Συγκρούσεις με την αστυνομία στους δρόμους της πρωτεύουσας Έρεβαν και άλλων μεγάλων πόλεων, τραυματίες και εκατοντάδες συλλήψεις, μεταξύ άλλων και ηγετών της αντιπολίτευσης συνιστούν το πολιτικό σκηνικό στην Αρμενία από τις 13 Απριλίου, το οποίο «σφραγίστηκε» με την παραίτηση του πρωθυπουργού Σερζ Σαρκισιάν.

Ο πρώην πρωθυπουργός της Αρμενίας και πρώην δήμαρχος του Γερεβάν Κάρεν Καραπετιάν ανέλαβε προσωρινά πρωθυπουργικά καθήκοντα, μετά την παραίτηση του Σαρκισιάν και πλέον, τα πολιτικά κόμματα που εκπροσωπούνται στο κοινοβούλιο θα έχουν στη διάθεσή τους επτά ημέρες προκειμένου να προτείνουν υποψηφίους για τη θέση του πρωθυπουργού της χώρας.

Οι διαδηλωτές που είχαν συγκεντρωθεί στο κέντρο της πρωτεύουσας χαιρέτισαν με ενθουσιασμό την είδηση της παραίτησης του Σαρκισιάν, μετά από έντεκα ημέρες κινητοποιήσεων. Ορισμένοι αγκάλιαζαν τους αστυνομικούς, άλλοι ζητωκραύγαζαν, χτυπούσαν τις κόρνες των αυτοκινήτων και κάποιοι άρχισαν να χορεύουν.

Οι κινητοποιήσεις κράτησαν 11 ημέρες, με τη συμμετοχή δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων που έκαναν πορείες στο Ερεβάν και άλλες πόλεις, απέκλειαν δρόμους ή οργάνωναν καθιστικές διαμαρτυρίες. Την Κυριακή η αστυνομία συνέλαβε σχεδόν 200 διαδηλωτές και τρεις βουλευτές της αντιπολίτευσης, μεταξύ των οποίων και τον Νικόλ Πασινιάν, που θεωρείται εκ των ηγετών της διαμαρτυρίας, ο οποίος αφέθηκε ελεύθερος.

Αφορμή για τις διαδηλώσεις στάθηκε ο διορισμός του πρώην προέδρου της χώρας στην θέση του πρωθυπουργού. Αυτό που εξόργισε την κατά τα άλλα φιλειρηνική αρμένικη κουλτούρα ήταν αφενός πως αυτός ο διορισμός ήταν το προϊόν ενός πολιτειακού «τεχνάσματος», όπως προέκυψε, του κυβερνώντος Ρεπουμπλικανικού Κόμματος ώστε ο Σαρκισιάν να παραμείνει στην εξουσία υπό νέα, ενισχυμένη ιδιότητα, μετά τον συνταγματική αναθεώρηση που ενίσχυσε τις πρωθυπουργικές αρμοδιότητες σε σχέση με τις προεδρικές αφετέρου, ότι αυτό το «τέχνασμα» αφορούσε στον ίδιο τον Σαρκισιάν, ο οποίος ενοχοποιείται από ένα μεγάλο μέρος του κόσμου για ενίσχυση των ολιγαρχών και για διαφθορά.

Αν και είναι γεγονός ότι η χώρα τροποποίησε το σύνταγμά της μέσω δημοψηφίσματος το 2015, καθιστώντας την προεδρία σε μεγάλο βαθμό τελετουργική και ενισχύοντας το αξίωμα του πρωθυπουργού, όπως φαίνεται, οι περισσότεροι Αρμένιοι δεν περίμεναν ότι η επιλογή τους θα αποτελούσε εργαλείο διαιώνισης του Σαρκισιάν στην εξουσία. Πολύ περισσότερο που ο 63χρονος ηγέτης είχε υποσχεθεί στο παρελθόν να μην διεκδικήσει την θέση του πρωθυπουργού, αλλά τελικά «προτάθηκε» γι’ αυτήν επίσημα από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα νωρίτερα αυτόν τον μήνα.

Η πραγματική αιτία όμως είναι, ως είθισται, η οικονομία.  Όχι αυτή των επίσημων στατιστικών, αλλά η λεγόμενη πραγματική, αυτή της τσέπης των μισθωτών, των συνταξιούχων και των ανέργων. Αν και η Αρμενία έκλεισε το 2017 με εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 7,7%, η ανεργία σκαρφάλωσε επισήμως στο 16,5%, με τα ποσοστά στους άνδρες να ξεπερνούν το 20%. Αναλόγως αναντίστοιχα, προς τα κάτω, είναι και τα επίσημα και ανεπίσημα ποσά των μισθών. Έτσι, επισήμως ο μισθός στην Αρμενία δεν ξεπερνά τα 250 δολάρια τον μήνα, με τους διαδηλωτές να διαβεβαιώνουν στο Al Jazeera, ότι ακόμη κι αν βρεις δουλειά δεν πρόκειται παίρνεις περισσότερα από 100 δολάρια. Οι συντάξεις κυμαίνονται περίπου στα 60 δολάρια τον μήνα.

