“Η ζωή της Κούλας Ξηραδάκη αποτελεί μια προσπάθεια ανέξοδης –εννοώ χωρίς χρήματα– και με πολύ μεγάλο προσωπικό κόστος, αυτομόρφωσης. Η ανάγνωση της βιογραφίας της αναδεικνύει, πάνω από όλα, την επιμονή της να μορφωθεί και να ασχοληθεί με την ιστορία…” Η ιστορικός Τασούλα Βερβενιώτη, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs.gr, με αφορμή τη βιογραφίας μιας αυτοδίδακτης ιστορικού, αγωνίστριας της Εαμικής Αντίστασης, και με μεγάλη συνεισφορά στο γυναικείο / φεμινιστικό κίνημα.

Ads

Τ.Β.: Τα οικονομικά της ποτέ δεν ήταν ανθηρά. Δεν είχε λεφτά να αγοράζει βιβλία, οπότε επινόησε τρόπους μόρφωσης που δεν τα χρειάζονταν: παρακολουθούσε διαλέξεις, ποιητικά απογευματινά, εκθέσεις ζωγραφικής, έκανε ανταλλαγές βιβλίων… Έτσι κατόρθωσε να στήσει το δικό της δίκτυο αυτομόρφωσης.

Το οικογενειακό της περιβάλλον δεν ήταν θετικό –ήταν σχεδόν εχθρικό– απέναντι στις προσπάθειες της για μάθηση και έρευνα. Η μάνα της πίστευε ότι «αυτό το παιδί δεν είναι στα καλά του», ο άντρας της, αργότερα, την προέτρεπε, «Σταμάτα τώρα και συνεχίζεις όταν θα πάρεις σύνταξη» κι οι φίλες της δεν την ακολουθούσαν πάντα στις πνευματικές της περιηγήσεις. Και επιπλέον ήταν φτωχή. Δεν είχε ούτε τη δυνατότητα να φοιτήσει στη Φιλοσοφική Σχολή και να σπουδάσει ιστορικός, γιατί ήταν αναγκασμένη να δουλεύει. Ωστόσο η αγάπη της για τη γνώση και την ιστορία έφερε στον δρόμο της πολύ σημαντικούς ανθρώπους.

Η ανάγνωση της βιογραφίας της προσφέρει μια εικόνα ζωής από όλον τον 20ο αιώνα, αφού οι άνθρωποι είναι «κληρωτοί της εποχής τους», όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο Γ. Σεφέρης. Μια ατομική ιστορία, με τις πολλές μικροϊστορίες της, δεν μπορεί παρά να αποτελεί μια αντανάκλαση της εποχής της.

Ads

Η ίδια βίωσε τον αντίκτυπο της Μικρασιατικής Καταστροφής (1922) ζώντας τα παιδικά της χρόνια στις ίδιες γειτονιές με τους μικρασιάτες πρόσφυγες.

Τα νεανικά της  χρόνια συμπίπτουν με την κρίσιμη δεκαετία του 1940, όπου εντάσσεται στο Εαμικό αντιστασιακό κίνημα βοηθάει στα συσσίτια, βγάζει λόγους στις παράνομες διαδηλώσεις και μεταφέρει όπλα, και συμμετέχει στη Μάχη της Αθήνας, το Δεκέμβριο του 1944. Τα γεγονότα αυτά έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στη σκέψη και τη δράση της, όπως για όλους όσους τα βίωσαν ενεργά.

Το ξεκίνημα της ενασχόλησης της με την Ιστορία γίνεται τη δεκαετία του 1950, όταν η ελληνική κοινωνία προσπαθούσε να γιατρέψει τις πληγές που της άνοιξαν οι πόλεμοι της προηγούμενης δεκαετίας.

Η πολιτική άνοιξη των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 1960 τη βρίσκει μια καταξιωμένη δημιουργό, η οποία συμμετέχει στα πολιτικά δρώμενα, μέσα από την Πανελλαδική Ένωση Γυναικών.

Η επτάχρονη δικτατορία (1967-1974) την αναγκάζει σε παραίτηση από τη δουλειά της, κάτι που, όμως, της προσφέρει μεγαλύτερη άνεση χρόνου για έρευνα. 

Στο εύφορο κλίμα της Μεταπολίτευσης (1974) θα συνεχίσει το συγγραφικό της έργο με μόνο εμπόδιο πια τις αρρώστιες που συνοδεύουν το πέρασμα μας από τη ζωή, μέχρι το Μάη του 2005, όπου ο χρόνος σταμάτησε για κείνην.

