Στις απαρχές ενός νέου «πολέμου» βρίσκεται η Ευρώπη καθώς οι ρυθμιστικές αρχές που είναι υπεύθυνες για την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία και οι γίγαντες της τεχνολογίας του κόσμου έχουν πάρει θέσεις μάχης. Αντικείμενο αυτής της μάχης τα δεδομένα των ευρωπαίων καταναλωτών. 

Και πιο συγκεκριμένα η διαχείριση των δεδομένων αυτών. Δηλαδή το πως όμιλοι, όπως η Google, το Facebook και η Amazon συγκεντρώνουν και πωλούν τα δεδομένα των χρηστών, όταν αυτοί κάνουν αναζήτηση, αγοράζουν ή κοινωνικοποιούνται μέσω του διαδικτύου. 

Η ζωή γίνεται όλο και πιο ψηφιακή και οι εταιρείες τεχνολογίας κερδίζουν δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως από τα δεδομένα που συγκεντρώνουν. 

Όμως για να αποδειχτεί ότι οι εταιρείες αυτές έχουν καταπατήσει τους ευρωπαϊκούς κανόνες ανταγωνισμού, οι ρυθμιστικές αρχές πρέπει να αποδείξουν, σύμφωνα με άρθρο του Politico, ότι η κυριαρχία των εταιρειών αυτών σε τεράστιες ποσότητες προσωπικών δεδομένων παρεμποδίζει τις επιλογές των καταναλωτών, καθώς σύμφωνα με τους δικηγόρους του δικαίου ανταγωνισμού και τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, θέτουν στο περιθώριο τους δυνητικούς ανταγωνιστές. 

Ο προσδιορισμός αυτών των αποδείξεων μπορεί να αποδειχτεί δύσκολος, αν όχι αδύνατος, καθώς οι καταναλωτές συνήθως μοιράζονται τις ηλεκτρονικές τους πληροφορίες με πολλές εταιρείες τεχνολογίας - από εδραιωμένους παίκτες, όπως είναι η Uber και η Apple έως μικροσκοπικές επιχειρήσεις από όλη την Ευρώπη και πέραν αυτής. 

«Επειδή μια εταιρεία διαθέτει πολλά δεδομένα δεν σημαίνει ότι είναι αντι-ανταγωνιστική», υποστηρίζει ο Σίμπελ Γιλμάζ, δικηγόρος της Linklaters στις Βρυξέλλες. «Το να μπαίνουν οι άνθρωποι στο Facebook και να μοιράζονται δεδομένα δεν φτάνει. Πρέπει να αποδείξεις ότι γίνεται ζημιά». 

Αυτή η μάχη για τα δεδομένα μεταξύ των τεχνολογικών εταιρειών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής - καθώς και των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, με τις τις οποίες ήδη υπάρχουν αψιμαχίες - στοχεύει τη φλέβα της ψηφιακής οικονομίας, απειλώντας το επιχειρηματικό μοντέλο που έχει κάνει την Google και το Facebook τις πιο ισχυρές εταιρείες στον κόσμο. 

Εν αναμονή της μάχης τίθεται η ερώτηση πως τα δεδομένα των ανθρώπων θα χρησιμοποιηθούν για να δημιουργήσουν την επόμενη γενιά των ηλεκτρονικών υπηρεσιών σε μια εποχή που η Ευρώπη βρίσκεται ήδη πίσω σε ρυθμό σε σχέση με τις ΗΠΑ, όπου οι ανησυχίες για το πως οι online πληροφορίες χρησιμοποιούνται έχουν μόλις αρχίσει να προκαλούν τις αντιδράσεις των ρυθμιστικών αρχών. 

«Τα δεδομένα είναι οι πόροι της οικονομίας μας», δηλώνει ο Τζιοβάνι Πιτρουζέλα, πρόεδρος της ιταλικής Αρχής Ανταγωνισμού, ο οποίος τον Ιούνιο ξεκίνησε έρευνα για τον τρόπο με τον οποίο οι εταιρείες συλλέγουν και χρησιμοποιούν τις ηλεκτρονικές πληροφορίες. «Αλλά θα μπορούσε να αποτελέσει πρόβλημα, ειδικά όταν ο μεγάλος όγκος δεδομένων δημιουργεί μεγάλη ισχύ στην αγορά, ισχύ που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποκλείσει τον ανταγωνισμό». 

