«Έχω πει επανειλημμένως ότι αυτή η υπόθεση του χρέους της Γερμανίας προς την Ελλάδα, πρέπει να περάσει στα χέρια του ελληνικού λαού. Πρέπει να δημιουργηθούν οργανώσεις σε ολόκληρη την Ελλάδα, οι οποίες θα διεκδικούν το δίκαιο. Αυτό που δικαιούμαστε. Δεν ζητάμε τίποτα παραπάνω από το δίκαιό μας. Δεν επαιτούμε. Απαιτούμε και αξιώνουμε να μας δώσουν οι Γερμανοί αυτά που μας οφείλουνε, και που τα έχουν δώσει σε όλα τα άλλα κράτη εκτός από την Ελλάδα!» ο ήρωας της Εθνικής Αντίστασης Μανόλης Γλέζος, εξηγεί στην Κρυσταλία Πατούλη, όλα τα ζητήματα γύρω από το χρέος της Γερμανίας προς την Ελλάδα, με αφορμή το νέο του βιβλίο «Και ένα μάρκο να ήταν…», συμμετέχοντας στην ακτιβιστική Έρευνα για την Κρίση που δημοσιεύεται στο tvxs από το 2010.

Μ.Γλ.: Το κίνητρο που με οδήγησε να γραφτεί το βιβλίο είναι η επικαιροποίηση του θέματος και μία σύγχυση που υπάρχει γύρω από τις οφειλές της Γερμανίας προς την Ελλάδα.
 
Κρ.Π.: Δηλαδή;
 
Μ.Γλ.: Δεν είναι ξεκαθαρισμένο απολύτως το θέμα. Κατά τη γνώμη μου, ένα τμήμα του πληθυσμού της χώρας γνωρίζει, αλλά ένα άλλο, που είναι και το μεγαλύτερο, δεν το γνωρίζει.

Γιατί μας οφείλει η Γερμανία, και τι ακριβώς μας οφείλει είναι η μία πλευρά. Και το γιατί δεν μας τα έχει δώσει ως τώρα, είναι η άλλη πλευρά.

Ας εξετάσουμε πρώτα το θέμα «Τί μας οφείλει η Γερμανία;».

Επειδή όμως, υπάρχουν προβλήματα ορολογίας εδώ, και γίνεται αρκετή σύγχυση, πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε.

Όταν ένα κράτος νικήσει ένα άλλο κράτος, όλα εκείνα τα υλικά που σχετίζονται με τα θέματα της διεξαγωγής του πολέμου, κατάσχονται, και δικαιωματικά, σύμφωνα με τους διεθνής νόμους, ανήκουν στο κράτος – κατακτητή.

Δηλαδή, ότι συλληφθεί, για παράδειγμα, από το κράτος που κάνει την κατοχή μιας χώρας, σχετικά με τα όπλα που θα βρει από το στρατό που θα κατακτήσει, αλλά και τα όπλα που βρίσκονται στα εργοστάσια ή στις αποθήκες του κράτους, ή και ένα εργοστάσιο κατασκευής πυρομαχικών ή όπλων, όλα αυτά θεωρούνται λάφυρα πολέμου, και δεν έχουν σχέση με τα προβλήματα των οφειλών που συζητάμε τώρα.

Εν ολίγοις, ότι βρήκαν οι Γερμανοί σε όπλα ή σε πυρομαχικά από τις ελληνικές αποθήκες ή από εργοστάσια που παρήγαγαν πυρομαχικά (όπως το περίφημο Μπαρουτάδικο), ήταν λάφυρα πολέμου και δικαιωματικά ανήκουν στον κατακτητή, οπότε, δεν υπολογίζονται στα θέματα των οφειλών προς το άλλο κράτος, από τη στιγμή που λήγει ένας πόλεμος. Δεν συζητάμε, λοιπόν, γι’ αυτά και πρέπει να διαλυθεί η σύγχυση που υπάρχει σχετικά με αυτό το θέμα.