Η κατάσταση αυτή οδηγεί και στη μείωση του πληθυσμού αυτής της έτσι κι αλλιώς μικρής χώρας που δεν ξεπερνά τα 3 εκατομμύρια κατοίκους. Έτσι, η μείωση των γεννήσεων σε συνδυασμό με την μετανάστευση - κυρίως προς την Ρωσία - έχει οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση του πληθυσμού το 2017 σε σχέση με το 2016.

Η πρώτη αντίδραση του Κρεμλίνου ήταν πως τα γεγονότα στο Έρεβαν αποτελούν «εσωτερικό ζήτημα» της Αρμενίας. Αυτή είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι πως η Αρμενία αποτελεί στρατηγικό σύμμαχο της Ρωσίας σε μια ευαίσθητη περιοχή στον Νότο, με ανεπτυγμένες σχέσεις σε όλους τους τομείς, μεταξύ άλλων και αμυντικές, με την Ρωσία να διατηρεί στρατιωτική βάση στη χώρα. Επιπλέον η Μόσχα σίγουρα δεν άκουσε με καλό τρόπο τις δηλώσεις του Πασινιάν περί «βελούδινης επανάστασης», όρος που ενεργοποιεί τα αντιδυτικά αντανακλαστικά της Ρωσίας. Με την Γεωργία δεμένη στο δυτικό άρμα, η Μόσχα, το τελευταίο που θέλει είναι μια Αρμενία υπό δυτική επιρροή.

Η «σκιά» της Ρωσίας

Ανοιχτή πληγή στην ευρύτερη περιοχή παραμένει και η διαφιλονικούμενη, από Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν, περιοχή του Ναγκόρνο Καραμπάχ, η οποία διεκδικήθηκε με πόλεμο από τις δύο χώρες κατά την μετασοβιετική εποχή.

Η Ρωσία είναι προφανές ότι έχει άμεσα συμφέροντα, τόσο από τη διατήρηση των άριστων σχέσεων με την Αρμενία, όσο και από τη διευθέτηση της κρίσης στο Ναγκόρνο Καραμπάχ. Για να γίνει κατανοητή η πολυπλοκότητα των γεωπολιτικών σχέσεων στην περιοχή, αξίζει να σημειωθεί ότι η Ρωσία «χρησιμοποιεί» την Αρμενία και ως μέσο πίεσης προς τους περιφερειακούς ανταγωνιστές της. Πρόσφατα έγινε γνωστό ότι η Ρωσία ετοιμάζεται να δώσει νέα πίστωση στην Αρμενία για την αγορά ρωσικών όπλων. Αυτή η αγορά θεωρείται «απάντηση» της Μόσχας στο Αζερμπαϊτζάν, το οποίο προτιμά αγορές στρατιωτικού εξοπλισμού από την Τουρκία, το Πακιστάν, το Ισραήλ, ακόμη και την Λευκορωσία, αγνοώντας φανερά τη Ρωσία. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του αρμένικου Τύπου, με την πώληση αυτή, οι Ρώσοι θέλουν να «καταστήσουν σαφές, πως αν το Αζερμπαϊτζάν θέλει πραγματικά να δοκιμάσει την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα των ρωσικών όπλων, τότε η Αρμενία μπορεί να προχωρήσει σε μια σχετική επίδειξη»…

Η ηγεσία της χώρας υπό τον παραιτηθέντα Σαρκισιάν ήταν ιδιαίτερα πρόθυμη στη συνεργασία με τη Μόσχα. Μόλις τον περασμένο Δεκέμβριο, το αρμένικο κοινοβούλιο επικύρωσε συμφωνία με τη Ρωσία για την αποδοχή δανεισμού ύψους 100 εκατομμυρίων από τη Μόσχα, με σκοπό την αγορά ρωσικών όπλων, συμφωνία την οποία υπέγραψε ο Σαρκισιάν με την ιδιότητα του προέδρου.

Τον Φεβρουάριο του 2016 η Μόσχα είχε προχωρήσει σε ανάλογη πίστωση ύψους 200 εκατομμυρίων δολαρίων, επίσης για την αγορά ρωσικών όπλων. Αν και τα ποσά δεν είναι μεγάλα για τα μεγέθη του ρωσικού εμπόριου όπλων, ωστόσο, αφενός δεν πετάς μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, αφετέρου - και το σημαντικότερο - δεν ρισκάρεις την απώλεια μιας γεωπολιτικής σταθεράς σε μια ιδιαίτερα ασταθή περιοχή. Και η Μόσχα το γνωρίζει πολύ καλά αυτό.