Συμφωνίες με βάση τα δεδομένα

Παράλληλα με την έρευνα της Ιταλίας σχετικά με τη χρήση των δεδομένων από τις εταιρείες, οι γαλλικοί αντιμονοπωλιακοί φορείς ασχολούνται επίσης με τον τομέα της διαδικτυακής διαφήμισης και ειδικότερα του Facebook. Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας θα υποβληθούν το φθινόπωρο. 

Οι γερμανικές ρυθμιστικές αρχές ανταγωνισμού ξεκίνησαν επίσης, πέρσι, τη δική τους έρευνα για τον τρόπο που το Facebook συλλέγει και χρησιμοποιεί τα δεδομένα σε σχέση με την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία. Τα πρώτα συμπεράσματα της έρευνας - είναι η πρώτη του είδους - αναμένονται μέχρι το τέλος της χρονιάς. Το Facebook αρνείται ότι έχει κάνει οποιαδήποτε παράβαση. 

Οι ευρωπαίοι πολιτικοί αυστηροποιούν τους κανόνες εξαγοράς ώστε οι αντιμονοπωλιακοί οργανισμοί να αποκτήσουν μεγαλύτερη δύναμη για να μπλοκάρουν τις συμφωνίες που περιλαμβάνουν μεγάλα σύνολα δεδομένων που αλλάζουν χέρια κοστίζοντας όλο και περισσότερα δισεκατομμύρια δολάρια. 

Δικαίως ή λανθασμένα, η απόκτηση από το Facebook του WhatsApp, του διαδικτυακού messanger, ύψους 19 δισ. δολαρίων, τροφοδότησε αυτές τις αλλαγές. Ενώ όμως η εξαγορά άξιζε δισεκατομμύρια δολάρια εξαιτίας του «θησαυρού» δεδομένων του 1 δισεκατομμυρίου χρηστών του messanger παγκοσμίως - υπό τους υπάρχοντες κανόνες συγχώνευσης - η εξαγορά δεν απέφερε πολλά έσοδα αυτή καθ’ αυτή για να προκαλέσει τον προσεκτικό έλεγχο των Βρυξελλών και των μεγάλων ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Για να αποφύγει τις κανονιστικές δυσκολίες, το Facebook κοινοποίησε τη συγχώνευση στην Κομισιόν, η οποία την ενέκρινε χωρίς όρους. 

«Η συμφωνία Facebook - WhatsApp ήταν η ώθηση για το νέο νόμο της Γερμανίας», εξηγεί στο Politico, ο Τζούστους Χέρλινγκερ, δικηγόρος αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας στην White & Case του Αμβούργου, αναφερόμενος στο νέο κανονιστικό πλαίσιο της χώρας για τις συγχωνεύσεις, το οποίο επιτρέπει στις ρυθμιστικές αρχές να εξετάζουν προσεκτικά τις συμφωνίες που βασίζονται στον όγκο δεδομένων. 

Δεδομένα, το νέο «νόμισμα» των εταιρειών 

Η επίτροπος Ανταγωνισμού Μαργκρέτε Βεστάγκερ εξετάζει παρόμοιες μεταρρυθμίσεις και έχει αμφισβητήσει ανοιχτά την κυριαρχία των εταιρειών στις online πληροφορίες των πολιτών. «Πρέπει να καταλάβουμε τι συμβαίνει όταν τα δεδομένα είναι το κύριο νόμισμα μιας εταιρείας», δήλωνε πέρσι. «Δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα. Τελικά οι καταναλωτές θα πρέπει να πληρώσουν». 

Αυτή η αντιμετώπιση προέρχεται από μια σειρά σημαντικών υποθέσεων της Κομισιόν εναντίον τεχνολογικών εταιρειών, οι οποίες περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων κι ένα πρόστιμο ύψους 2,4 δισ. ευρώ εναντίον της Google για αντι - ανταγωνιστικές πρακτικές και μια εντολή στην Apple να επιστρέψει στην κυβέρνηση της Ιρλανδίας 13 δις ευρώ φορολογικών ελαφρύνσεων που η Επιτροπή έκρινε ότι παραβίαζαν το νόμο. Και οι δυο εταιρείες αρνούνται ότι καταπάτησαν το νόμο. 