Οι οφειλές τις Γερμανίας προς την Ελλάδα, είναι δύο κατηγοριών: Οφειλές προς το Δημόσιο και οφειλές προς τους πολίτες. Είναι, μία διαχωριστική γραμμή, η οποία πρέπει ευκρινώς να την ξεκαθαρίσουμε.

Τις οφειλές προς το Δημόσιο τις ονομάζουμε γενικά «επανορθώσεις» και τις άλλες «αποζημιώσεις προς τους πολίτες».

Οι «επανορθώσεις», που είναι το κύριο θέμα, δημιουργήθηκαν από τη στιγμή που η Γερμανία επενέβη στην οικονομία της χώρας μας, και άρπαξε, λήστεψε, και στην ουσία την κατέστρεψε.

Τα μέτρα, λοιπόν, που πήρε τότε η κυβέρνηση της Γερμανίας, ο κατοχικός στρατός, είναι τα εξής:

Μόλις μπήκε μέσα ο γερμανικός στρατός, ακολουθούσε ένα συνεργείο οικονομολόγων που είχε σχεδιάσει από πριν, το τι θα κάνει στην Ελλάδα. Και το πρώτο μέτρο τους ήταν:

Το 51%  όλων των μετοχών, όλων των κρατικών επιχειρήσεων (των λεγόμενων ΔΕΚΟ) και όλων των μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων, εμπορικών και βιομηχανικών και όλων των τραπεζών, αμέσως να περνάνε στα χέρια των γερμανών.

Όπως είναι γνωστό από την οικονομία, ακόμα και το 15% των μετοχών να έχει κάποιος σε μία επιχείρηση, κανονίζει όλη την επιχείρηση. Εδώ, όμως, δεν πρόκειται για το 15%. Πρόκειται για το 51%!

Οπότε, γίνεται αντιληπτό, ό,τι όλη η οικονομία της χώρας πέρασε στα χέρια των Γερμανών. Αυτό, είναι μια πρώτη ληστεία.

Και πάμε σε μία δεύτερη ληστεία:

Αναβίωσαν την Οθωμανική «δεκάτη» και την εφάρμοσαν όσο μπορούσαν καλύτερα: Το 10% της αγροτικής παραγωγής υποχρεωτικά περνούσε αμέσως στα χέρια τους, χωρίς κανένα αντάλλαγμα. 

Μια τρίτη ληστεία, ήταν η εξής:

Υπήρχε μία διάταξη της Χάγης, που έλεγε ότι ο λαός μιας χώρας ο οποίος έχει κατακτηθεί, υποχρεούται να διατρέψει τον στρατό κατοχής. Το 1907, όμως, ύστερα από επεμβάσεις ανθρωπιστικών οργανώσεων τέθηκε μία ακροτελεύτια φράση, η οποία έλεγε: «Εάν δύναται». Δηλαδή, να τους διατρέφει, αλλά, εάν δύναται!

Για να δούμε, λοιπόν, αυτό το «εάν δύναται», εδώ στην Ελλάδα:

Το εκστρατευτικό σώμα της στρατιάς του Βίλχεμ Φον Λιστ που κατέκτησε τη χώρα, το αποτελούσαν 500.000 στρατός. Ακολούθησαν και 250.000 του στρατού της Ιταλίας που ήταν στην Αλβανία, οπότε σύνολο ήταν 750.000. Ακολούθησε και το πρώτο σώμα στρατού της Βουλγαρίας, που ήταν 60.000, και φτάνουμε στο σύνολο 810.000 στρατού!

Ήταν δυνατόν ο ελληνικός λαός να διαθρέψει 810.000 στρατό; Και επιπλέον, όλων αυτών, υποχρεώθηκε μόνο η Ελλάδα, κατ’ εξαίρεση όλων των άλλων εθνών που είχαν κατακτήσει οι Γερμανοί, να διατρέφει και το εκστρατευτικό σώμα της Γερμανίας που πολεμούσε στην Αφρική (για το οποίο αγνοώ τον ακριβή αριθμό του).

