«Οι Ελληνοκύπριοι θέλουν την λύση;». Αυτό το ερώτημα φίλης δημοσιογράφου στάθηκε η αφορμή για το παρόν σημείωμα. Αλήθεια, πώς απαντά κανείς σε ένα ερώτημα που παρά τις αλλεπάλληλες ανακατατάξεις των τελευταίων έξι δεκαετιών, επιμένει να τίθεται με τον ίδιο, αφοπλιστικά απλό μα και απαιτητικό τρόπο;

Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, όταν η εθνικιστική γραμμή της ΕΟΚΑ απέκλειε την συμπερίληψη των Τουρκοκυπρίων στον καθορισμό τoυ δικαιώματος αυτοδιάθεσης των κατοίκων της Κύπρου, το ίδιο ερώτημα εισήχθη προπαγανδιστικά στους κόλπους της ελληνοκυπριακής κοινότητας: «με ποιους θέλουν να ζήσουν οι Ελληνοκύπριοι;». Στην συνέχεια, ο εθισμός των Ελληνοκυπρίων-που καλλιέργησε επίμονα ο Μακάριος- σε αυτοαναφορικά σχήματα τα οποία παραγνώριζαν όταν δεν αγνοούσαν τη διεθνή συγκυρία, έθετε υποβολιμαία το ίδιο ερώτημα: «τι θέλουν οι Ελληνοκύπριοι;». Αν και ο Μακάριος «προειδοποιήθηκε πολλές φορές από την Ιστορία»[1] σχετικά με την πιθανά καταστροφική κατάληξη της αυτοαναφορικότητας της πολιτικής του, διατήρησε θερμοκηπιακά τις στρεβλώσεις με τις οποίες έτρεφε το ελληνοκυπριακό συλλογικό υποσυνείδητο, με τα γνωστά αποτελέσματα.

Ζώντας στην Κύπρο, βρίσκω πολλές φορές δύσκολο να πείσω συνομιλητές ότι η Κύπρος ως χαμένη ενός πολέμου οφείλει να αντιμετωπίσει τολμηρά τις συνέπειες που της επιφύλαξε η Ιστορία. Διαφορετικά, όσο συντηρείται η αυταπάτη της αθρόας παλλινόστησης, οι γεωστρατηγικές και γεωπολιτικές απώλειες αυξάνονται. Συχνά το αντεπιχείρημα είναι ότι ‘’δεν ήταν κανονικός πόλεμος αλλά προδοσία’’. Αυτή η φαινομενικά απλοϊκή δήλωση υποκρύπτει ένα κακοφορμισμένο συλλογικό τραύμα το οποίο η ελληνοκυπριακή κοινότητα στην χειρότερη περίπτωση αρνείται  και  στην καλύτερη δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει.

Το τραύμα αυτό δεν αφορά μόνο τον κόσμο της προσφυγιάς και τις 1500 οικογένειες των αγνοουμένων. Αφορά και τους φόβους όσων ενεπλάκησαν κερδοφόρα στη μεταφορά της οικονομικής ζωής του νησιού από τον Βορρά στο Νότο. Αφορά και όσους ωφελήσε η μεταφορά του ναυσιπλοϊκού κεφαλαίου από την εκκενωμένη Αμμόχωστο στη Λεμεσό και όσους εκμεταλλεύτηκαν τουρκοκυπριακές τουριστικές επιχειρήσεις στις νότιες ακτές, σε θεωρητικό αντιστάθμισμα της απώλειας αντίστοιχων υποδομών στην Κερύνεια και το Βαρώσι, στο Βορρά. Το ελληνοκυπριακό κεφάλαιο υπέστη σοβαρούς κλυδωνισμούς από την διαίρεση του νησιού αλλά δεν εξαϋλώθηκε. Ένα αξιόλογο τμήμα του ε/κ πληθυσμού, μετά την τουρκική εισβολή, αντιμετώπισε την ‘’κρίση σαν ευκαιρία’’ και είδε τον ρόλο ή την τάξη του να αναβαθμίζεται ραγδαία σε σύντομο διάστημα. Οι νέες γενιές των Ελληνοκυπρίων, που απασχολούνται σε ρωσικές επιχειρήσεις, σε μία πανσπερμία ιδιωτικών τραπεζών και σε πολυεθνικά λογιστικά brands, που σπούδασαν ή εργάζονται στην Αγγλία και την Αμερική, αναφέρονται στο αγροτοκτηνοτροφικό παρελθόν των παππούδων και γιαγιάδων τους ή και σε πολλές περιπτώσεις, των γονιών τους σαν κάτι εξωτικό. O Πρόεδρος Αναστασιάδης, αν και ανήκει ως «παλιός» στην μεταπολεμική πολιτική γενιά, εκτός από εισαγωγέας διεθνών πιέσεων, ήδη από την περίοδο του σχεδίου Ανάν, λειτουργεί και ως εκφραστής νέων και δυναμικών εντόπιων αιτημάτων[2]. Τα αιτήματα αυτά λαμβάνουν θέσεις οικονομικής μάχης προ ενός νέου, ευρύτερου, οικονομικού χώρου εντός και γύρω από την Κύπρο. Η αξιοποίηση των υδρογονανθράκων είναι μια πτυχή αυτής της νέας δυναμικής που αποζητά πολιτικά ομαλοποιημένο ζωτικό χώρο.

