Από το Μπούρκενστοκ και το σχέδιο Ανάν του 2004 έως τη Γενεύη του 2017, οι παράμετροι που καθορίζουν τη λύση - ή τη μη λύση - του Κυπριακού έχουν γίνει εάν όχι περισσότεροι, τουλάχιστον πιο σύνθετοι. 

Από την αποσταθεροποιημένη Τουρκία του Ερντογάν και την πολεμική έκρηξη στην ευρύτερη περιοχή έως το διατλαντικό επιχειρηματικό πόκερ για τα ενεργειακά κοιτάσματα, η επίσημη και ανεπίσημη ατζέντα των διαπραγματεύσεων στη Γενεύη έχει ντε φάκτο ανοίξει σε νέα σύνθετα γεωπολιτικά και οικονομικά ζητήματα.

Το εάν αυτές οι μεταβολές θα λειτουργήσουν τελικά υπέρ ή κατά μιας συμφωνίας Αναστασιάδη - Ακιντζί θα φανεί την Πέμπτη, κατά την πολυμερή διάσκεψη της Γενεύη.

Έως τότε, ωστόσο, οι προβλέψεις είναι συγκρατημένες, ειδικά από ελληνικούς διπλωματικούς κύκλους που βλέπουν με μεγάλη επιφύλαξη τη «μη εποικοδομητική» έως τώρα στάση του Ερντογάν.

Διαβάστε επίσης: 

Οι συνομιλίες, πάντως, έχουν ήδη μπει στην τελική ευθεία, ο πρόεδρος της Κύπρου Νίκος Αναστασιάδης και ο τουρκοκύπριος ηγέτης Μουσταφά Ακιντζί είχαν ήδη το πρωί τον πρώτο κύκλο τη τελικής διαπραγμάτευσης και το απόγευμα μπαίνουν στο τραπέζι τα κρίσιμα ζητήματα της ασφάλειας και των εγγυήσεων, καθώς και το επίσης κομβικό θέμα της διακυβέρνησης.

Το ζήτημα της διακυβέρνησης έχει αναδειχθεί σε ένα από τα μεγάλα «αγκάθια» στις έως τώρα συνομιλίες Αναστασιάδη - Ακιντζί, καθώς ο τουρκοκύπριος ηγέτης θέτει την εκ περιτροπής προεδρία ως βασικό προαπαιτούμενο για συμφωνία. 

Από την πλευρά του, ο Νίκος Αναστασιάδης έχει αφήσει το θέμα ανοιχτό δηλώνοντας ότι δεν θα κάνει «δημόσια διαπραγμάτευση», με κυπριακές πηγές να επισημαίνουν ότι η διακυβέρνηση μπορεί να λειτουργήσει και ως «χαρτί» διαπραγμάτευσης και στα υπόλοιπα μέτωπα.

Εξ αυτών, τα μείζονα κεφάλαια είναι εκείνα των εγγυήσεων και της ασφάλειας, όπου μέχρι στιγμής οι αποστάσεις μοιάζουν αγεφύρωτες. Η ελληνική κυβέρνηση έχει καταστήσει σαφές σε όλους τους τόνους ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η διατήρηση ούτε εγγυήσεων, ούτε βεβαίως στρατευμάτων κατοχής στην Κύπρο. 

Στην άλλη πλευρά, ο Ερντογάν και ο Ακιντζί επιμένουν ότι τα τουρκικά στρατεύματα πρέπει να παραμείνουν τουλάχιστον για κάποιο διάστημα, με τα ενδιάμεσα σενάρια που έχουν μπει στο τραπέζι να προβλέπουν μεταβατικό διάστημα παραμονής και σταδιακής αποχώρησης από 10 έως 15 χρόνια.

Στο εδαφικό οι διαφορές δείχνουν να μην είναι ανυπέρβλητες, καθώς ήδη από το Μοντ Πελεράν οι δύο πλευρές έχουν συμφωνήσει στο ποσοστό εδαφών της  τουρκοκυπριακής συνιστώσας μεταξύ του 28,2% και 29,2%.

Στο 1% που τις χωρίζει, όμως, εντάσσεται το μεγάλο ζήτημα της επιστροφής ή όχι της Μόρφου - ένα ζήτημα ωστόσο που, κατά κυπριακές διπλωματικές πηγές, μπορεί να επιλυθεί με αμοιβαίες υποχωρήσεις.