Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι πολύ εξοικειωμένος με τον τζόγο. Πριν γίνει πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ο μεγιστάνας των ακινήτων είχε ιδιόκτητα καζίνο σε «πρωτεύουσες» του τζόγου όπως η Ατλάντικ Σίτι και το Λας Βέγκας. Και δεν απώλεσε ποτέ τη νοοτροπία των τυχερών παιχνιδιών. Στρέφοντας τους εχθρούς του τον έναν εναντίον του άλλου, ήταν το παιχνίδι που τον έφερε στον Λευκό Οίκο. Στον πρόσφατο εμπορικό πόλεμο με αφορμή τους δασμούς στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου, ο Τραμπ απέδειξε και πάλι, ότι βλέπει την πολιτική με τον ίδιο τρόπο που κάνει την μπίζνα με τα καζίνο: Ως ένα μεγάλο παιχνίδι στο οποίο θέλει να θέσει τους κανόνες, αλλά να είναι, ταυτόχρονα, και ο κρουπιέρης. 

Eίναι πολύ δύσκολο να μη συνδέσει κάποιος την παραπάνω τακτική και με το εμπορικό κομμάτι της απόφασης του Αμερικανού προέδρου να αποσύρει τις ΗΠΑ από την συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Ο Τραμπ συνόδευσε την απόφαση για επαναφορά των κυρώσεων εναντίον του Ιράν και με απειλές για κυρώσεις και εναντίον των εταιρειών που θα εξακολουθήσουν να έχουν εμπορικές σχέσεις με την Τεχεράνη. Και αυτοί που έχουν ιδιαίτερα επικερδείς εμπορικές σχέσεις με την Τεχεράνη είναι, μεταξύ άλλων, η ΕΕ, η Ρωσία και η Κίνα, δηλαδή οι ίδιες χώρες εναντίον των οποίων ο Τραμπ κήρυξε τον εμπορικό πόλεμο μέσω της επιβολής των δασμών. Συνεπώς, η απάντηση του υπουργού Οικονομίας Μπρούνο Λεμέρ, ότι δεν είναι αποδεκτό οι ΗΠΑ να είναι «ο χωροφύλακας της παγκόσμιας οικονομίας», είναι προφανές πως δεν αφορά μόνο στην απειλή για την κερδοφορία των γαλλικών επιχειρήσεων από την απόφαση για το Ιράν, αλλά και για την απόφαση για την επιβολή των δασμών.

Ο Τραμπ εγκατέλειψε το πεδίο «μάχης» του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), με σαφείς προβλέψεις και κανονισμούς για τους δασμούς και  διαδικασίες επίλυσης διαφορών, από τα τέλη Μαρτίου, απειλώντας την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλους εμπορικούς εταίρους με υψηλούς δασμούς στις εισαγωγές στον χάλυβα και αλουμίνιο, αν δεν μείωναν οικειοθελώς(!) τις εξαγωγές τους προς τις ΗΠΑ. Τους επέδωσε, μάλιστα, και τελεσίγραφο, το οποίο παρέτεινε κατά ένα μήνα αυτή την εβδομάδα. Σε σχέση με την Κίνα ο Αμερικανός πρόεδρος ακολουθεί την τακτική του «μαστίγιου» με το «καρότο». Έφτασε στο σημείο να απειλεί την Κίνα με κόστος δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσω της επιβολής δασμών, αλλά στη συνέχεια έστειλε αντιπροσωπεία αυτή την εβδομάδα για διαπραγματεύσεις με το Πεκίνο.

Την ίδια στιγμή, ενώ ο Τραμπ υποτιμά τον ΠΟΕ, τρέχει να καταθέσει τα παράπονά του στους μηχανισμούς διευθέτησης διαφορών του Οργανισμού… στο πλαίσιο του εμπορικού καβγά του με τους αντιπάλους του. Ωστόσο, για το Spiegel, όσο «αλλοπρόσαλλα» κι αν φαίνονται τα παραπάνω, θα ήταν λάθος να εκληφθούν οι κινήσεις του Τραμπ ως «παράλογες». Οι οικονομολόγοι χρησιμοποιούν συχνά τη θεωρία των παιγνίων για να εξηγήσουν το γιατί οι χώρες υπογράφουν εμπορικές συμφωνίες και θεσπίζουν κανόνες και γιατί τους διαλύουν. Αυτή η θεωρητική προσέγγιση μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στην περίπτωση της εμπορικής συμπεριφοράς του Τραμπ. «Οι οικονομικές βάσεις του μπορεί να είναι λάθος, αλλά, σύμφωνα με τη δική του λογική, παίζει το παιχνίδι με μεγάλη επιδεξιότητα» εκτιμά ο Κρίστιαν Ρικ, ειδικός της Θεωρίας των Παιγνίων στο Πανεπιστήμιο Εφαρμοσμένων Επιστημών της Φρανκφούρτης.