Άρα, δεν μπορούσε να πληρώσει αυτή την υποχρέωση. Δεν ήταν δυνατόν. Και γι’ αυτό οι Γερμανοί, που ήταν πάντοτε νομότυποι και ήθελαν να είναι εντάξει με τους νόμους της Χάγης, άρα και με το «εάν δύναται», έκαναν (μαζί με τους Ιταλούς, βέβαια) τον εξής… λογαριασμό:

Ότι είναι παραπάνω (κάτι που οι ίδιοι το καθόριζαν) από το «εάν δύναται», μετατρέπεται σε δάνειο της Ελλάδας, προς τη Γερμανία και την Ιταλία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δημιουργήθηκε και το αναγκαστικό δάνειο.

Μία άλλη σύγχυση που υπάρχει, είναι αυτό που λέγεται ότι οι Γερμανοί κατέσχεσαν τον χρυσό που υπήρχε στην Τράπεζα της Ελλάδος. Αυτό είναι λάθος.

Η κυβέρνηση της 4ης Αυγούστου, πήρε όλο το χρυσό (δεν άφησε ούτε μια ουγγιά!), μαζί με την ντροπή της, φεύγοντας προς τη Μέση Ανατολή, μετά Αφρική και μετά Αγγλία.

Αντ’ αυτού, τί βρήκε όμως η Γερμανία;

Βρήκε όλα τα κέρματα τα ασημένια, τα νικέλινα, τα χάλκινα, κλπ., τα οποία τα κατέσχεσε, τα έλιωσε, και πήρε γύρω στους 77 τόνους χαλκό, 19 τόνους νικέλιο, 9 τόνους ασήμι και διάφορα άλλα πολύτιμα, και για όλα αυτά μας έδωσε 109 χρυσές λίρες Αγγλίας, για να μην… έχουμε παράπονο ότι δεν μας πληρώνει!

Άλλο πράγμα που έκανε:

Όλοι οι Γερμανοί στρατιώτες, ήταν εφοδιασμένοι με το πλαστό κατοχικό χαρτονόμισμα, το οποίο, συνήθως, ήταν πενηντάρικο. Με αυτό το πενηντάρικο έτρωγαν στα εστιατόρια, πήγαιναν στα καφενεία, αγόραζαν ότι ήθελαν από τα περίπτερα, έμπαιναν γενικά στα καταστήματα, αγόραζαν και πλήρωναν με αυτά τα «λεφτά».

Οι Έλληνες, λοιπόν, δεν καταλάβαιναν τι έγραφαν τα γοτθικά γράμματα, έβλεπαν μόνο τον αριθμό «50» και καταλάβαιναν ότι είναι ένα πενηντάρικο. Την άλλη μέρα που πήγαν στις Τράπεζες για να εισπράξουν την αντιστοιχία του σε δραχμές, το πήραν οι υπάλληλοι της Τράπεζας, και ανέλαβαν τα ανώτερα κλιμάκια, για να δουν τι είναι ακριβώς αυτό το χαρτονόμισμα, δηλαδή, τι αντιπροσωπεύει.

Τους είχαν πει, τότε, απ’ ότι θυμάμαι, ότι ένα μάρκο αντιστοιχούσε σε μία δραχμή. Εξέτασαν, λοιπόν, το τραπεζογραμμάτιο για να δούνε ποια τράπεζα το έχει εκδώσει. Έγραφε επάνω, ότι το έχει εκδώσει η Reichs Credit Kassensheine, ένα κρατικοπιστωτικό ίδρυμα.

Ανοίξανε, λοιπόν, τον κατάλογο των τραπεζών, και δεν αναφερότανε στον κατάλογο των τραπεζών,το Reichs Credit Kassensheine, δηλαδή, αυτό το συγκεκριμένο κρατικοπιστωτικό ίδρυμα.

