Ποιος και πόσο πληρώνει τους πολέμους, εκείνους που έγιναν, εκείνους που συνεχίζονται και εκείνους που... έρχονται; Τα ερωτήματα και οι απαντήσεις αποκτούν μια ιδιαίτερη διάσταση σε συνδυασμό με τις αποκαλύψεις από τα «Έγγραφα του Παραδείσου» που φανερώνουν τη μαζική και συστηματική φοροαποφυγή των υπερπλουσίων εις βάρος των μικρομεσαίων αλλά και των φτωχών στρωμάτων, τους οποίους κατά τα άλλα θέλουν να ελαφρύνουν οι υπέρμαχοι της επιχειρηματικής αριστείας.

Τρεις φορές περισσότερο από τις επίσημες εκτιμήσεις έχουν στοιχίσει στις ΗΠΑ και στον Αμερικανό φορολογούμενο οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν, τη Συρία και το Ιράκ, σύμφωνα με τη νέα μελέτη, της οποίας τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα “The Wall Street Journal”, και ανεβάζει τις συνολικές δαπάνες στο αστρονομικό ποσό των 5,6 τρισεκατομμυρίων δολαρίων έναντι μόλις... 1,5 τρισεκατομμυρίων που υπολόγισε το Πεντάγωνο στην τελευταία έκθεσή του. Τα νούμερα αφορούν τις δαπάνες για τα οικονομικά έτη 2001 έως 2018.

Η μελέτη του Ινστιτούτου Watson του Πανεπιστημίου Brown αποτυπώνει όχι μόνο τις στρατιωτικές δαπάνες, αλλά και το κόστος περίθαλψης των τραυματιών, τη «δωρεάν» στρατιωτική βοήθεια σε άμεσα και έμμεσα εμπλεκόμενες χώρες και στρατηγικούς συμμάχους, τα έξοδα για την ενίσχυση της εσωτερικής ασφάλειας των ΗΠΑ, τα αυξημένα έξοδα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ αλλά και τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει για το μέλλον η ομοσπονδιακή κυβέρνηση για τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας». Για το οικονομικό έτος 2018 οι υπολογισμοί έγιναν με βάση τα χρήματα που έχουν ζητήσει από το Κογκρέσο τα υπουργεία και οι υπηρεσίες που εμπλέκονται.

Πόσο στοιχίζει λοιπόν ο πόλεμος; Σύμφωνα με τα στοιχεία του Πενταγώνου κάθε Αμερικανός πληρώνει για τα 17 χρόνια αυτών των πολέμων 7.740 δολάρια, ενώ η καινούργια μελέτη ανεβάζει το κατά κεφαλήν κόστος σε 23.386 δολάρια. Σε αυτή την αριθμητική του πολέμου δεν υπολογίζονται βέβαια οι ανθρώπινες απώλειες και καταστροφές στις χώρες όπου γίνονται οι πόλεμοι, τα προσφυγικά κύματα, η μόλυνση του περιβάλλοντος, η σπατάλη φυσικών πόρων κ.λπ.

Ορισμένα από από αυτά θα χρεωθούν στους προϋπολογισμούς άλλων, εκτός ΗΠΑ, και πολλά δεν αποτυπώνονται σε αριθμούς. Σε κάθε περίπτωση όμως εκείνοι που φοροαποφεύγουν δεν χρηματοδοτούν τους πολέμους στον βαθμό που τους αναλογεί. Αντίθετα, μέσω των κερδοσκοπικών funds, μπορούν να ποντάρουν σε «ευκαιρίες» που φέρνουν οι πόλεμοι, π.χ. για αμυντικές, φαρμακευτικές, κατασκευαστικές κ.λπ. εταιρείες.

Υ.Γ. Οι συγγραφείς της μελέτης σημειώνουν ότι δεν συνυπολογίζουν τους τόκους των δανείων με τα οποία επιβαρύνεται το αμερικανικό Δημόσιο προκειμένου να συνεχίζει να χρηματοδοτεί τους πολέμους.

Πηγή: Η Αυγή