Ο δηλωμένος στόχος του Αμερικανού προέδρου είναι να μειώσει το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών στις ΗΠΑ από το επίπεδο του 2017, που υπερβαίνει τα 466 δισεκατομμύρια δολάρια. Πιο απλά, οι ΗΠΑ εισάγουν περισσότερα αγαθά από χώρες όπως η Κίνα, η Ιαπωνία, η Γερμανία και η ΕΕ από ό,τι εξάγουν προς αυτές.

Σπέρνοντας διχόνοια

Οι πηγές του εμπορικού ελλείμματος είναι ποικίλες και περίπλοκες, αλλά ο Τραμπ έχει την πρόθεση να αντιμετωπίσει το πρόβλημα κυρίως μέσω της εμπορικής πολιτικής. Θέλει να αναγκάσει τους εταίρους του να μειώσουν τους δασμούς εισαγωγής για προϊόντα από τις ΗΠΑ ή να περιορίσουν τις εξαγωγές τους στην Αμερική μέσω ποσοστώσεων. Για να το επιτύχει αυτό, σπέρνει διχόνοια μεταξύ των εμπορικών εταίρων του, προσπαθώντας να διαπραγματευτεί διμερώς, υπονομεύοντας έτσι τον ΠΟΕ.

Από την σκοπιά του, ο Τραμπ έχει ήδη καταγράψει κάποιες νίκες. Η Νότια Κορέα και η Αργεντινή ανακοίνωσαν ότι θα περιορίσουν τις εξαγωγές χάλυβα στις ΗΠΑ, ενώ η Αυστραλία και η Βραζιλία θα μπορούσαν σύντομα να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους. Από την πλευρά της, η ΕΕ είναι διχασμένη ως προς το πώς πρέπει να αντιμετωπίσει τον Τραμπ, με τη Γερμανία και τη Γαλλία να έχουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Η Μέρκελ και ο Μακρόν  αντιπροσωπεύουν διαφορετικά συμφέροντα, κάτι που ακόμη και οι Γερμανοί ευρωβουλευτές θεωρούν ενοχλητικό. «Χρειαζόμαστε λιγότερη Μέρκελ και Μακρόν, όταν πρόκειται για εμπορικά ζητήματα, και περισσότερη Μάλμστρομ», λέει ο Ντάνιελ Κάσπαρι, ειδικός επί εμπορικών θεμάτων εκ μέρους των συντηρητικών Χριστιανοδημοκρατών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η Σεσίλια Μάλμστρομ είναι η επίτροπος Εμπορίου της ΕΕ και οπαδός της σκληρής θέσης έναντι του Τραμπ. Είναι επίσης πρόθυμη να παραμείνει στο πλαίσιο του ΠΟΕ, την εξουσία του οποίου αμφισβητεί άμεσα ο πρόεδρος των ΗΠΑ.

Όλα αυτά παραπέμπουν σε μια ειρωνεία της ιστορίας, αφού ήταν οι ΗΠΑ που ξεκίνησαν τη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (GATT) μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και αργότερα τον ΠΟΕ. Επαφίεται στις ΗΠΑ και τις άλλες χώρες να δραπετεύσουν από αυτό το δίλημμα. «Είναι το δίλημμα του φυλακισμένου που εξηγεί την ύπαρξη του ΠΟΕ», λέει ο Γκάμπριελ Φελμπερμάιρ, διευθυντής του Κέντρου Διεθνών Οικονομικών Ifo στο Μόναχο. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο θεωρίας των παιγνίων, δύο κρατούμενοι που κατηγορούνται για εγκλήματα που διέπραξαν από κοινού, ανακρίνονται χωριστά. Εάν κανείς τους δεν ομολογήσει, τότε και οι δύο καταδικάζονται σε μικρότερες ποινές φυλάκισης για μικρότερα, αποδεδειγμένα αδικήματα. Εάν ο ένας ομολογήσει, τότε αυτός απελευθερώνεται και ο άλλος καταδικάζεται με τη βαρύτερη ποινή. Εάν ομολογήσουν και οι δύο, τότε και οι δύο παίρνουν μεγάλες ποινές, αλλά όχι τις μεγαλύτερες και σκληρότερες. Το δίλημμα για τους κρατουμένους έγκειται στο ότι δεν είναι σε θέση να συντονίσουν τις απαντήσεις τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η πιο ορθολογική απόφαση είναι να ομολογήσουν και οι δύο για να αποφύγουν την μέγιστη ποινή. Σίγουρα όμως θα βρίσκονταν σε καλύτερη διαπραγματευτική θέση εάν είχαν τη δυνατότητα να συνεργαστούν.

