Κίνδυνο για αναιμική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας βλέπει ο ΣΕΒ στο μηναίο δελτίο του για την οικονομική δραστηριότητα. Απαντώντας το υπουργείο Οικονομικών υπογραμμίζει «αδυναμίες στους ισχυρισμούς» του ΣΕΒ σχετικά με το επιχειρηματικό κλίμα στη χώρα. 

Το υπουργείο υπογραμμίζει ότι η κριτική του δεν βασίστηκε μόνον στις ποσοτικές μακροοικονομικές μετρήσεις της ανταγωνιστικότητας με βάση του δείκτες πραγματικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας (ΠΣΣΙ), αλλά κατέγραψε και την πορεία σειράς άλλων μακροοικονομικών μεγεθών (εξαγωγές, ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, δημόσιο έλλειμμα, απασχόληση - ανεργία, μείωση ιδιωτικών χρεών) που, αντίθετα με τις εκτιμήσεις των ΣΕΒ-WEF, επιβεβαιώνουν την βελτίωση της εθνικής ανταγωνιστικότητας βραχυχρόνια και μακροχρόνια.

Σύμφωνα με τον ΣΕΒ κακώς το υπουργείο επικαλείται την πορεία της Πραγματικής Σταθμισμένης Συναλλαγματικής Ισοτιμίας (ΠΣΣΙ) για να αντικρούσει το WEF γιατί η «έκθεση του WEF στηρίζεται αποκλειστικά σε κρίσεις επιχειρηματικών στελεχών που βιώνουν καθημερινά το ελληνικό επιχειρηματικό περιβάλλον» που «σε τελική ανάλυση είναι ο πλέον αδιάψευστος κριτής για τη βελτίωση ή χειροτέρευση του».

Επιπλέον, ο ΣΕΒ θεωρεί πως η αξιοπιστία των εκτιμήσεων του WEF (την ενημέρωση του οποίου διενεργεί ο ίδιος ο ΣΕΒ) τεκμαίρεται από το γεγονός ότι «η διαχρονική κατάταξη της Ελλάδας στην παγκόσμια ανταγωνιστικότητα με βάση το WEF και την ΠΣΣΙ με βάση το σχετικό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση» επικυρώνοντας έτσι και ανάλογες εκτιμήσεις της πρόσφατης έκθεσης ανταγωνιστικότητας Doing Business της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Στα σχόλια αυτά το υπουργείο απαντά ως εξής:

1. Η κριτική του υπουργείου δεν βασίστηκε μόνον στις ποσοτικές μακροοικονομικές μετρήσεις της ανταγωνιστικότητας με βάση την ΠΣΣΙ, αλλά κατέγραψε και την πορεία σειράς άλλων μακροοικονομικών μεγεθών (εξαγωγές, ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, δημόσιο έλλειμμα, απασχόληση-ανεργία, μείωση ιδιωτικών χρεών) που, αντίθετα με τις εκτιμήσεις των ΣΕΒ-WEF, επιβεβαιώνουν την βελτίωση της εθνικής ανταγωνιστικότητας βραχυχρόνια και μακροχρόνια.

2. Η κριτική του υπουργείου επικαλέστηκε επίσης και ποιοτικές ή μικροοικονομικές μετρήσεις της ανταγωνιστικότητας όπως είναι η πρόσφατη έκθεση του Euro Plus Monitor (Σεπτέμβριος 2017) και οι δείκτες οικονομικού και επιχειρηματικού κλίματος (ΡΜΙ, δείκτες επιχειρηματικών προσδοκιών κλπ). Μάλιστα, επισημάνθηκε πως στην έκθεση του Euro Plus Monitor η Ελλάδα καταλαμβάνει την 20η θέση μεταξύ των 28 χωρών-μελών της ΕΕ σε ανταγωνιστικότητα χωρίς καμία από τις υπόλοιπες 8 που ακολουθούν την Ελλάδα να μην φιγουράρει μετά την 87η θέση κατάταξης του WEF.

3. Στο Δελτίο του το υπουργείο δεν βασίζει τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας στην ΠΣΣΙ με βάση το κόστος εργασίας όπως ισχυρίζεται ο ΣΕΒ, αλλά με βάση τις σχετικές τιμές κατανάλωσης. Και είναι χαρακτηριστικό ότι όλοι οι διεθνείς οργανισμοί καταγράφουν βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.