Η Βεστάγκερ και οι σύμμαχοί της στις μεγάλες πρωτεύουσες των κρατών - μελών, τους τελευταίους μήνες, ξοδεύουν όλο και περισσότερο χρόνο για να αναλύσουν πως ένας μικρός αριθμός εταιρειών έχει καταλήξει να κατέχει τόσο πολλά ηλεκτρονικά δεδομένα πολιτών. 

Σε αυτές τις κινήσεις περιλαμβάνεται και η έρευνα για την εξαγορά της Monsanto από τη Bayer ύψους 66 δισ. δολαρίων. Η Βεστάγκερ δήλωσε στις 22 Αυγούστου ότι εξέταζε, μεταξύ άλλων θεμάτων, τον πιθανό έλεγχο των συγχωνευμένων εταιρειών τόσο στις καλλιέργειες και τις γενετικές πληροφορίες. 

Επιπλέον, οι υπάλληλοι των ευρωπαϊκών αντιμονοπωλιακών μηχανισμών έχουν καταθέσει καταγγελίες εναντίον του λειτουργικού Android της Google. Όπως λένε, το λογισμικό της εταιρείας στα κινητά τηλέφωνα κατευθύνει την κυκλοφορία και τα σχετικά δεδομένα του χρήστη στη μηχανή αναζήτησης της Google. Η εταιρεία αρνείται τυχόν αδίκημα. 

Πρόσφατη έρευνα της Κομισιόν σχετικά με την αγορά ηλεκτρονικού εμπορίου στην Ευρώπη παρέπεμπε επίσης στην Amazon, τον κυρίαρχο διαδικτυακό παίκτη της βιομηχανίας στο διαδίκτυο. Οι υπάλληλοι προειδοποίησαν ότι οι διαδικτυακοί τόποι πωλήσεων συλλέγουν ευαίσθητα δεδομένα σχετικά με τις δραστηριότητες των εμπόρων, μόνο και μόνο για να μπορούν στη συνέχεια να πουλήσουν οι ίδιες ανταγωνιστικά προϊόντα. Η Amazon αρνήθηκε να σχολιάσει αλλά έχει δηλώσει σε προηγούμενο χρόνο ότι ανταγωνίζεται με ένα ευρύ φάσμα εταιρειών τόσο στον κόσμο του διαδικτύου, όσο και εκτός. 

Οι ανησυχίες σχετικά με τη συλλογή προσωπικών δεδομένων από τις εταιρείες δεν είναι καινούργιες. Οι ευρωπαϊκές ρυθμιστικές αρχές για την προστασία προσωπικών δεδομένων έχουν ήδη ανοίξει υποθέσεις σχετικά με τα δεδομένα κατά της Google και του Facebook, καθώς αμφισβητούν αν αυτές οι εταιρείες έχουν παίξει στο πλαίσιο των εθνικών κανόνων για την προστασία προσωπικών δεδομένων, τουλάχιστον από το 2010 και μετά, αν όχι και νωρίτερα. Οι εταιρείες απορρίπτουν τις κατηγορίες. 

Ωστόσο, η προσοχή των ευρωπαϊκών αρχών ανταγωνισμού στον όγκο των δεδομένων και τον τρόπο με τον οποίο αυτά θα μπορούσαν να ενισχύσουν τα μονοπώλια στο διαδίκτυο είναι, σύμφωνα με τους νομικούς εμπειρογνώμονες, ένα νέο φαινόμενο που δείχνει πόσο γρήγορα ορισμένες από τις μεγαλύτερες εταιρείες της Silicon Valley έχουν αποκτήσει τεράστιο όγκο από τις ηλεκτρονικές πληροφορίες των πολιτών. 

Η Google και το Facebook μαζί, για παράδειγμα, πήραν πέρσι το ήμισυ των χρημάτων που δαπανήθηκαν για την ψηφιακή διαφήμιση σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, σύμφωνα με την εταιρεία ανάλυσης δεδομένων eMarketer. Αυτό οφείλεται κυρίως στην συλλογή πληροφοριών από τις εταιρείες αυτές σχετικά με τις διαδικτυακές συνήθειες και δραστηριότητες των ανθρώπων, οι οποίες επιτρέπουν στα διάφορα brands να στοχεύουν online και μεγάλη ακρίβεια τους καταναλωτές. 