Κρ.Π.: Πότε και πώς αποφάσισες να ξεκινήσεις γενικά, τις έρευνες με προφορικές μαρτυρίες;
 
Τ.Β.: Οι ιστορικοί δουλεύουν κυρίως με βάση τα διαθέσιμα αρχεία.  Όμως, στο τέλος της δεκαετίας του 1980, κατά τη διάρκεια της εκπόνησης του διδακτορικού μου, το οποίο αφορούσε τη δράση των γυναικών στην Εαμική Αντίσταση (1941-1944) συνειδητοποίησα, ότι αυτές οι γυναίκες δεν κρατούσαν αρχεία και λόγω της εποχής και κυρίως του εμφύλιου που ακολούθησε και επειδή δεν υπήρχε μια τέτοια παράδοση στην Ελλάδα.

Εξάλλου αρχεία διατηρούν όσοι έχουν εξουσία ή αποτελούν τμήμα της εξουσίας. Η έρευνα για όσους έχουν ζήσει «στο περιθώριο της Ιστορίας» χρειάζεται ειδικό χειρισμό.

Αποφάσισα, λοιπόν, να τις συναντήσω, και να μιλήσω μαζί τους. Έτσι άρχισα να δουλεύω με προφορικές μαρτυρίες. Έχω γράψει περίπου 300 κασέτες που η Άννα Καβαδία τις έχει ψηφιοποιήσει, ώστε να μπορούν να συντηρηθούν.
 
Κρ.Π.: Τότε γνώρισες και την Κούλα Ξηραδάκη;
 
Τ.Β.: Ναι. Είχα πάει στο σπίτι της για να της πάρω συνέντευξη, γιατί, όπως είπα, είχε πάρει μέρος στο αντιστασιακό κίνημα και επίσης, γιατί μεγάλη ήταν και η συνεισφορά της στο γυναικείο/φεμινιστικό κίνημα.

Η σχέση μας όμως συνεχίστηκε πολύ πιο πέρα και για πολλά χρόνια. Το κοινό μας σημείο ήταν η έρευνα για τις γυναίκες, που έζησαν πριν από εμάς.

Παρόλο που ήταν αυτοδίδακτη και δεν είχε «θέση» στο Πανεπιστήμιο εμένα με δίδαξε πάρα πολλά, όχι με λόγια, αλλά κυρίως με το παράδειγμά της και το έργο της.

Με δίδαξε να ’χω πείσμα, επιμονή και υπομονή, γιατί ήξερε, πολύ πριν το συνειδητοποιήσω εγώ, ότι όταν ανοίγεις στην έρευνα καινούρια μονοπάτια οι αρχειακές διαθεσιμότητες θα είναι πάντα λιγοστές.

Με δίδαξε επίσης ότι δεν παρατάμε ποτέ την έρευνα λόγω έλλειψης αρχειακών πηγών. Δεν γίνεται να πέρασαν από τον κόσμο αυτό ενδιαφέροντες άνθρωποι χωρίς να αφήσουν τα ίχνη τους. Δεν γίνεται να έχουν εξαφανιστεί όλα τα τεκμήρια.

Όταν προβληματιζόμουν πώς θα χειριστώ το θέμα με τις αντάρτισσες του ΕΛΑΣ που είχαν φοιτήσει στη Σχολή Αξιωματικών στη Ρεντίνα, και δίσταζα να συμπεριλάβω τις γυναίκες αξιωματικούς στη διατριβή μου, επειδή δεν είχα κανένα γραπτό αρχειακό υλικό, μου πάτησε τις φωνές: “Και τι νομίζεις πως ήταν η Σχολή της Ρεντίνας; Το Κολέγιο του Ψυχικού, για να κρατά και να διατηρεί τα αρχεία του;”. Αν και η προφορική ιστορία δεν ήταν καθόλου «καταξιωμένη» εκείνη την εποχή, η Κούλα είχε καταλάβει τη σημασία της. Έτσι αποφάσισα να στηριχτώ και στις μαρτυρίες των γυναικών.

Ακόμη, με δίδαξε πώς αξιοποιούμε, διασταυρώνοντας, τις “αδύνατες” πηγές, τα ψήγματα των γνώσεων που μαζεύει ένας ιστορικός δεξιά και αριστερά για να συνθέσει μια ιστορική αναπαράσταση.

Με εντυπωσίασε που χρησιμοποίησε τα νεκροταφεία, τις επιτύμβιες πλάκες, ως ιστορικές πηγές για να συντάξει τους καταλόγους των εκτελεσμένων επί Κατοχής.

