Ένα πολιτιστικό κέντρο, δείγμα του μοντερνισμού, στην καρδιά του Βερολίνου, την «πόλη των κατασκόπων» και μία οργάνωση - βιτρίνα της CIA. Πώς η αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών ενέπλεξε την τέχνη στην προπαγάνδα του Ψυχρού Πολέμου.

Το Berlin’s House of the Cultures of the World, με τη στέγη που απλώνεται σαν ακανόνιστη καμπύλη, θεμελιώθηκε από την Έλινορ Ντούλες, αδελφή του Άλεν Ντούλες, επικεφαλής της CIA. Όπως έλεγε το 1956 η Ντούλες «Το Σπίτι των Πολιτισμών είναι ένας φωτεινός φάρος που λάμπει στα ανατολικά».

Ο Ντούλες, διπλωμάτης και νομικός, υπήρξε ο πρώτος πολίτης που έγινε αρχηγός της CIA (και ο μακροβιότερος), ο κατάσκοπος που ανέλαβε την Υπηρεσία στην αρχή της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου και δημιούργησε δίκτυα πληροφοριών σε όλο τον κόσμο για να  ελέγχει τη Σοβιετική Ένωση και τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης.

Το κτίριο που βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από την καγκελαρία είναι ένα από τα πολλά σημεία στη Γερμανία που εγείρουν ερωτήματα αναφορικά με την πολιτισμική επιρροή των ΗΠΑ.

Η νέα έκθεση με τίτλο «Parapolitics: Πολιτιστική Ελευθερία και Ψυχρός Πόλεμος», που παρουσιάζεται στο ιστορικό κτίριο του πάρκου Tiergarten του Βερολίνου έως τις 8 Ιανουαρίου 2018, τεκμηριώνει τον τρόπο με τον οποίον οργανώσεις - βιτρίνα της CIA, όπως το West Berlin’s Congress for Cultural Freedom, ενέπλεξαν τον κόσμο της Τέχνης στον πόλεμο της προπαγάνδας μεταξύ δύο ιδεολογιών -δύο κόσμων, στην πραγματικότητα- που έμεινε στην Ιστορία ως «η μάχη για το μυαλό του Πικάσο» (έτσι ονομάστηκε το σχέδιο του Thomas Braden, στενού συνεργάτη του Ντούλες στη CIA, ο οποίος ανέλαβε να «πολεμήσει» τον κομουνισμό χρησιμοποιώντας ως αιχμή του δόρατος την τέχνη). 

Προωθώντας σύγχρονες τάσεις, όπως ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός και καλλιτέχνες όπως ο Τζάκσον Πόλοκ, ο Βίλεμ ντε Κούνινγκ και ο Μάρκ Ρόθκο, ως την «εμπροσθοφυλακή» της αμερικανικής δημιουργικότητας και ελεύθερης έκφρασης, οι ξένες υπηρεσίες πληροφοριών κατέληξαν να έχουν ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της αισθητικής αντίληψης του σύγχρονου κόσμου.

«Αντιπαραθέτοντας» κομμάτια της μόνιμης συλλογής με έργα σύγχρονων δημιουργών, η έκθεση στο Βερολίνο επί της ουσίας επικρίνει τον ρόλο του Κέντρου την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, γυρίζοντας πίσω στον χρόνο και προσεγγίζοντας τα γεγονότα με τον τρόπο που η σύγχρονη Γερμανία αναλύει την περίοδο των ναζί.

«Πιστεύω ότι οι φορείς με δημόσιο χαρακτήρα όπως στην περίπτωση μας οφείλουν να αναλαμβάνουν την ευθύνη όσων κάνουν» λέει στον Guardian ο Bernd Scherer, διευθυντής του House of Cultures of the World. «Πρέπει να είναι σαφές από ποια θέση μιλάμε».