Μεταφέροντας το παραπάνω παράδειγμα στον εμπορικό πόλεμο που βρίσκεται σε εξέλιξη, μπορεί επίσης να είναι εξίσου ορθολογικό για δύο χώρες να προστατεύσουν τις οικονομίες τους μέσω δασμών, αλλά αν και οι δύο χώρες πάρουν την ίδια απόφαση, τότε και οι δύο θα είναι οικονομικά χειρότερα από ό,τι αν είχαν συνεργαστεί με τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να ωφεληθούν. «Η οικονομική κυριαρχία των ΗΠΑ στη μεταπολεμική εποχή μπορεί να εξηγήσει γιατί ήταν λογικό οι ΗΠΑ και οι περισσότεροι εμπορικοί εταίροι να υποστηρίξουν το σύστημα GATT βασισμένο σε κανόνες και αργότερα τη δημιουργία του ΠΟΕ», λέει ο Ρόμπερτ Στάιγκερ, οικονομολόγος στο Dartmouth College στο Νιου Χάμσαϊρ. Οι ερευνητές απέδειξαν ότι οι μικρότερες χώρες συχνά μπορούν να βελτιώσουν τη θέση τους σε σχέση με μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους επιβάλλοντας μονομερείς δασμούς εισαγωγής αντί να διαπραγματευτούν συμφωνία με τον μεγαλύτερο εταίρο. Αλλά αν όλοι οι δυνητικοί εμπορικοί εταίροι κάνουν το ίδιο, τότε καταστρέφεται η μεγάλη εμπορική δύναμη, όπως και οι μικρότερες χώρες. Έτσι, οι Αμερικανοί συμφώνησαν σε μια πολυμερή συμφωνία με κανόνες που θέτουν τις πιο αδύναμες και ισχυρότερες χώρες επί ίσοις όροις από την άποψη της εμπορικής πολιτικής.

Το «ταμπλό» του «παιχνιδιού» άλλαξε

Ωστόσο, τα πεδία του ανταγωνισμού και οι «παίκτες» έχουν αλλάξει από την ίδρυση του ΠΟΕ το 1995. Η Ευρώπη απέκτησε οικονομική ισχύ και η ανάκαμψη της Κίνας στην πορεία της να γίνει μια παγκόσμια δύναμη επιταχύνθηκε μετά την είσοδό της στον ΠΟΕ το 2001. ‘Ετσι, «τη στιγμή που η Αμερική έχασε την ηγεμονική της θέση, η στήριξη στον ΠΟΕ άρχισε να διαβρώνεται» εξηγεί ο Στάιγκερ. Πλέον ο Τραμπ επιτίθεται ανοιχτά στον Οργανισμό. Προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του, εκτιμά το Spiegel, ότι οι κανόνες του ΠΟΕ είναι ο λόγος για το υψηλό εμπορικό έλλειμμα που έχουν οι ΗΠΑ με τον υπόλοιπο κόσμο. Την ίδια ώρα, η άσκηση πολιτικής μπορεί να έχει μια εξαιρετικά πεπερασμένη επιρροή στο φαινόμενο αυτό. Διότι, γενικά, τα πλεονάσματα και τα ελλείμματα είναι το αποτέλεσμα των αποφάσεων που λαμβάνουν ελεύθερα οι καταναλωτές και οι επενδυτές. Κανείς δεν αναγκάζει τους Αμερικανούς να αγοράζουν αυτοκίνητα από τη Mercedes, την Audi ή την BMW και όχι από τη General Motors.