Επίσης, ούτε υπογραφή υπουργού οικονομικών υπήρχε, αλλά ούτε και υπογραφή του τραπεζίτη που εξέδωσε αυτό το τραπεζογραμμάτιο.
Υπήρχε μονάχα, ένας κόκκινος αριθμός, ο οποίος ήταν ο αύξων αριθμός του συγκεκριμένου τραπεζογραμματίου. 

Αυτό το γεγονός, λοιπόν, ήταν μία πρώτη ληστεία όλου του Ελληνικού πληθυσμού με αυτά τα πλαστά τραπεζογραμμάτια.

Η δεύτερη μορφή ληστείας ήταν η ακόλουθη:

Πήγαινε στο περίπτερο ένας Γερμανός φαντάρος, για παράδειγμα, και αγόραζε, με αυτό το πλαστό τραπεζογραμμάτιο, ένα πακέτο τσιγάρα που έκαναν 6 δραχμές και ζητούσε και τα ρέστα! Έπαιρνε, δηλαδή, και ρέστα σε ελληνικές δραχμές!

Γι αυτό το θέμα, είναι καταγεγραμμένο από Έλληνες συγγραφείς και ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο:

Πήγε ένας Γερμανός σε ένα κουρείο, ξυρίστηκε, και μόλις τράβηξε το πλαστό πενηντάρικο να πληρώσει, του είπε ο κουρέας: «Δωρεάν! Στο χαρίζω!». Έφυγε ο φαντάρος, και οι θαμώνες που ήταν στο κουρείο αναρωτήθηκαν: «Γιατί τον έδιωξες και δεν πληρώθηκες;». Και τότε ο κουρέας τους απάντησε: «Ε, όχι να πληρώνουμε και τα κερατιάτικα!». Διότι, και θα τον ξύριζε και θα τον πλήρωνε!
 
Πάμε τώρα, στην τρίτη μορφή ληστείας, με το πλαστό χαρτονόμισμα:

Η κυβέρνηση της κατοχής, είχε να αντιμετωπίσει το εξής πρόβλημα:

Απ’ όλα τα χαρτονομίσματα που κυκλοφορούσαν, δεν ήταν μονάχα το ελληνικό, δεν ήταν μόνο αυτό το πλαστό γερμανικό, ήταν και το γνήσιο το γερμανικό, ήταν και η ιταλική λιρέτα η ψεύτικη, όπως και η ιταλική λιρέτα η αληθινή. Επίσης, ήταν και το βουλγαρικό λέβα, αλλά και το αλβανικό χαρτονόμισμα.

Είπε, λοιπόν η ελληνική κυβέρνηση στους Γερμανούς, ότι, δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα με όλα αυτά. Θα πρέπει κατά κάποιον τρόπο να δεχτείτε να αποσύρετε το χαρτονόμισμα (το πλαστό). Και τότε οι Γερμανοί απάντησαν: Ναι, να το αποσύρουμε, αλλά θα το πληρώσετε. Θα το αγοράσετε! Η αγορά αυτή, κόστισε στην Ελλάδα, γύρω στις 530.000 χρυσές λίρες Αγγλίας!

Κάντε τώρα το λογαριασμό:

Μας έδωσαν 109 χρυσές λίρες Αγγλίας για τα νομίσματα, και για όλη τη ληστεία που έκαναν με το πλαστό χαρτονόμισμα, μας υποχρέωσαν σε χειρότερης μορφής ληστεία, έναντι 530.000 χρυσών λιρών Αγγλίας.

Πέρα από αυτά, βέβαια, υπήρχαν και οι επιτάξεις.