Στα αρχεία του Ελεκτικού συνεδρίου είχε βρει περίπου 800 ονόματα, αλλά η ίδια κατόρθωσε να συγκεντρώσει περίπου 4.000, με διάφορους τρόπους, μέσα από πληθώρα πηγών τα οποία δημοσίευσε στα Κατοχικά*. Δεν πρόκειται για λίστες ονομάτων, αλλά για βιογραφίες ανθρώπων, για αφηγήσεις γεγονότων και παρόλο που έχουν περάσει τόσα χρόνια κανείς μέχρι τώρα δεν έχει να μας δείξει ένα καλύτερο έργο από το δικό της.

Μάζευε το υλικό της σπειρί – σπειρί, σαν τα πετεινά του ουρανού, που προσπαθούν να χορτάσουν την πείνα τους σ’ έναν αγρό όπου ο χωροδεσπότης (η εξουσία που κρατά τα αρχεία) αδιαφορεί αν αυτά θα λιμοκτονήσουν.

Η ευρηματικότητα και η δημιουργικότητα στην αναζήτηση και αξιοποίηση «ανορθόδοξων», υποτιμημένων πηγών πέρα από τη μεγάλη διανοητική προσπάθεια που χρειάζεται, απαιτεί και πείσμα και επιμονή και πίστη στο στόχο που έχεις θέσει.

Χωρίς αυτά τα “προσόντα” είναι δύσκολο να τον επιτύχεις χωρίς να λιποψυχήσεις σε κάποια φάση της ερευνητικής πορείας και να τα παρατήσεις.

Εκείνη όμως, είχε το πάθος των ανθρώπων που δεν συνηθίζουν (δεν τους αρέσει ίσως) να περπατούν στις πλατιές άνετες λεωφόρους, αλλά προτιμούν να εξερευνούν, να ανακαλύπτουν ή/και να ανοίγουν νέα μονοπάτια.

Ως ιστορικός ήθελε να ερευνήσει το παρελθόν όχι για να το χρησιμοποιήσει επαγγελματικά (για να κάνει καρριέρα), αλλά γιατί την ενδιέφερε προσωπικά.

Ασχολιόταν με την Ιστορία από προσωπική «ανάγκη», όπως οι ποιητές γράφουν ποιήματα. Και της άρεσαν τα ποιήματα. Όλα της τα βιβλία έχουν στίχους.

Κρ.Π.: Τί υλικό χρησιμοποίησες για να γράψεις τη βιογραφία της;

Τ.Β.: Η βιογραφία της γράφτηκε με βάση τις συνεντεύξεις που μου είχε δώσει, αλλά χρησιμοποιήθηκαν και κείμενα αυτοβιογραφικά που είχε δημοσιεύσει, καθώς και κείμενα που βρέθηκαν στο αρχείο της, αδημοσίευτα. Σε όλο το κείμενο υπάρχουν παραπομπές για την προέλευση του λόγου – προφορικού ή γραπτού.
 
Κρ.Π.: Τιμήθηκε για το έργο της;

Τ.Β.: Δεν νομίζω ότι η «κοινωνία της ευμάρειας» μπορούσε να κατανοήσει και να επιβραβεύσει τη δουλειά και τη ζωή της. Ελάχιστες ήταν οι φορές που την τίμησαν.

Θυμάμαι τη συνόδεψα στην εκδήλωση που οργανώθηκε γι’ αυτήν στο Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Αθήνας, στις 22 Φλεβάρη 1995, όπου μίλησα για το έργο της, καθώς και στο σεμινάριο «Ιστορία και φύλο» (Αρχείο Πανεπιστημίου Αθηνών, υπεύθυνη καθ. Έφη Αβδελά) στις 3 Ιουνίου 1999, όπου μίλησε η ίδια για τη ζωή της και το έργο της.
 
Μετά το θάνατό της, οργανώθηκε για την Κούλα Ξηραδάκη «Εκδήλωση μνήμης» στις 24 Ιουνίου 2005, στο Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο. 

Όταν ο Δημήτρης Δημόπουλος,  η ψυχή του Εναλλακτικού Βιβλιοπωλείου και των Εκδόσεων «Κουκκίδα», μου πρότεινε να γράψω τον πρόλογο στην επανέκδοση των Κατοχικών (επιμελημένοι και συμπληρωμένοι οι  δύο πρώτοι τόμοι –του 1975 και του 1979– και, μαζί, ο τρίτος, ανέκδοτος, τόμος), αποφάσισα ότι έπρεπε να ολοκληρώσω τη δουλειά που είχαμε ξεκινήσει μαζί και είχε μείνει στη μέση.

Σε όλη αυτήν την προσπάθεια συνεργάστηκα με την κόρη της τη Δώρα, η οποία μου έδωσε πρόσβαση στο αρχείο της και έτσι πρόσθεσα νέο υλικό, πέρα από την προφορική μαρτυρία.