4. Αλλά ακόμη και με κριτήριο την ΠΣΣΙ με βάση το κόστος εργασίας που εξετάζει ο ΣΕΒ, ο ισχυρισμός ότι, επειδή κινείται στην ίδια κατεύθυνση με τον δείκτη ανταγωνιστικότητας του WEF (σε διάρκεια 15ετίας), επικυρώνει την αξιοπιστία των μετρήσεων του WEF είναι εντελώς αβάσιμος. Για παράδειγμα, ενώ με βάση τον δείκτη ΠΣΣΙ κόστους σημειώνεται βελτίωση της εθνικής ανταγωνιστικότητας από το 2009 έως το 2015, με βάση τον δείκτη WEF βελτίωση έχουμε μόνον από το 2012 έως το 2014, το 2015 έχουμε στασιμότητα και την επόμενη διετία κάμψη ανταγωνιστικότητας (βλ διάγραμμα ΣΕΒ σελ 1) .

5. Όμως ακόμη και στο συγκριτικό αυτό διάγραμμα του ΣΕΒ υπάρχει λάθος. Γιατί η εμφάνιση μείωσης της ανταγωνιστικότητας μετά το 2014 βάσει της ΠΣΣΙ δεν προκύπτει ούτε από τα στοιχεία της Eurostat/ECB που αναφέρει ως πηγή ο ΣΕΒ, ούτε από αυτά της Κομισιόν (Ameco). Συγκεκριμένα, την περίοδο 2014-2017 κι ενώ το WEF δείχνει επιδείνωση της ελληνικής ανταγωνιστικότητας κατά 6 θέσεις, έχουμε βελτίωση της εθνικής ανταγωνιστικότητας τόσο με όρους κόστους εργασίας κατά 5% (Κομισιόν, έναντι 37 χωρών), όσο και με όρους τελικών τιμών κατανάλωσης κατά 3,6% (α’ 9μηνο, Eurostat/ECB, έναντι 42 χωρών). Με άλλα λόγια, ο δείκτης ανταγωνιστικότητας του WEF κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση από αυτόν της Κομισιόν και της Eurostat/ECB για να μην αναφέρουμε πάλι τι λένε σχετικά οι ΟΟΣΑ, ΔΝΤ και ΤτΕ.

6. Το ότι ο ΣΕΒ επιστρατεύει την έκθεση Doing Business της Παγκόσμιας Τράπεζας ως απόδειξη ορθής μέτρησης από το WEF της επιδείνωσης της ανταγωνιστικότητας αποτελεί ατόπημα. Για τον απλό λόγο ότι το Doing Business δεν μετρά την ανταγωνιστικότητα αλλά αξιολογεί τις ρυθμίσεις του επιχειρηματικού περιβάλλοντος όπως το ίδιο τονίζει («The DOING BUSINESS project provides objectives measures of business regulations for local firms in 190 economiesand selected cities at the subnational level».). Αν, εντούτοις επιμένει ο ΣΕΒ στη χρήση του DB για μέτρηση της ανταγωνιστικότητας θα πρέπει να λάβει υπόψη του ότι με κλίμακα 1 ως 100 η Ελλάδα καταλαμβάνει την 35η θέση με βάση το DB, ενώ με βάση το WEF έρχεται 64η στην παγκόσμια κατάταξη, μια τεράστια διαφορά που υποδηλώνει το παράλογο της 87ης θέσης στην οποία κατέταξε το WEF τη χώρα.

7. Όμως, το πιο ενδιαφέρον σχόλιο του ΣΕΒ είναι ότι ο πλέον αδιάψευστος κριτής της ανταγωνιστικότητας είναι οι «κρίσεις επιχειρηματικών στελεχών που βιώνουν καθημερινά το ελληνικό επιχειρηματικό περιβάλλον». Όμως, κάθε επιχειρηματικό στέλεχος αντιλαμβάνεται μόνο ένα μέρος της οικονομικής πραγματικότητας και συγκεκριμένα αυτό που αφορά την επιχείρησή του, ενώ καμία κοινωνική τάξη – βιομήχανοι, έμποροι, εργάτες, αγρότες, επαγγελματίες – δεν μπορεί να έχει πλήρη και αντικειμενική εικόνα της εθνικής οικονομίας. Γι’ αυτό, εξάλλου, μεταξύ άλλων υπάρχουν τα συμβούλια των κοινωνικών εταίρων που διαλέγονται μεταξύ τους και με την κυβέρνηση σε εθνικά θέματα όπως η ανταγωνιστικότητα. Αλλά ας παραβλέψουμε το γεγονός ότι ο αριθμός του δείγματος που χρησιμοποιεί ο ΣΕΒ είναι προβληματικός και ας δούμε τι γινόταν στο παρελθόν σχετικά.