Ενώ η Σοβιετική Ένωση διακήρυττε την πίστη της στη χρήση της τέχνης ως όπλο στην πάλη των τάξεων, η υποστήριξη των ΗΠΑ σε φιλελεύθερους αριστερούς, αλλά την ίδια στιγμή και σε αντι-κομμουνιστικές οργανώσεις ήταν συγκεκαλυμμένη: Όταν αποκαλύφθηκαν οι μέθοδοι της CIA από τον αμερικανικό Τύπο το 1967, το σκάνδαλο που ξέσπασε οδήγησε σε παραιτήσεις, όπως συνέβη στην περίπτωση του Βρετανού ποιητή Στίβεν Σπέντερ, ο οποίος αποχώρησε από τη συντακτική ομάδα της λογοτεχνικής επιθεώρησης Encounter.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
• «Δρ. Ζιβάγκο», ένα μυστικό όπλο στα χέρια της CIA στον Ψυχρό Πόλεμο

Το πολιτιστικό πρόγραμμα της CIA, όπως εξηγεί ο νυν διευθυντής του Κέντρου «κατέστρεψε τον όρο ‘ελευθερία’». Η Υπηρεσία έκανε τη δουλειά της, που ήταν η συλλογή πληροφοριών, λειτουργώντας ωστόσο, κατά τρόπο παράδοξο: Από τη μία, σκορπίζοντας χρήμα σε οργανώσεις κατά του απαρτχάιντ στο εξωτερικό και από την άλλη, μεθοδεύοντας σαμποτάζ στο Κίνημα των Μαύρων Πανθήρων.

Περίοπτη θέση στην έκθεση έχουν 20 λογοτεχνικά περιοδικά από όλον τον κόσμο, τα οποία χρηματοδοτήθηκαν μέσω του Κέντρου για την Πολιτιστική Ελευθερία, όπως το Der Monat στη Γερμανία, το Jiyu στην Ιαπωνία και το Hiwar στον Λίβανο.

Ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις λειτουργούσαν ως πλατφόρμες για τους «μαχητές» του Ψυχρού Πολέμου -όπως στην περίπτωση του Αμερικανού διπλωμάτη και ιστορικού, George Keenan- και επιχείρησαν να κόψουν τον διάλογο για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, σε κάποιες, έδωσαν, σχεδόν τυχαία, βήμα σε ριζοσπάστες: Το παράδειγμα του Black Orpheus της Νιγηρίας είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά. Ήταν ένα από τα πρώτα περιοδικά που δημοσίευσαν άρθρα για την παράδοση, την ποίηση και την τέχνη των Γιορούμπα, που θεωρείται σήμερα το σημείο -κλειδί στη διαμόρφωση του μετα-αποικιακού μοντερνισμού.

«Είναι δύσκολο να μην θαυμάσει κανείς τους υπαλλήλους της CIA για το αλάνθαστο, καλό γούστο τους» έγραψε πριν από μερικές εβδομάδες ο κριτικός τέχνης της Berliner Zeitung.

Ο τρόπος με τον οποίον το Βερολίνο υποδέχεται την έκθεση αφορά μια ευρύτερη συζήτηση που είναι σε εξέλιξη τώρα στη Γερμανία για το μέλλον της σχέση Βερολίνου - Ουάσινγκτον στο μέλλον.

Σε άρθρο που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στη Die Zeit, ομάδα ακαδημαϊκών και επικεφαλής thinktank  έθεσε την ανάγκη για τη χάραξη μιας υπεύθυνης μακρόπνοης εξωτερικής πολιτικής που θα «χτίσει μια γέφυρα στην εποχή πέρα από την προεδρία Τραμπ».

Σε απάντηση που δημοσιεύθηκε μια εβδομάδα αργότερα, δύο από τους συντάκτες της Die Zeit απάντησαν ότι «όσοι πιστεύουν ότι μπορούμε απλά να περιμένουμε τις ΗΠΑ να επιστρέψουν στον παλιό τους ρόλο μετά τον Τραμπ, αυτοεξαπατώνται». «Η διατλαντική κρίση», υποστήριξαν ο Jörg Lau και ο Bernd Ulrich, «δεν ξεκίνησε με τον Τραμπ και δεν θα τελειώσει με τον Τραμπ».