Για το Spiegel, ένας παράγοντας που συμβάλλει στο εξαγωγικό πλεόνασμα της Γερμανίας είναι η «γερμανική τάση» για «αποταμίευση». Αυτές οι «αποταμιεύσεις» - εν προκειμένω, εξοικονομημένο κεφάλαιο - επενδύονται στις ΗΠΑ και λειτουργούν σαν δάνεια, που στη συνέχεια χρησιμοποιούνται από τους Αμερικανούς για να χρηματοδοτήσουν τη ζήτηση τους για γερμανικά προϊόντα. Ο ίδιος ο Τραμπ είναι επίσης εν μέρει υπεύθυνος για την πρόσφατη αύξηση του εμπορικού ελλείμματος στις ΗΠΑ. Αφού πρόσφερε στους Αμερικανούς φορολογούμενους φοροαπαλλαγές δισεκατομμυρίων δολαρίων, οι οποίες χρηματοδοτήθηκαν από το χρέος των ΗΠΑ, δεν πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι οι εισαγωγές διογκώνονται καθώς η αμερικανική ζήτηση για ξένα προϊόντα αυξάνεται.

Το Παιχνίδι Δειλίας του Τραμπ

Αλλά ο Τραμπ πιστεύει ότι μπορεί να μειώσει το έλλειμμα, υποκινώντας έναν εμπορικό πόλεμο. Έτσι, ασκεί πιέσεις εναντίον των εμπορικών εταίρων που αισθάνεται ότι τον εξαπατούν, λέει ο Ρικ, ειδικός της θεωρίας των παιγνίων. Για τον ίδιο, το τελεσίγραφο για τον χάλυβα έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός παιχνιδιού δειλίας, το περιβόητο Chicken Game. Εάν καμία πλευρά δεν υποχωρήσει, τότε και τα δύο αυτοκίνητα θα συγκρουστούν μετωπικά. «Στη διαμάχη για τους δασμούς στον χάλυβα ο Τραμπ, σε κάποιο βαθμό, πάτησε γκάζι, αλλά με την επέκταση του τελεσίγραφου, άρχισε να πατάει φρένο, τουλάχιστον μέχρι στιγμής». Αυτό, εκτιμά ο ειδικός, έχει κάνει την απειλή του Τραμπ λιγότερο αξιόπιστη και έχει αποδυναμώσει τη διαπραγματευτική του θέση. Στο μεταξύ, ο άλλος παίκτης σε αυτό το παιχνίδι δειλίας, διχάζεται στο αν πρέπει να πατήσει τα φρένα και να ενδώσει στον Τραμπ, ή όχι. Ακόμα κι αν οι Ευρωπαίοι καταβάλλουν ειλικρινείς προσπάθειες να εμφανιστούν ενωμένοι ενάντια στον Τραμπ, οι ρωγμές θα μπορούσαν να κάνουν την εμφάνισή τους. 

Οι Βρυξέλλες προετοιμάζονται για εμπορικό πόλεμο

Τελικά όμως, εκτιμά το Spiegel, ούτε η Μέρκελ, ούτε ο Μακρόν κάθονται στη θέση του οδηγού σε αυτήν την υπόθεση. Η Μάλμστρομ είναι υπεύθυνη για το εμπόριο στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά. Και παρά τη νέα προθεσμία του τελεσίγραφου του Τραμπ, προετοιμάζεται για εμπορικό πόλεμο με τους Αμερικανούς. Μια λιτή αίθουσα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όπου συναντιέται η Ομάδα Παρακολούθησης των υποθέσεων με τις ΗΠΑ στο πλαίσιο της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου, έχει γίνει ένα είδος «αίθουσας πολέμου». Εδώ, τα μέλη της Ομάδας συντάσσουν λίστες με τα πιθανά αντίμετρα που θα μπορούσε να λάβει η ΕΕ, όπως εξάλλου έχει ήδη προειδοποιήσει η Κομισιόν, εάν ο Τραμπ έκανε πράξη τις απειλές του. Τα όπλα της ΕΕ είναι ήδη γνωστά: Δασμοί που κυμαίνονται από το αμερικανικό ουίσκι μέχρι την Harley-Davidson.

