Η αλήθεια είναι πως μέχρι στιγμής δεν προκύπτουν πολλά περιθώρια για ιδιαίτερη αισιοδοξία ενόψει της διεθνούς διάσκεψης της Γενεύης για το Κυπριακό. Κι αυτό γιατί η έλλειψη ουσιαστικής προεργασίας για τη γεφύρωση του χάσματος επί διαφόρων κρίσιμων ζητημάτων (κι ομολογουμένως δεν είναι λίγα) δεν προϊδεάζει πως αυτή η συνάντηση θα έχει διαφορετικό αποτέλεσμα από το πρόσφατο ναυάγιο του Μον Πελεράν.

Είναι άλλωστε ηλίου φαεινότερο πως η απευθείας εμπλοκή της τουρκικής πλευράς στις διαπραγματεύσεις έρχεται να περιπλέξει σε επικίνδυνο βαθμό τα πράγματα και κανείς από τους εμπλεκόμενους δεν μπορεί να προβλέψει ποια θα είναι η στάση που θα τηρήσει ο Ταγίπ Ερντογάν στην επικείμενη διάσκεψη. Πολλώ δε μάλλον, με δεδομένο τον άκρατο τυχοδιωκτισμό που διέπει τις κινήσεις του εντός κι εκτός Τουρκίας το τελευταίο διάστημα, κανείς δεν μπορεί να ελπίζει βάσιμα πως αυτή θα έχει την όποια θετική συμβολή.

Κάπως έτσι βλέπουμε, στα περισσότερα φλέγοντα ζητήματα της εν εξελίξει διαπραγμάτευσης, τις βασικές ενδιαφερόμενες πλευρές να ξεκινούν από εντελώς διαφορετική βάση συζήτησης. Γιατί, ας μην κρυβόμαστε, βιώσιμη λύση στο Κυπριακό, χωρίς ένα σαφές κι όσο το δυνατό πιο σύντομο χρονοδιάγραμμα αποχώρησης των τούρκικων στρατευμάτων από το νησί, δεν πρόκειται να υπάρξει. Το ίδιο ισχύει και με το περίφημο «σύστημα εγγυήσεων», η διατήρηση του οποίου είναι βολική μόνο για την Τουρκία, καθώς της δίνει τη δυνατότητα επέμβασης, όποτε το κρίνει η ίδια σκόπιμο, στα τεκταινόμενα στο τουρκοκυπριακό τμήμα.

Από την άλλη, θα ήταν αφελές να μη βάλει κάποιος στην όλη «εξίσωση» το έντονο τουρκικό ενδιαφέρον (κι όχι μόνο) για τα ιδιαίτερα προσοδοφόρα τμήματα της ΑΟΖ, τα οποία βρίσκονται στο θαλάσσιο χώρο νότια της Κύπρου. Αυτό άλλωστε το είχε καταστήσει επανειλημμένα σαφές, ακόμη και στο πρόσφατο παρελθόν, μέσω επιστολής στον ΟΗΕ, αμφισβητώντας έμπρακτα την κυριότητα των θαλάσσιων περιοχών, που ανήκουν στην Κυπριακή Δημοκρατία. Με βάση τα παραπάνω, δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι  στο ζήτημα του εδαφικού ο εκβιασμός (με επίκεντρο το ζήτημα της επιστροφής Μόρφου)  αναμένεται να είναι κάτι παραπάνω από «χοντρός».

Κάπου εδώ όμως ελλοχεύει ο έτερος θανάσιμος κίνδυνος  στην όλη υπόθεση. Γιατί πράγματι φαντάζει καταστροφικό το ενδεχόμενο να προκύψει μια πραγματικά μη βιώσιμη συμφωνία, ιδαίτερα στην περίπτωση που αυτή θα «νομιμοποιεί» την τουρκική κατοχή. Εξίσου εφιαλτική όμως είναι η προοπτική παγίωσης του σημερινού διχοτομημένου status quo στο νησί. Κάτι τέτοιο μάλιστα ίσως να «άνοιγε την όρεξη» στον Ταγίπ Ερντογάν, όπως φοβούνται πολλοί, προκειμένου να προχωρήσει σε ακόμη πιο «επιθετικές ενέργειες», με σκοπό και την περαιτέρω ισχυροποίηση του στο εσωτερικό της χώρας του. Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις, ακόμη και το σενάριο της μονομερούς προσάρτησης του βόρειου τμήματος της Μεγαλόνησου εκ μέρους της Τουρκίας (με την τουρκοκυπριακή ακροδεξιά να παίρνει το «πάνω χέρι») ίσως και να μην είναι εκτός πραγματικότητας.

Η «εξίσωση» που έχουμε μπροστά μας λοιπόν είναι κάτι παραπάνω από ζόρικη. Τόσο ζόρικη που δε χωράνε επ’ ουδενί ιδεοληψίες, μικροπαραγοντισμοί και κούφια επικοινωνιακή διαχείριση. Καλό είναι επίσης η όποια συμφωνία να μην προκύψει υπό το καθεστώς πίεσης, όπως έχει συμβεί στο παρελθόν. Άλλωστε, είναι πλέον κοινή πεποίθηση τυχόν πως νέα αποτυχία οποιασδήποτε μορφής (ναυάγιο συνομιλιών, απόρριψη συμφωνίας σε δημοψήφισμα) πιθανότατα θα σημάνει τον οριστικό ενταφιασμό του Κυπριακού, με ό,τι συνεπάγεται μια τέτοια εξέλιξη.