Η διπλωματία του Ερντογάν παράγει συνέπειες: Οι σχέσεις της Άγκυρας με την Ουάσιγκτον είναι καταστροφικές. Η Τουρκία των συντηρητικών τα τελευταία 70 χρόνια προσπαθούσε να μεταμορφωθεί σε μια μικρή Αμερική. Πλέον, όμως, παλεύει με όλες της τις δυνάμεις ενάντια στον αμερικανό διάβολο. Κατά κάποιον τρόπο έχει γίνει μια μεγάλη Βόρειος Κορέα…

Προπύργιο του ελεύθερου κόσμου, απόρθητο οχυρό του αντικομμουνισμού, στρατηγικός σύμμαχος, κύριος πυλώνας του ΝΑΤΟ, χώρα-φίλος από χρόνια, συμπρόεδρος με την Τουρκία στο σχέδιο επέκτασης της Μέσης Ανατολής, βασικός προμηθευτής όπλων της Άγκυρας, οι ΗΠΑ υπό την προεδρεία του Ερντογάν εξελίχθηκαν στην «πιο απεχθή χώρα για τον τουρκικό λαό» σύμφωνα με τις περισσότερες δημοσκοπήσεις.

Η βασική αιτία αυτού του μίσους ήταν η αμερικανική υποστήριξη στους Κούρδους της Συρίας, και ειδικότερα στο κουρδικό Δημοκρατικό Ενωτικό Κόμμα, που συνεχίζει να μάχονται κόντρα στο Ισλαμικό Κράτος. Το κόμμα, μαζί με τις Ομάδες Πολιτικής Προστασίας του, κατά την Άγκυρα είναι μια τρομοκρατική οργάνωση, παρακλάδι του επίσης τρομοκρατικού - αποσχιστικού ΡΚΚ. Η συγκεκριμένη οργάνωση λαμβάνει σημαντική στρατιωτική και πολιτική υποστήριξη από την Ουάσιγκτον, που τη θεωρεί το όπλο της κατά των τζιχαντιστών. Στην απέναντι όχθη, το ΡΚΚ παραμένει στην λίστα με τις τρομοκρατικές οργανώσεις τόσο των Αμερικανών όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι ΗΠΑ στην μάχη τους κατά του Ισλαμικού Κράτους στην Συρία και το Ιράκ αρνήθηκαν την συμμαχία με την Τουρκία, καθώς η Άγκυρα πολλές φορές είχε κατηγορηθεί ότι κρυφά υποστηρίζει τους τζιχαντιστές εναντίον των Κούρδων και του καθεστώτος της Δαμασκού.

Η Τουρκία, που συνόρευε με την Σοβιετική Ένωση, ήταν πάντα το ακροπύργιο της Δύσης. Είχε καταφέρει να γίνει μέλος του ΝΑΤΟ το 1952 ταυτόχρονα με την Ελλάδα. Είχε δεχθεί να συμμετάσχει στον πόλεμο της Κορέας, οκτώ χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, τον οποίο ξεκίνησε η Ουάσιγκτον.

Η Τουρκία του Ερντογάν, όμως, έχει καταστρέψει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ εξαιτίας ενός Τούρκου με ιρανική καταγωγή που βρίσκεται αυτή την στιγμή φυλακισμένος στην Νέα Υόρκη: Ο Ρεζά Σαράφ κατηγορείται ότι παραβίασε το αμερικανικό εμπάργκο στο Ιράν για να ξεπλύνει πολλά εκατομμύρια δολάρια, παραβιάζοντας παράλληλα τους διεθνείς τραπεζικούς κανονισμούς. Όλα αυτά τα κατάφερε μέσω μιας δημόσιας τουρκικής τράπεζας, της Halkbank, που ο αντιπρόεδρός της, ο Χακάν Ατίλα, βρίσκεται εξίσου υπό κράτηση στη Νέα Υόρκη. Ακόμη, ο τότε υπουργός Οικονομικών της Τουρκίας, ο Ζαφερ Τσαγλαγιάν, εμπλέκεται επίσης στην υπόθεση. Η δίκη θα γίνει στα τέλη Νοεμβρίου στην Νέα Υόρκη. Το κατηγορητήριο «δείχνει» ένα συγκεκριμένο «αφεντικό», που αν και δεν το κατονομάζει, πρόκειται για τον Ερντογάν.

Τέλος, οι συλλήψεις και η καταδίκη των περισσοτέρων φρουρών του Προέδρου Ερντογάν που δημοσίως είχαν ξυλοκοπήσει Κούρδους, Αρμένιους και Τούρκους διαδηλωτές τον προηγούμενο Μάιο έξω από την Τουρκική Πρεσβεία στην Ουάσιγκτον, έκαναν τις σχέσεις των δυο κρατών ακόμη πιο εύθραυστες.

Η Άγκυρα ως αντίποινα συνέλαβε τον Οκτώβριο τρεις Τούρκους πολίτες, που ήταν μέλη της διπλωματικής αντιπροσωπείας των Αμερικανών στην Τουρκία. Η τελευταία απάντηση της Ουάσιγκτον ήταν η ανάκληση των αδειών των Τούρκων πολιτών που ήθελαν να ταξιδέψουν στις ΗΠΑ. Πρόκειται για μέτρα που δεν χρησιμοποιούν ποτέ οι δυο χώρες μεταξύ τους.

Επίσης, η κριτική από τα αμερικανικά ΜΜΕ για την παραβίαση του Κράτους Δικαίου, της Ελευθερίας του Λόγου και του Τύπου στην Τουρκία, έχουν φέρει τον Ερντογάν σε πολύ δύσκολη θέση. Ο τελευταίος, μάλιστα, θέλησε να κάνει μια στροφή και να ανακοινώσει την αγορά του αντιαεροπορικού αμυντικού συστήματος S400 από τους Ρώσους. Η Μόσχα χάρηκε αλλά δήλωσε ότι δεν θα παραδώσει το σύνολο του μηχανισμού ηλεκτρονικού ελέγχου του όπλου. Μια χώρα του ΝΑΤΟ που έχει στην κατοχή της ένα ρωσικό αμυντικό σύστημα (εναντίον ποιού άραγε;) προκαλεί πολύ θόρυβο. Σύμφωνα με κάποιους αναλυτές, ο Ερντογάν στριμωγμένος στο εξωτερικό και με μεγάλα εμπόδια να αντιμετωπίσει στο εσωτερικό της χώρας, «παίζει στις καθυστερήσεις». «Οι καθυστερήσεις, όμως, μπορεί να κρατήσουν πολύ», απαντά ένας αρθρογράφος.