«Αυτά είναι όλα θεμελιώδη ερωτήματα», ανέφερε σε συνέντευξή του, ο Αντρέας Μουντ, πρόεδρος του γερμανικού γραφείου καρτέλ, το οποίο ερευνά τη χρήση δεδομένων από το Facebook. «Όταν ολοκληρωθεί αυτή η έρευνα θα ξέρουμε πολύ περισσότερα για τη χρήση του μεγάλου όγκου δεδομένων στον online κόσμο, τι ρόλο παίζει και ποια είναι τα όρια, αν υπάρχουν όρια». 

Ψηφιακά βοηθητικά προγράμματα 

Η Google και το Facebook - με δισεκατομμύρια χρήστες παγκοσμίως - αμφισβητούν ότι έχουν αθέμιτο πλεονέκτημα και υποστηρίζουν ότι οι χρήστες έχουν τον έλεγχο των πληροφοριών που μοιράζονται με τους διαφημιζόμενους. Επίσης σημειώνουν ότι οι χρήστες μπορούν να προσθέτουν, να διαγράφουν και να μεταφέρουν τις ψηφιακές τους πληροφορίες όταν το επιλέξουν. 

Παρά τις προσπάθειες των ρυθμιστικών αρχών, το να αποδείξουν ότι η κυριαρχία των εταιρειών στα δεδομένα είναι αντι-ανταγωνιστική μπορεί να αποδειχθεί μια δύσκολη μάχη. Οι ευρωπαϊκές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει κατ’ αρχήν να καταδείξουν ότι οι εταιρείες προσπαθούν να αποτρέψουν τους πιθανούς ανταγωνιστές από το να συλλέξουν τα ίδια ή παρόμοια δεδομένα αποκλείοντάς τους, με αυτόν τον τρόπο από τις ηλεκτρονικές αγορές. 

Ενδέχεται επίσης να προσπαθήσουν να χαρακτηρίσουν την Google, το Facebook ή το Amazon ως ισοδύναμα με τα ψηφιακά βοηθητικά προγράμματα - βασικά συστατικά του διαδικτυακού κόσμου - κάτι που σημαίνει ότι οι εταιρείες θα πρέπει να ανοίξουν τα αρχεία τους, στις υπόλοιπες εταιρείες, προωθώντας έτσι τον ανταγωνισμό. 

Στη Γαλλία, για παράδειγμα, οι ανακριτές υποχρέωσαν την εταιρεία ενέργειας GDF SUEZ, πλέον γνωστή ως ENGIE, να μοιράζεται τα δεδομένα των πελατών της με τις αντίπαλες εταιρείες, αφού αυτές παραπονέθηκαν ότι δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν καθώς η GDF Suez συγκέντρωνε όλα τα δεδομένα ως κρατικό μονοπώλιο. 

Οι εταιρείες τεχνολογίας είναι πιθανό να καταπολεμήσουν τέτοιες κινήσεις υποστηρίζοντας ότι ο διαδικτυακός ανταγωνισμός είναι απλώς ένα κλικ μακριά. Και νομικοί εμπειρογνώμονες προειδοποιούν ότι η εφαρμογή μονοετών μονοπωλιακών κανόνων στον ψηφιακό κόσμο θα μπορούσε να τον καταστήσει δυσκίνητο, αφού θα απαιτούσε από τους φορείς επιβολής των κανόνων ανταγωνισμού να αποδείξουν ότι οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες είναι ισοδύναμες με τις κρατικές εταιρείες ύδρευσης ή ενέργειας. 

«Θα ήταν η πρώτη φορά που ο νόμος περί ανταγωνισμού θα έμπαινε σε αυτά τα νερά», δηλώνει ο Μίκαελ Κάριερ, συν - διευθυντής του Ινστιτούτου Ρατγκερς για την Πολιτική και το Δίκαιο της Πληροφορίας στο Νιου Τζέρσει. «Θα έπρεπε να δημιουργηθούν εντελώς νέα νομικά επιχειρήματα».