Ολοκλήρωσα την αυτοβιογραφία της Κούλας Ξηραδάκη,  πιστή στο σύνθημά της: Δεν αφήνουμε στη μέση τις δουλειές μας. Δεν τα παρατάμε!-

imageimage
Τασούλα Βερβενιώτη, Κούλα Ξηραδάκη: Εγώ δεν τα παράτησα…”. Βιογραφία μιάς αυτοδίδακτης ιστορικού, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2012

«…Στις 5 μ.μ. η ώρα, τους αράδιασαν στον δρόμο που κατηφορίζει προς το Βουλγάρο Καστέλι. (…)

Άοπλος και πεινασμένος, εξασθενισμένος, ο ανδρικός κόσμος του χωριού και πίσω τα άλογα και γαϊδούρια με τα κλεψιμαίικα, και οπλισμένοι σαν αστακοί οι Γερμαναράδες, δεξιά και αριστερά, με σηκωμένα τα όπλα εναντίον εκείνων των δυστυχισμένων. (…)

Γυναικόπαιδα, όλοι σύσσωμοι, γρηές, νέες, παντρεμένες, μητέρες, αδελφές, γιαγιάδες, ακολούθησαν τον Γολγοθά των εσταυρωμένων έως την τοποθεσία Κάτω Φαράγγι, από λίγο μακριά, γιατί μας έδιωχναν τα σκυλιά και μας φοβέριζαν.

Βρήκαν κατάλληλο μέρος κοντά στο ποτάμι. Kαι άρχισαν να πολυβολούν, που βάσταξε μιαν ώρα. (…)

Ήτον σούρουπο που δεν έβλεπες τίποτα, μόνο άκουγες τους βρυχηθμούς των σκοτωμένων μέσα στα χαμόκλαδα και στην ακροποταμιά. (…)

Μείναμε στα υψώματα όλη νύχτα και το πρωί κατεβήκαμε πάλι στο χωριό γιατί ήτον μεγάλη δουλειά να κάμωμε.

Κατεβήκαμε στον τόπο της τραγωδίας, με άλογα, γαϊδούρια και φορτώσαμε τους σκοτωμένους στη μέση του σαμαριού μπρούμυτα, τα χέρια και το κεφάλι απ’ τη μια μεριά και τα πόδια απ’ την άλλη, χωρίς κλάματα, μόνο με τον αγώνα, σαν να κάναμε καμιά δουλειά που ήταν η ώρα της. Έκανε ζέστη, καταματωμένα τα ρούχα μας, ματωμένα και τα ζώα. Κουβαλήσαμε τους σκοτωμένους και μαζέψαμε κομμένα χέρια και πόδια και τα ταιριάξαμε πολύ προσεκτικά και τα θάψαμε. Στο τέλος πλύναμε και τα σαμάρια, που ήτον κι αυτά βουτηγμένα στο αίμα. (…)

Ούτε ξόδι, ούτε καφές, ούτε κρασί δόθηκε, όπως εμείς συνηθίζουμε στην Κρήτη. (…)

Αλλά ύστερα από δυο μέρες άρχισαν κλαυθμοί και οδυρμοί σε όλο το χωριό που βάσταξε επί μήνες. Δεν μπορούσες πια να ζήσεις σ’ αυτό το όμορφο χωριό, που βασίλευε άλλοτε το γλέντι και η χαρά και η διασκέδαση, και το φλερτ στους νέους εχάθηκε, και συντροφιά δεν έβλεπες πουθενά, μόνο μαυροντυμένες γυναίκες και άντρες γέρους με μαύρα πουκάμισα. (…)

Θυμάμαι τον Μιχάλη Καρτσωνάκη τον ανάπηρο του ’22 με τα κομμένα πόδια. Τον Μανώλη Μπαμπουνάκη τον δάσκαλο. Τον Μανώλη Κουμάκη τον αγροφύλακα, τον φοιτητή Επαμεινώντα Κουμάκη, που ήταν γιος αξιωματικού που πολέμησε στη Μ. Ασία και πέθανε από τις κακουχίες. Τον Μιχάλη Μπαχαδάκη, ήταν φοιτητής, σπουδαγμένος και λεβέντης… Τον Στέλιο Τζανακάκη, που έπαιζε ωραίο λαγούτο κι ήτανε γλεντζές…

Δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου τη σημαδιακή εκείνη μέρα της 29ης Αυγούστου, εορτή του Αγίου Ιωάννου του Αποκεφαλιστή…».

*Απόσπασμα, από τα «Κατοχικά» της Κούλας Ξηραδάκη, Εκδ. Κουκκίδα, 2012