Δεν υπήρξε κανένα αίσθημα ανακούφισης, όταν οι ευρωβουλευτές συζήτησαν το ενδεχόεμνο αναστολής της κήρυξης του πολέμου από τον Τραμπ με το προσωπικό της Μάλμστρομ. Αντίθετα, υπήρξε ευρεία συναίνεση για να αντιμετωπιστεί η προσπάθεια εκβιασμού του Τραμπ. «Για τον λόγο ότι ακριβώς αποσκοπεί στην υπονόμευση των κανόνων του ΠΟΕ, δεν μπορούμε να ενδώσουμε στην πίεση του Τραμπ» λέει ο Μπέρντ Λάνγκε, πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο πρόεδρος της Κομισιόν, Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ, είπε ουσιαστικά το ίδιο πράγμα.

Ωστόσο, ο Φελμπερμάιρ, πιστεύει ότι είναι ακόμα πιθανό οι Ευρωπαίοι να συμφωνήσουν τελικά στη λογική του Τραμπ για διμερείς διαπραγματεύσεις και, αν χρειαστεί, να προχωρήσουν σε μια πιο «χαλαρή» ερμηνεία των κανόνων του ΠΟΕ. Καταρχήν, φοβούνται το μεγάλο βραχυπρόθεσμο κόστος ενός εμπορικού πολέμου. Κατά δεύτερο, το κόστος από έναν υπονομευμένο ΠΟΕ, θα φανεί μόνο κάποια στιγμή στο μέλλον. «Και τρίτον, ο ΠΟΕ και τα δικαστήριά του δεν θα λειτουργούσαν ούτως ή άλλως χωρίς την υποστήριξη των ΗΠΑ». Το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι ενδέχεται να μην είναι σε θέση να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους βασιζόμενοι στη διαιτησία του ΠΟΕ θα μπορούσε να επηρεάσει την πορεία που επιλέγουν να ακολουθήσουν. Ο Τραμπ μπλοκάρει επί του παρόντος τον διορισμό δικαστών στο κρίσιμο όργανο προσφυγής του ΠΟΕ. Τρεις από τις επτά θέσεις παραμένουν ήδη κενές και δύο ακόμη δικαστές θα αποχωρήσουν μέχρι τα τέλη του 2019. Σε εκείνο το σημείο, το σώμα θα καταστεί ανίκανο να κάνει τη δουλειά του. Επιπλέον, η κυβέρνηση των ΗΠΑ χαρακτηρίζει τους νέους δεσμούς ως «κρίσιμους» για την «εθνική ασφάλεια», παρακάμπτοντας έτσι τους κανόνες του ΠΟΕ. Δεν είναι βέβαιο ότι η Κίνα και η ΕΕ έχουν νομικά εργαλεία έναντι αυτού του επιχειρήματος.

Ένα νέο εμπορικό καθεστώς;

Είναι πιθανό, τα τρία μεγάλα οικονομικά μπλοκ - ΗΠΑ, ΕΕ, Κίνα - να προσεγγίζουν προσεκτικά ένα νέο εμπορικό σύστημα, το οποίο δεν θα βασίζεται πρώτα και κύρια σε μια παγκόσμια συνθήκη όπως ο ΠΟΕ, αλλά σε διμερείς και τριμερείς συμφωνίες. Οι νέοι δασμοί θα μπορούσαν να απαντηθούν επίσης με αντι-δασμούς. «Είναι ένα παιχνίδι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολλές νέες ισορροπίες, όπως επίσης και σε ένα σημείο όπου όλοι οι εταίροι συνειδητοποιούν την καλύτερη δυνατή κατάσταση, δηλαδή, ένα συνεταιριστικό ισοζύγιο» εξηγεί ο Φέλμπερμάιρ. Ο ίδιος θεωρεί ότι κάτι τέτοιο είναι δυνατό, ακόμη και δίχως την ύπαρξη ενός συντονιστικού φόρουμ όπως ο ΠΟΕ. Αλλά το παιχνίδι των ισοδύναμων αντιποίνων που θα μπορούσαν να παίξουν στο εξής οι μεγάλες εμπορικές δυνάμεις, μπορεί επίσης να στραβώσει, εάν, για παράδειγμα, ένας παίκτης δεν ενδιαφέρεται αν θα τιμωρηθεί στο μακρινό μέλλον. «Το “καλό” ισοζύγιο δεν επιτυγχάνεται με λαϊκιστές που επιμένουν στην απερίσκεπτη φιλοσοφία του “ο Διάβολος θα φροντίσει”» λέει ο Φέλμπμάιερ. Ένα τέτοιο παιχνίδι ενδεχομένως να μην τελειώσει καλά με τζογαδόρους όπως ο Τραμπ…