Το 1985, ο Κωνσταντίνος Πίττας ξεκίνα το πεντάχρονο ταξίδι του στις χώρες της Ευρώπης με ένα γαλλικό σαραβαλάκι και σκοπό ένα βιβλίο που θα τις περιλαμβάνει σχεδόν όλες. Στόχος του όπως εξηγεί στο tvxs.gr ήταν να υπογραμμίσει μέσα από τα ανθρώπινα πορτρέτα, τα οποία φωτίζουν τα κοινά σημεία μεταξύ των λαών της Ευρώπης, το όραμα για μια ενωμένη Ευρώπη. 

Το 1989, με την πτώση του Τείχους, εγκαταλείπει το σχέδιο του και τη φωτογραφία και «θάβει» τη δουλειά του για 25 χρόνια. Το 2014 ανακαλύπτει τυχαία σε μια αποθήκη τις παλιές του εικόνες και αποφασίζει να τις εκδώσει αρχικά σε ένα λεύκωμα. Το εξαιρετικού ενδιαφέροντος υλικό αυτό εκτίθεται έως τις 20 Νοεμβρίου στο Μουσείο Μπενάκη στην έκθεση «Εικόνες μιας άλλης Ευρώπης 1985 - 1989». 

Περισσότερα από 24.000 αρνητικά συγκέντρωσε και τα έκλεισε σε μια αποθήκη.

Παιδιά στη Ρουμανία με γυμνά πόδια στο χιόνι, η παραίτηση των ανατολικών χωρών, ο φόβος στη Γερμανία όλα δοσμένα μέσα από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων όπως την αιχμαλώτισε ο Κ. Πίττας με τον φακό του. 

Από το 1985 έως το 1989 ταξίδεψε στη Δυτική και Ανατολική Ευρώπη φωτογραφίζοντας σκηνές δρόμου και από τις δυο πλευρές του Τείχους. Με ελάχιστο φωτογραφικό εξοπλισμό, μια Minox και κάμποσα ρολά ασπρόμαυρο φιλμ ξεκίνησε ένα έργο, το οποίο έμελλε να μείνει ημιτελές.

Σκοπός του ήταν να δείξει ότι κοινός τόπος της διηρημένης Ευρώπης ήταν οι ίδιοι οι πολίτες της και η καθημερινότητα της ζωής τους, ανεξάρτητα από τον «κόσμο» στον οποίο ανήκαν. Και τότε, περί τα τέλη της δεκαετίας του ’80, σχεδόν ταυτόχρονα, συνέβησαν δυο πράγματα.

Η κατάρρευση του Τείχους ακύρωσε το «θέμα» του, καθώς όλες οι χώρες σε λίγο θα γινόντουσαν μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προβάλλοντας τις κοινές τους ρίζες. 

Την ίδια επίσης εποχή, η φωτογραφία εισήλθε σε μια περίοδο έντονης κριτικής και αμφισβήτησης της σχέσης της με την πραγματικότητα και ο Κωνσταντίνος Πίττας θεώρησε ότι το αρχείο των μοναδικών φωτογραφιών που είχε συγκεντρώσει σε λίγα μόλις χρόνια εργασίας δεν είχε πια νόημα.

Πως ξεκίνησε όμως αυτή η δημιουργική περιπέτεια;

«Ήταν μια νεανική τρέλα» εξηγεί ο φωτογράφος στο tvxs.gr. Έφευγα κάθε Μάιο με ένα σαραβαλάκι Γαλλικό το ελληνικότατο Pony, κι επέστρεφα Σεπτέμβρη. Φωτογράφισα όλες τις χώρες από τις δύο μεριές του τείχους, δεν πήγα στην Αγγλία και την Σκανδιναβία. 

Ονειρευόμουν μια ενωμένη Ευρώπη μέσα από την φωτογραφία, μια νεανική αφέλεια ίσως και αυτό το έβλεπα να συμβαίνει μπροστά μου. Τότε ένιωσα εξαντλημένος. Ήθελα να επιστρέψω πίσω και να έχω μια κανονική ζωή. Εκείνη την εποχή η τέχνη της φωτογραφίας άλλαζε. Εγώ έκανα μια καταγραφή, λίγο αφηρημένη, λίγο ποιητική. Δεν έκανα ρεπορτάζ. Αισθάνθηκα πως ήμουν εκτός των συρμών...

Ποια ήταν η τελευταία φωτογραφία σας;

Η τελευταία μου φωτογραφία τραβήχτηκε  την επομένη της πτώσεως του τείχους.  Ήμουν εκεί τυχαία. Μετά επέστρεψα γιατί ένιωσα πολύ κουρασμένος κι έπειτα είδα πως είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει η Ευρώπη δεν είχε νόημα να εκτεθούν αυτές οι φωτογραφίες. 

Η έκθεση παρουσιάζεται σε μια περίοδο αναστοχασμού πάνω στην ιδέα της ενωμένης Ευρώπης όμως…

Ναι γι’ αυτό ίσως έχει νόημα που παρουσιάζονται τώρα. Εγώ δεν προσέγγισα πολιτικά το θέμα. Με ενοχλούσε ο εγκλεισμός των ανατολικών αλλά δεν είχα πάει εκεί για να τα καταγγείλω. Δεν μπορούσα να μη τραβήξω όμως την πείνα στην Αλβανία ή την τρομοκρατία στην ανατολική Γερμανία. Με ενδιέφεραν οι άνθρωποι. Στη δύση δεν ήταν εύκολα επίσης τα πράγματα. Προσπάθησα να αποτυπώσω τι συμβαίνει μέσα  από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. 

Τώρα που επανασυνδεθήκατε με το υλικό σας αυτό και το βλέπετε σαν ενότητα στην έκθεση, τι πιστεύετε πως φωτίζει περισσότερο;

Είναι μια ευκαιρία να δει κανείς μια Ευρώπη που στην Ελλάδα τη γνωρίζουμε ελάχιστα. Είναι πορτρέτα ανθρώπων. Η Ευρώπη των πολιτών των άλλων χωρών με τους οποίους μας ενώνει μια κοινή ταυτότητα.