Συναντούσαν για παράδειγμα κάποιον με ένα ποδήλατο; Τον σταματούσαν και του έλεγαν: Κατάσχεται, πάρε ένα χαρτί και στο τέλος του πολέμου, έλα να το πάρεις πίσω. Το ίδιο γινόταν με μουλάρια, με άλογα, με μοτοσυκλέτες, με σπίτια, με ότι τους άρεσε. Έκαναν κατάσχεση π.χ. σε ένα σπίτι, το καλύτερο σπίτι του κάθε χωριού, της κάθε κωμόπολης, για να μείνει ο στρατός ή ένας αξιωματικός. Αυτά τα γεγονότα είναι πασίγνωστα.

Για όλα αυτά, συνήλθε η δεκαεννιαμελής διασυμμαχική επιτροπή, στο Παρίσι, το 1946, και κατελόγισε ότι η Γερμανία πρέπει να δώσει στην Ελλάδα (πέρα από εκείνα που ζητούσε η ίδια η Ελλάδα), 7 δισεκατομμύρια 100 εκατομμύρια δολλάρια, αγοραστικής αξίας του 1938.

Αυτό, σύμφωνα με στοιχεία που μας έδωσε η Τράπεζα Ελλάδος για να κάνουμε την παραβολή, και μας έκανε η ίδια την παραβολή, ισοδυναμεί με 108 δισεκατομμύρια ευρώ, χωρίς τους τόκους. Αυτά είναι η οφειλή των επανορθώσεων για τη ζημιά που προκάλεσαν στην οικονομία της Ελλάδας.

Δεν το αποφασίσαμε εμείς αυτό το ποσόν. Οι Σύμμαχοι αποφάσισαν να το πληρώσουν οι Γερμανοί. Το ίδιο αποφάσισαν να πληρώσουν και οι άλλες χώρες του άξονα, δηλαδή, η Ιταλία και η Βουλγαρία, οι οποίες ήταν οι χώρες που κατέκτησαν την Ελλάδα. Αυτές οι δύο χώρες τα πλήρωσαν.

Η Γερμανία, όμως, δεν έχει πληρώσει. Και το ερώτημα που προβάλει, αβίαστα, είναι: Θα βλέπανε ποτέ οι Βούλγαροι φασίστες και οι Ιταλοί φασίστες την Ελλάδα, εάν δεν την κατακτούσε η Γερμανία;

Με ποιό δικαίωμα, αυτοεξαιρείται η Γερμανία και δεν πληρώνει;

Επίσης, να σημειώσω ότι έχει πληρώσει όλες τις άλλες χώρες για τις επανορθώσεις που της κατελόγισε η διασυμμαχική επιτροπή του Παρισιού, και δεν έχουν πληρώσει μόνο την Ελλάδα. Κι αυτό το χρέος τους, είναι μόνο για τις επανορθώσεις! Για την καταστροφή της οικονομίας της χώρας μας, που εξήγησα ήδη.
 
Κρ.Π.: Για το αναγκαστικό δάνειο;
 
Μ.Γλ.: Συνήψαν με άλλες δύο χώρες, αναγκαστικά δάνεια, με την Γιουγκοσλαβία και την Πολωνία, τις οποίες και εξόφλησαν, αλλά δεν έχουν εξοφλήσει ακόμα την Ελλάδα.

Από αυτό το αναγκαστικό δάνειο, οι Γερμανοί πλήρωσαν μόνο δύο δόσεις στην Ελλάδα, και αυτό είναι και μία αναγνώριση πως όντως υπάρχει αυτό το δάνειο.

Αυτά, είναι ως προς το Δημόσιο. Αλλά, ως προς το Δημόσιο, συμπεριλαμβάνονται και οι αρχαιολογικοί θησαυροί τους οποίους έχει αρπάξει και βέβαια δεν έχει επιστρέψει. Παρεμπιπτόντως, αναφέρω ότι συνάντησα υπουργό εξωτερικών της χώρας μας, ο οποίος αγνοούσε αυτό το θέμα.
 