8. Για παράδειγμα, ενώ την περίοδο της ύφεσης 2010-2014 ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής σημείωνε κάμψη -12,2% ο δείκτης οικονομικού κλίματος (ΙΟΒΕ) σημείωνε άνοδο 22,1% και ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στη βιομηχανία (ΙΟΒΕ) σημείωνε άνοδο 24,8%. Αντιθέτως, την περίοδο 2014-2017, ενώ ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής σημείωνε άνοδο 8,7% (Ιαν-Αυγ για 2017), ο δείκτης οικονομικού κλίματος (ΙΟΒΕ) υποχωρούσε κατά -4,5% και ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στη βιομηχανία (ΙΟΒΕ) κατά -2,4% αντίστοιχα (Ιαν-Οκτ για 2017).

9. Άλλο παράδειγμα, είναι οι εκτιμήσεις του κ. Βέττα (Δ/Σ του ΙΟΒΕ) τον Ιούλιο 2015 για ύφεση στην οικονομία τουλάχιστον -2,5% (καλό σενάριο) – άλλοι επιχειρηματικοί σύνδεσμοι εκτιμούσαν -4% έως και -7% ύφεση – με τελική κατάληξη το οριακό -0,2% για το 2015. Το «βίωμα» συνεπώς δεν συνιστά ασφαλή πυξίδα και βεβαίως είναι εσφαλμένος ο ισχυρισμός του ΣΕΒ ότι οι επιχειρηματικές προσδοκίες αποτελούν αδιάψευστο κριτή της ανταγωνιστικότητας και ανάπτυξης της οικονομίας.

10. Τέλος, θα έχει ενδιαφέρον να μάθουμε πως κρίνει ο ΣΕΒ το γεγονός ότι ένας άλλος δείκτης οικονομικού κλίματος, αυτός της ICAP (επί δείγματος 3000 CEO) εμφανίζει για την περίοδο α’ τριμήνου 2015 – γ’ τριμήνου 2017 άνοδο 25,6% όταν για το ίδιο διάστημα ο δείκτης οικονομικού κλίματος του ΙΟΒΕ σημειώνει άνοδο μόλις 1,7%.

Η ανακοίνωση του ΣΕΒ 

Η οικονομική δραστηριότητα κατά το 3ο τρίμηνο του 2017 παρουσίασε αξιόλογες επιδόσεις, οι οποίες φαίνεται να διατηρούνται, με μία μικρή κάμψη, και κατά το 4ο τρίμηνο του έτους. H Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις Φθινοπωρινές Προβλέψεις της αναθεώρησε προς τα κάτω την εκτίμηση για τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ, τοποθετώντας τον στο +1,6%, από +1,8% σύμφωνα με τις προηγούμενες προβλέψεις της, ενώ για το 2018 εξακολουθεί να προβλέπει ανάπτυξη +2,5%. Η εκτίμηση για αύξηση του ΑΕΠ κατά +1,6% το 2017 βασίζεται σε αύξηση της ιδιωτικής και δημόσιας κατανάλωσης κατά +0,9%, των επενδύσεων κατά +5,1%, των εξαγωγών κατά +6,8% και των εισαγωγών κατά +6%. Σημειώνεται ότι, οι αρχικές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ελληνικής Κυβέρνησης (Προϋπολογισμός 2017) έκαναν λόγο για ρυθμό ανάπτυξης +2,7% το 2017, όμως η καθυστέρηση της αξιολόγησης του προγράμματος προσαρμογής κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους είχε ως αποτέλεσμα την επιβράδυνση της ανάκαμψης.  