Ήδη από το 2001, ο Αχμέτ Νταβούτογλου, καταστρώνοντας το σχέδιο που θα αναδείκνυε την Τουρκία σε περιφερειακή δύναμη στα πλαίσια ενός μεταψυχροπολεμικού παγκόσμιου σκηνικού, εγκαθιδρύει μία νέα μεγάλη αφήγηση τοποθετώντας τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό στα πλαίσια μίας ευρύτερης γεωπολιτικής Ανατολικής Ευρώπης, Βαλκανίων, Μέσης Ανατολής[3]. Έτσι, προσέδωσε στις όποιες ελληνοτουρκικές διαμάχες τον χαρακτήρα ενός ακόμα κρίκου πλατύτερων διεργασιών. Η τουρκική εξωτερική πολιτική διατράνωσε ότι «ακόμη κι αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος στην Κύπρο, η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ένα Κυπριακό ζήτημα[4]». Σε ανύποπτο χρόνο, τα τουρκικά think tanks, διέβλεψαν έγκαιρα τον κατακερματισμό της ευρύτερης περιοχής όπως αυτός αντικατοπτρίζεται σε φαινόμενα τύπου Αραβικής Άνοιξης και Κριμαίας και επισημοποιεί με τον πλέον σαφή τρόπο την καταφανή υποχώρηση του διεθνούς δικαίου στην Α. Μεσόγειο.

Αν το 1974, το ζητούμενο που οδήγησε στην διεθνή ανοχή της εισβολής ήταν η θέση της Τουρκίας-και όχι της Κύπρου-στον διπολικό κόσμο[5], το 2017 το ζητούμενο είναι η θέση- και πάλι- της Τουρκίας στον αναδιατασσόμενο χώρο της Εγγύς και Μέσης Ανατολής. Έτσι, αυτιστικές κραυγές όπως αυτές των συνασπισμένων μικρότερων κυπριακών κομμάτων αλλά και ελλαδικών εθνικιστικών δυνάμεων περί εθνικής μειοδοσίας φαντάζουν φαιδρές αν δεν είναι λαϊκιστικές και επικίνδυνες. Η μεταψυχροπολεμική Ελλάδα δεν ακύρωσε την τουρκική εισβολή παρά τις επικλήσεις στο διεθνές δίκαιο. Η Ελλάδα της προσφυγικής κρίσης δεν έλαβε ουσιαστική πολιτική βοήθεια παρά τις εκκλήσεις της προς τη Διεθνή Κοινότητα. Η Ελλάδα και η Κύπρος της Γενεύης δεν μπορεί να επαφίενται εμμονικά σε ένα ιδεατό διεθνές σύστημα ασφαλείας που έχει διά παντός χαθεί.