Και προχωρώ με τις άλλες οφειλές, προς τους πολίτες:
 
Δηλαδή, για τις κατασχέσεις και για τις καταστροφές που έχουν υποστεί, όπως και για τα θύματα των ολοκαυτωμάτων. Αυτές είναι οι αποζημιώσεις στα θύματα. Αυτή η ορολογία χρησιμοποιείται.

Όπως είναι γνωστό με την τελευταία απόφαση του δικαστηρίου της Χάγης που δεν μπαίνει στην ουσία του θέματος, και αφήνει το ζήτημα να το λύσουν με διακρατικές συμφωνίες τα εμπλεκόμενα στις υποθέσεις αυτές, κράτη, το θέμα είναι πολιτικό. Και φυσικά τίποτα δεν μας έχει δώσει!

Όλα τα παραπάνω τα διαπραγματεύομαι στο βιβλίο μου «Και ένα μάρκο να ήταν…». Ο τίτλος υπονοεί, ότι και ένα μάρκο να ήταν, έπρεπε να πληρώσει η Γερμανία για να μην επαναληφθούν στο μέλλον, τα ανοσιουργήματα, τα οποία διέπραξαν ως Γ’ Ράιχ. Να τα πληρώσει, ως εγγύηση, δηλαδή.

108 δισεκατομμύρια ευρώ είναι οι επανορθώσεις, και 54 δισεκατομμύρια ευρώ είναι το αναγκαστικό δάνειο.

Το ερώτημα που προκύπτει, και θέλω να ολοκληρώσω με αυτό, είναι:

Για ποιο λόγο η Γερμανία δεν τα δίνει;

Οι κυβερνήσεις τις Ελλάδας, δεν τα διεκδίκησαν. Όμως, δεν παραιτήθηκαν και ποτέ -όπως μας έχουν πει επανειλημμένως- από τα δικαιώματα μας, αλλά και δεν τα αξίωσαν ποτέ.

Το δικαιολογητικό ήταν, ότι έπρεπε να είναι η διεθνής συγκυρία τέτοια ώστε… και οι συνθήκες να το επιτρέπουν ώστε… να γίνει εφικτή η πραγματοποίηση. Τέλος πάντων, ας αφήσουμε τα διπλωματικά κόλπα… οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν αξίωσαν από τη Γερμανία να μας πληρώσει αυτά που μας οφείλει.
 
Κρ.Π.:  Η οφηλέτρια χώρα, όμως, η Γερμανία;
 
Μ.Γλ.: Το ερώτημα που προκύπτει είναι ένα:

Μας μισούν οι σημερινές κυβερνήσεις της Γερμανίας, επειδή με το έπος του ’40-’41, η Ελλάδα συνέτριψε τον μύθο του αήττητου άξονα; Μας μισούν οι γερμανικές κυβερνήσεις, διότι ανατρέψαμε όλα τα σχέδια του Χίτλερ, και πήρε άλλο δρόμο ο πόλεμος; Ο πόλεμος της ήττας του ναζισμού; 
Μας μισούν οι Γερμανικές κυβερνήσεις –είναι κάτι σκληρό αυτό που θα πω- διότι, εάν σήμερα δεν βρίσκεται κάτω από ναζιστικό καθεστώς η σημερινή Γερμανία, και έχει ένα καθεστώς δημοκρατίας (αυτό που θέλει, δικαίωμα δικό της), και γι αυτό δεν εξοφλεί αυτά που οφείλει απέναντι στην Ελλάδα;

Αυτά είναι τα ερωτήματά μου. Και αυτά τα γράφω στο βιβλίο, το οποίο είναι αναλυτικό, και παράλληλα με έναν μεγάλο αριθμό ντοκουμέντων για όλα όσα υποστηρίζω, και γι αυτόν τον λόγο το θεώρησα αναγκαίο, αλλά και για να λυθεί η όποια σύγχυση.

Διότι δεν υπάρχει καμία συμφωνία, ούτε non paper από πλευράς της Ελλάδας, ότι παραιτούμαστε της διεκδίκησης αυτής της οφειλής της Γερμανίας προς τη χώρα μας.

