Η ακούσια νοσηλεία πάντα αποτελούσε ένα αμφιλεγόμενο θέμα στην ψυχιατρική, λόγω των περιορισμών που επιβάλλει στα δικαιώματα των ψυχικά πασχόντων, λόγω της στέρησης της ελευθερίας και της αυτονομίας τους, της προσβολής της αξιοπρέπειάς τους και του στιγματισμού των ίδιων και των οικογενειών τους. 

H «Μελέτη ακούσιων νοσηλειών στην Αθήνα» (Μ.Α.Ν.Α) είναι ένα ερευνητικό πρόγραμμα (2011-2016), το οποίο υλοποιείται από την ΕΠΑΨΥ και το Πάντειο Πανεπιστήμιο υπό την επιστημονική ευθύνη του Ψυχίατρου-Ψυχαναλυτή και Καθηγητή Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Στέλιο Στυλιανίδη. Η διεπιστημονική ερευνητική ομάδα αποτελείται από τους: Λίλη-Ευαγγελία Πέππου, Νεκτάριο Δρακωνάκη, Αιμιλία Πανάγου, Κυριάκο Σουλιώτη, Κυριακή Τσίκου, Γεωργία-Όλγα Ιατροπούλου, Νικόλαο Νακόπουλο, Σοφία Νικολαϊδη.

Το πρόγραμμα περιλαμβάνει διάφορες υπό-έρευνες για την πολύπλευρη κατανόηση του ζητήματος (π.χ. τη διετή έκβαση τα ακούσιας νοσηλείας, την υποκειμενική άποψη των ακούσια νοσηλευόμενων ασθενών σχετικά με την καταναγκαστική φύση της νοσηλείας, τις στάσεις των επαγγελματιών ψυχικής υγείας απέναντι στην ψυχική ασθένεια και την ακούσια νοσηλεία, τη χρήση της μηχανικής καθήλωσης, κ.ά.). Η προσπάθεια αυτή έχει ως απώτερο στόχο να αναδειχτεί το ζήτημα των ακούσιων νοσηλειών σε θέμα υψίστης σημασίας στην ατζέντα της πολιτικής για την ψυχική υγεία.

Είναι ενδεικτικό ότι το 2011, τo 57,4% των νοσηλειών του ΨΝΑ ήταν ακούσιες,  με το 69,8% αυτών να ενεργοποιούνται από συγγενικά πρόσωπα και το 30,2% να εκτελούνται αυτεπάγγελτα. Στο 55% των περιπτώσεων ακούσιας νοσηλείας στο Ψ.Ν.Α., αιτία ενεργοποίησής της είναι η «επιθετικότητα» και στο 34,2% η «ασυνέχεια στην φαρμακευτική αγωγή», παράγοντες οι οποίοι δεν αποτελούν απαραίτητα στοιχεία ψυχοπαθολογίας του ατόμου, αλλά συχνά αποδίδονται στην αντίληψη του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος, στα κενά στην περίθαλψη και σε έλλειμμα συνέχειας στη φροντίδα στην κοινότητα.

Ωστόσο, ανησυχία προκαλεί το εύρημα πως από το 2012 και μετά το ποσοστό των ακούσιων νοσηλειών αυξάνεται ραγδαία: από 56,6% το 2012  σε 63,5% το 2013 και 74,5% το 2014! Όσον αφορά δε τα περιοριστικά μέτρα στην αναγκαστική νοσηλεία, σχετική έρευνα σε ένα Τμήμα Ψυχιατρικού Νοσοκομείου και σε ένα Ψυχιατρικό Τμήμα Γενικού Νοσοκομείου στην Αττική τον Νοέμβριο του 2015 κατέδειξε ότι το 25% των ασθενών αυτών καθηλώθηκε μηχανικά κατά τη νοσηλεία του. Σημειώνεται ότι το «ανοικτό» ή «κλειστό» Τμήμα δεν φαίνεται να επηρεάζει τα παραπάνω, ενώ, αντίθετα, η έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού, το έλλειμμα κατάλληλης εκπαίδευσης  και η δυσκολία εφαρμογής τεχνικών αποκλιμάκωσης, φαίνεται να επηρεάζουν τη χρήση αυτού του καταναγκαστικού μέτρου σε ασθενείς.