Ειδικότερα:

  • Η βιομηχανική παραγωγή στη μεταποίηση πλην πετρελαιοειδών ενισχύθηκε κατά +3,3% τον Σεπτέμβριο του 2017, επιπλέον αύξησης +0,8% τον Σεπτέμβριο του 2016, ενώ συνολικά κατά το 3ο τρίμηνο του έτους εμφανίζει άνοδο +4% (+4,7 το 3ο τρίμηνο του 2016) και κατά το διάστημα Ιαν – Σεπ 2017 +3,1% (+3,6% το αντίστοιχο διάστημα το 2016), με τους περισσότερους κλάδους της μεταποίησης να κινούνται ανοδικά.
  • Οι εξαγωγές αγαθών πλην καυσίμων και πλοίων σημείωσαν αύξηση για 5ο συνεχόμενο μήνα τον Σεπτέμβριο του 2017 (+1,2%), ωστόσο ο ρυθμός μεταβολής περιορίστηκε σημαντικά σε σύγκριση με τους προηγούμενους μήνες, ενώ σε όρους όγκου καταγράφεται μείωση (-1,2%).  Συνολικά, κατά το διάστημα Ιαν – Σεπ 2017 οι εξαγωγές χωρίς καύσιμα και πλοία κατέγραψαν άνοδο +6,4% σε αξία και +2,9% σε όγκο, με τις περισσότερες κατηγορίες προϊόντων να κινούνται σε θετικό έδαφος, ενώ η σημαντική διόγκωση που εμφανίζει το συνολικό εμπορικό έλλειμμα (από -€13,6 δισ. το διάστημα Ιαν-Σεπ 2016 σε -€16,1 δισ. το αντίστοιχο διάστημα το 2017), οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στις εισαγωγές πλοίων (€2,4 δισ. έναντι €1,4 δισ. το αντίστοιχο διάστημα του 2016), καθώς επίσης και στην άνοδο των τιμών καυσίμων, η οποία συνέβαλε στη διεύρυνση του ελλείμματος στο ισοζύγιο καυσίμων. 
  • Oι εισπράξεις από τον τουρισμό παρουσιάζουν βελτίωση, προσεγγίζοντας τα επίπεδα του 2015 (€10,5 δισ. το διάστημα Ιαν – Αυγ 2017, από €9,7 δισ. το αντίστοιχο διάστημα το 2016 και €10,6 το 2015), ενώ παράλληλα οι εισπράξεις από μεταφορές ανακάμπτουν μετά από την πτώση που προκάλεσε η επιβολή των capital controls, παραμένοντας όμως σημαντικά χαμηλότερα από το επίπεδο του 2015 (€5,9 δισ. το διάστημα Ιαν – Αυγ 2017, από €4,9 δισ. το αντίστοιχο διάστημα του 2016 και €7,5 δισ. το 2015).
  • Ο όγκος λιανικών πωλήσεων πλην καυσίμων σημείωσε επίσης άνοδο τον Αύγουστο του 2017 (+0,3%) για πέμπτο συνεχόμενο μήνα. Ο ρυθμός αύξησης, ωστόσο, παρουσιάζει αποδυνάμωση σε σύγκριση με τους προηγούμενους μήνες (+3,2% τον Ιούλιο του 2017 και +2,4% το 1ο εξάμηνο του 2017), κυρίως λόγω της πτώσης του όγκου λιανικών πωλήσεων στα καταστήματα ειδών διατροφής (-1,3% τον Αύγουστο του 2017, έναντι αύξησης +1,3% τον Ιούλιο του 2017 και +1,5% το 1ο εξάμηνο του 2017). Συνολικά, κατά το διάστημα Ιαν – Αυγ 2017, ο δείκτης όγκου λιανικών πωλήσεων πλην καυσίμων εμφανίζει αύξηση +2,2%, έναντι μείωσης -0,6% το αντίστοιχο διάστημα το 2016, με όλες τις κατηγορίες καταστημάτων να καταγράφουν άνοδο, εκτός από τα εξειδικευμένα καταστήματα τροφίμων (οπωροπωλεία, ιχθυοπωλεία, ζαχαροπλαστεία, αρτοπωλεία κλπ), όπου ο όγκος πωλήσεων μειώθηκε κατά -2,8%, καταδεικνύοντας μετατόπιση των καταναλωτών σε supermarkets (+2,3%) για την αγορά τροφίμων ενώ και στα καύσιμα σημειώθηκε πτώση -2,1%.
  • Παρά τις αυξημένες φορολογικές υποχρεώσεις, οι καταθέσεις των νοικοκυριών σημείωσαν άνοδο για τέταρτο συνεχόμενο μήνα τον Σεπτέμβριο του 2017, παρουσιάζοντας μηνιαία ροή +€190 εκατ., ενώ  πλέον έχει υπερκαλυφθεί η εκροή που σημειώθηκε από τον Ιούλιο του 2015, όταν επιβλήθηκαν τα capital controls, καθώς η σωρευτική μεταβολή είναι θετική κατά +€894 εκατ.
  • Η πορεία των ληξιπρόθεσμων οφειλών ιδιωτών προς το δημόσιο συνεχίζει να ομαλοποιείται τον Σεπτέμβριο του 2017 (€706 εκατ. νέες οφειλές, έναντι €1,1 δισ. τον προηγούμενο μήνα και €1,4 δισ. το Σεπτέμβριο 2016), ενώ από την αρχή του έτους ανήλθαν σε €9,3 δισ. (εκ των οποίων €7,3 δισ. φορολογικές οφειλές). Παράλληλα, υποχωρούν και οι οφειλές του δημοσίου (€3,6 δισ. τον Σεπτέμβριο του 2017 από €4 δισ. τον προηγούμενο μήνα) κυρίως λόγω πληρωμής εφάπαξ συνταξιοδοτούμενων δημοσίων υπαλλήλων, ενώ οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων μειώθηκαν σε €931 εκατ. το Σεπτέμβριο του 2017, από €2,1 δισ. τον Αύγουστο του 2017 και €1,4 δισ. το Σεπτέμβριο του 2016.
  • Το ποσοστό ανεργίας συνέχισε να μειώνεται τον Αύγουστο του 2017 και διαμορφώθηκε σε 20,6%, έναντι 20,9% τον προηγούμενο μήνα και 23,4% τον Αύγουστο του 2016, με τον αριθμό των ανέργων να υποχωρεί σε επίπεδο κάτω του ενός εκατ. (984,5 χιλ.) για πρώτη φορά από τον Οκτώβριο του 2011. 