Η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν ένα σοβαρό διαπραγματευτικό εργαλείο και αυτό δεν είναι άλλο από την συμμετοχή τους στην Ε.Ε. Μία γενναία υποχώρηση στο θέμα της ισότιμης αναγνώρισης των Τουρκοκυπρίων και αναγκαστικά και των Τούρκων εποίκων ως συνιστώσας κοινότητας, με ό,τι αυτό σημαίνει επί πολιτειακών ζητημάτων[6], δεν παύει να προσδένει την ένταξη της τ/κ κοινότητας σε ό,τι απέμεινε από το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Είναι το ευρωπαϊκό κεκτημένο και το σχετικό ελληνοκυπριακό βέτο εντός μίας Ενωμένης Κύπρου εχέγγυο ομαλότητας; Όχι. Αλλά σε έναν κόσμο και μία Μεσόγειο καθημερινών ανατροπών, η συσχέτιση εθνικών θεμάτων με θέματα περιφερειακής συγκρότησης και ανάπτυξης, αξιολογώντας και αξιοποιώντας τις εσωτερικές αντιφάσεις της, είναι η μόνη υπαρκτή δυνατότητα γεωπολιτικής επιβίωσης.

Τελικά, η επί 40 χρόνια αναβληθείσα εξέταση του τραύματος και το τέλος της ομφαλοσκόπησης ίσως είναι δύο σοβαρές παράπλευρες διαδικασίες από τις οποίες μπορεί και πρέπει να ωφεληθεί η ελληνική και κυπριακή κοινωνία, και όχι μόνο η διπλωματία. Όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα των συνομιλιών, ο ελληνικός και κυπριακός λαός πρέπει να ξαναδούν τον ιστορικό τους ρόλο έγκαιρα προ των ζοφερών εξελίξεων οι οποίες διαγράφονται στην γειτονιά μας. Ειδικά η ελληνική κυβέρνηση, εφόσον εγκαταλείψει τις θρησκευτικές της επικλήσεις στο εύρυθμο του διεθνούς δικαίου και των διεθνών οργανισμών, μπορεί να θέσει τις απαρχές ενός πολυεπίπεδου σχεδίου που θα ανταποκριθεί στον κατακερματισμό της ευρύτερης περιοχής. Η Γενεύη μπορεί να καταστεί, ακόμα και αν δεν τελεσφορήσει, πομπός διεθνών μηνυμάτων, ορόσημο σε έναν κόσμο που καταρρέει. Μα πάνω απ’ όλα, πρέπει οριστικά να αντιμετωπιστεί ο λερναίος μεγαλοϊδεατισμός αλλεπάλληλων 50ετιών που σηματοδοτούνται από τις καταστροφές του 1922 και του 1974. Η Γενεύη, όπου κι αν καταλήξουν οι συνομιλίες, είναι τελικά για την Ελλάδα και την Κύπρο μία ευκαιρία να χτυπηθεί εν τοις πράγμασι ο εθνικισμός και οι αυταπάτες του. Αν κάτι παραμένει προοδευτικό, προωθητικό και χρήσιμο μέσα στο χάος της περιοχής μας, τότε, νομίζω, είναι αυτό.


[1] Μακάριος Δρουσιώτης, «Δύο απόπειρες και μία δολοφονία. Η χούντα και η Κύπρος 1967-1970», Εκδόσεις Αλφάδι, 2009, 349-353

[2] Βλ. και δημοσκόπηση της Εφημερίδας «Καθημερινή» (Κύπρου), δημ. 9.1.17 http://www.kathimerini.com.cy/index.php?pageaction=kat&modid=1&artid=258445

[3] Αχμέτ Νταβούτογλου, «Το στρατηγικό βάθος», Εκδόσεις Ποιότητα, 2010 σελ 267-274

[4] στο ίδιο σελ.279

[5] Μακάριος Δρουσιώτης, «Η Μεγάλη Ιδέα της μικρής χούντας», Εκδόσεις Αλφάδι, 2010.

[6] Σταύρος Λυγερός, «Κυπριακό, η αιρετική λύση», Εκδόσεις Πατάκη,2014, σελ 166-173