Κρ.Π.: Οι Έλληνες πολίτες τι πρέπει να κάνουν προς την κατεύθυνση της διεκδίκησης της εξόφλησης αυτού του χρέους της Γερμανίας προς την Ελλάδα;
 
Μ.Γλ.: Έχω πει επανειλημμένως ότι αυτή η υπόθεση του χρέους της Γερμανίας προς την Ελλάδα, πρέπει να περάσει στα χέρια του ελληνικού λαού.

Πρέπει να δημιουργηθούν οργανώσεις σε ολόκληρη την Ελλάδα, οι οποίες θα διεκδικούν το δίκαιο. Αυτό που δικαιούμαστε. Δεν ζητάμε τίποτα παραπάνω από το δίκαιό μας. Δεν επαιτούμε. Απαιτούμε και αξιώνουμε να μας δώσουν οι Γερμανοί αυτά που μας οφείλουνε. Και που τα έχουν δώσει σε όλα τα άλλα κράτη εκτός από την Ελλάδα!

Ως Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, προτείναμε στον ελληνικό λαό να κηρύξει μποϊκοτάζ στα γερμανικά προϊόντα. Και το αποδέχτηκαν αμέσως οι δικηγορικοί σύλλογοι της Ελλάδας, οι ιατρικοί σύλλογοι και το Τεχνικό Επιμελητήριο. Και γι αυτό το λόγο, εφόσον το πρότειναν τρεις βασικοί φορείς του ελληνικού λαού, είπαμε ότι θα πρέπει να το αποδεχτεί και ολόκληρος ο ελληνικός λαός. Και επιμένουμε.

Επίσης, 60 βουλευτές του Σύριζα θα φέρουν το θέμα στη Βουλή, έχουν υποβάλει τα σχετικά έγγραφα, για να γίνει η συζήτηση όπου υποχρεωτικά πρέπει να πάρουν μέρος όλα τα κόμματα για να πουν την άποψή τους, και έχουμε προτείνει επίσης, τον σχηματισμό διακομματικής επιτροπής στη Βουλή, προς την διεκδίκηση του ίδιου θέματος.

Αν κάποιοι Έλληνες, θέλουν να λειτουργήσουν αυτόνομα, πέραν δηλαδή του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, δεν υπάρχει καμία αντίρρηση, αφού το θέμα είναι να παλεύουν για το θέμα αυτό, μέσω οποιουδήποτε πλαισίου ή μη.

Υπάρχει ήδη οργάνωση του λαού σε όλη την Ελλάδα, έχουν σχηματιστεί επιτροπές σε πάρα πολλά μέρη της χώρας μας (στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, στην Καλαμάτα, στην Κρήτη, κλπ), όπου έχει αρχίσει η διεκδίκηση. Εκατοντάδες Δήμοι έχουν πάρει αποφάσεις ομόφωνες, γύρω από το θέμα. 

Επιδιώκουμε να γίνει κτήμα ολόκληρου του ελληνικού λαού και να αγωνιστεί σύσσωμός ο ελληνικός λαός.-

«Και ένα μάρκο να ήταν…», Μανώλης Γλέζος, Εκδ. Λιβάνη, 2012

---
*Η συγκεκριμένη συνέντευξη Μανόλη Γλέζου στην Κρυσταλία Πατούλη και το tvxs, διαβάστηκε μεταφρασμένη αυτούσια στον Χορστ Ράιχνεμπαχ, στην συνάντησή του με τον Μανόλη Γλέζο στις 20 Νοεμβρίου 2010. Επίσης, δημοσιεύτηκε στη Γαλλία, από το Κίνημα της Νάντης (Par solidarité, je suis Grec aussi.), και από τον Jose Manuel Lamarque (Help the Greek People), και συζητήθηκε σε γαλλικά ΜΜΕ.