Τα αποτελέσματα αυτά, πέραν της ποσοτικής αύξησης των αναγκαστικών νοσηλειών και αυτής των μηχανικών καθηλώσεων στα ψυχιατρικά τμήματα, αναδεικνύουν δομικές δυσλειτουργίες σε όλο το «σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας» στη χώρα μας. Ενδεικτικά, αναφέρεται η πλημμελής ή μη εφαρμογή του νόμου περί αναγκαστικών νοσηλειών, ο «κοινωνικός αυτοματισμός» μεταξύ ψυχιατρικού και δικαστικού συστήματος, ώστε να προκρίνεται ως μέσο ρουτίνας η «λύση» της αναγκαστικής νοσηλείας, το έλλειμμα συνέχειας της φροντίδας και των κοινοτικών δομών ψυχιατρικής φροντίδας, ο κατακερματισμός και ο χαμηλού επιπέδου συντονισμός μεταξύ των υπηρεσιών, καθώς και η ανεπαρκής εκπαίδευση των επαγγελματιών ψυχικής υγείας.

Στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα σχέδιο νόμου για τη διοικητική μεταρρύθμιση και αποκέντρωση των δομών ψυχικής υγείας, χωρίς ωστόσο να υπάρχει στρατηγικός εθνικός σχεδιασμός.  Όσον αφορά τη διακήρυξη του Υπουργού Υγείας που περιλαμβάνει τις βασικές αρχές της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, όπως η προσπάθεια εξεύρεσης συναινέσεων και η εγκατάλειψη της ασυλικής περίθαλψης προς όφελος της κοινοτικής ψυχιατρικής φροντίδας, πρόκειται για μια γενική διατύπωση ενός προγραμματικού λόγου. Για το λόγο αυτό,  αναφέρεται  παρακάτω μια σειρά από ειδικές παρατηρήσεις με πιο σημαντική, την ψήφιση του νομοσχεδίου για την οργάνωση του συστήματος με αναγκαίες διορθώσεις  που θα το καθιστούν πιο λειτουργικό, αποτελεσματικό και λιγότερο γραφειοκρατικό.

Το νομοσχέδιο κινείται προς μία κατεύθυνση εκδημοκρατισμού και αποκέντρωσης του συστήματος, υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορέσει να υπάρξει δυνατότητα στελέχωσης, υποστήριξης, λειτουργικών εξόδων, με πρόβλεψη εθνικών πόρων ή πόρων από το ΕΣΠΑ. Έχει τεράστια σημασία παρόλα αυτά, ποια άτομα θα αναλάβουν τη στελέχωση αυτού του αποκεντρωμένου συστήματος.

Πέρα όμως από τα παραπάνω, τα κενά τα οποία αναδεικνύει η έρευνα δεν περιορίζονται στο θέμα θεραπευτικής διαχείρισης των ασθενών, αλλά επεκτείνονται στο ζήτημα της παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων τους.

Ο νόμος 2071/92, που αναμόρφωσε εξ ολοκλήρου τον θεσμό της ακούσιας νοσηλείας, ήταν ένας δημοκρατικός νόμος υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα εφαρμόζεται. Οι νεοτερισμοί του νόμου, στην πράξη, φάνηκαν εξαιρετικά δύσκολα αφομοιώσιμοι, τόσο από τη Διοίκηση και τη Δικαιοσύνη όσο και από τους ίδιους τους ψυχιάτρους. Οι αντιδράσεις από το ’92 μέχρι σήμερα, κινήθηκαν σε μια ελάχιστα εναρμονισμένη κατεύθυνση με το νέο σύστημα, κυρίως σε ό,τι αφορά την τήρηση των αυστηρών προθεσμιών για τη στέρηση ελευθερίας ενός ατόμου. Η διοικητική αυτή πρακτική εξελίσσεται ερήμην του νόμου και σε βάρος πάντα, των δικαιωμάτων του ατόμου. Και έτσι η αυτονόητη σε ένα κράτος δικαίου αρχή ότι κανείς δεν στερείται την ελευθερία του χωρίς μία σοβαρή δίκη έφτασε, στην πράξη, να είναι ζητούμενο στη χώρα μας.