Ταυτόχρονα όμως,

  • Η άνοδος του οικονομικού κλίματος από τον Μάιο του 2017 ανακόπηκε τον Οκτώβριο του 2017, με τον σχετικό δείκτη να υποχωρεί στις 98,3 μονάδες και να επιστρέφει στο επίπεδο του Ιουλίου του 2017. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλε κυρίως η επιδείνωση των επιχειρηματικών προσδοκιών στις κατασκευές και δευτερευόντως στη βιομηχανία, ενώ αντίθετα στο λιανικό εμπόριο οι προσδοκίες των επιχειρήσεων κινήθηκαν θετικά. Σημειώνεται ότι τον Σεπτέμβριο του 2017, ο δείκτης οικονομικού κλίματος είχε ξεπεράσει το επίπεδο των 100 μονάδων (100,6 μονάδες) για πρώτη φορά από τον Δεκέμβριο του 2014.
  • Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης παρουσίασε επίσης μικρή κάμψη τον Οκτώβριο του 2017 και διαμορφώθηκε στις -54 μονάδες, από -53,7 τον προηγούμενο μήνα και -63,6 τον Οκτώβριο του 2016. Οι εκτιμήσεις των νοικοκυριών για την οικονομική τους κατάσταση και τη γενικότερη οικονομική κατάσταση δεν μεταβάλλονται σημαντικά, ενώ σταδιακή αποκλιμάκωση εμφανίζει το ποσοστό των νοικοκυριών που εκτιμούν ότι η ανεργία θα αυξηθεί (61%, έναντι 78% τον Οκτώβριο του 2016).

Επιπρόσθετα, σε διαρθρωτικό επίπεδο, η Ελλάδα υποχώρησε κατά 6 θέσεις (στην 67η από την 61η πέρυσι) στην κατάταξη της Παγκόσμιας Τράπεζας «Doing Business 2018», με τις διαδικασίες μεταγραφής ακινήτων, την εφαρμογή των συμβάσεων, την πρόσβαση σε χρηματοδότηση και την πληρωμή φόρων να παραμένουν για το 2018 οι περισσότερο προβληματικοί τομείς στο επιχειρείν. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, η Ελλάδα βελτίωσε σημαντικά τις διαδικασίες έναρξης επιχείρησης, όμως στους υπόλοιπους επιμέρους δείκτες σημείωσε επιδείνωση ή στασιμότητα, με τις χειρότερες επιδόσεις να εξακολουθούν να επικεντρώνονται στην εφαρμογή των συμβάσεων, καθώς ο μέσος χρόνος που απαιτείται για την επίλυση μιας διαφοράς ανέρχεται στις 1.580 ημέρες.