινή. Δυόμιση χρόνια μετά ο Μάκρι καλεί και πάλι το ΔΝΤ και ο εφιάλτης επιστρέφει.