Την ίδια δε στιγμή κατά την οποία η νέα τάση που διαμορφώνεται στα συστήματα υγείας των αναπτυγμένων χωρών θέλει τους ασθενείς να συμμετέχουν ενεργά όχι μόνο στις αποφάσεις που τους αφορούν σε ατομικό επίπεδο αλλά και ευρύτερα στον σχεδιασμό της πολιτικής υγείας, γίνεται αντιληπτό ότι στην περίπτωση των ψυχικά πασχόντων η χώρα μας εμφανίζει ένα σημαντικό έλλειμμα δημοκρατίας.

Αυτό διότι, δυστυχώς, λόγω της έντασης του φαινομένου, η εξήγηση η οποία μπορεί να δοθεί για την ως άνω διαχείριση δεν εξαντλείται στα επιβεβαιωμένα κενά του συστήματος υγείας (σε οικονομικούς πόρους, υποδομές, εξειδίκευση κ.λπ.), αλλά οφείλει να λάβει υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των συγκεκριμένων ασθενών, όπως π.χ. η (μη) δυνατότητά τους για άσκηση πίεσης, διεκδίκηση δικαιωμάτων, παρεμβάσεις στην χάραξη πολιτικής υγείας κ.ά. Για τον λόγο αυτό, η ερευνητική ομάδα αναφέρεται σε έλλειμμα Δημοκρατίας στην Υγεία, υπό την έννοια ότι τόσο κατά τη λήψη αποφάσεων σε ατομικό επίπεδο όσο και κατά τον συνολικό σχεδιασμό της πολιτικής για την ψυχική υγεία, η παρουσία και εκπροσώπηση των ασθενών, αντίστοιχα, είναι υποτυπώδης ή/και προσχηματική.

Υπό το πρίσμα αυτό, η ερευνητική ομάδα θεωρεί ότι η επέκταση μιας τέτοιας έρευνας, η οποία αναδεικνύει την επιστημονική, θεραπευτική, ηθική και πολιτική διάσταση του προβλήματος και σε άλλες Νότιες Ευρωπαϊκές χώρες (Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία) που μαστίζονται από την κρίση σε σύγκριση με την υπάρχουσα κατάσταση της υπόλοιπης Ευρώπης, είναι απαραίτητη για την ανάδειξη όλων των πτυχών του ζητήματος αλλά και την αναζήτηση βέλτιστων πρακτικών. Μια τέτοια προοπτική ελπίζουμε ότι θα στηριχθεί ενεργά από τους Έλληνες και ξένους προοδευτικούς Βουλευτές, Ευρωβουλευτές και θεσμικούς παράγοντες.

Ίσως αξίζει να σκεφτούμε συλλογικά ξανά το πρόσταγμα του FRANCO BASAGLIA: «Ενάντια στην απαισιοδοξία της λογικής, για την αισιοδοξία της πράξης».

1. Για το ζήτημα της Δημοκρατίας στην υγεία βλ. ενδεικτικά: Σουλιώτης Κ. (επιμ.): «Δημοκρατία, Πολίτες και Πολιτική Υγείας. Συμμετοχή στη Λήψη Αποφάσεων - Ομάδες Πίεσης και Συμφερόντων - Σύλλογοι Ασθενών», Εκδόσεις Παπαζήσης, Αθήνα 2014, ενώ ειδικά για τα δικαιώματα των ψυχικά πασχόντων: Στυλιανίδης Σ. (επιμ.): «Ενδυνάμωση και συνηγορία. Για μια δημοκρατία της ψυχικής υγείας», Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2016.

* Το κείμενο υπογράφουν

  • Στέλιος Στυλιανίδης, Ψυχίατρος-Ψυχαναλυτής, Καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Επιστημονικός Σύμβουλος ΕΠΑΨΥ
  • Λίλη-Ευαγγελία Πέππου, Ψυχολόγος, ΕΠΑΨΥ
  • Κυριάκος Σουλιώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Υγείας, Σχολή Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου