Από τη λήξη του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου και εντεύθεν, η διεθνής κοινότητα έκανε αρκετά βήματα για την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και την καταπολέμηση των διακρίσεων και του ρατσισμού. Το 1948, υπό την αιγίδα του Οργανισμού Ενωμένων Εθνών, ειδικοί επιστήμονες από όλες τις συναφείς περιοχές κατέρριψαν και απονομιμοποίησαν τα «επιστημονικά» στηρίγματα του ρατσισμού. Επιπρόσθετα, ο ΟΗΕ προχώρησε σε μια σειρά στη διακηρύξεις (δικαιώματα του ανθρώπου & του παιδιού), οι οποίες είχαν στόχο να εξαλείψουν τις πιθανότητες να επαναληφθεί η πιο μαύρη σελίδα της ανθρώπινης ιστορίας, το ολοκαύτωμα.

Παρόλα αυτά, τα τελευταία χρόνια φαίνεται να κερδίζουν έδαφος εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που φανερά ή συγκεκαλυμένα υποστηρίζουν ρατσιστικές θέσεις. Το γεγονός αυτό παίρνει πλέον επικίνδυνες διαστάσεις, αφού προβεβλημένα στελέχη, όπως S. Bannon (πρώην επιτελάρχης του Trump), φαίνεται να εγκαταλείπουν τη μέχρι τώρα πάγια τακτική των ακροδεξιών αγκιτατόρων, ομάδων και κομμάτων να αρνούνται τον χαρακτηρισμό «ρατσιστές» και να το θεωρούν τιμή τους.

Είναι όμως όλοι και όλες όσες και όσοι ψηφίζουν τα συγκεκριμένα λαϊκίστικά ακροδεξιά κόμματα ρατσιστές και ρατσίστριες;

Για να μπορέσουμε να απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε το περιεχόμενο που δίνουμε στον όρο. Ρατσισμό θεωρούμε κάθε εκδήλωση μισαλλοδοξίας, εχθρότητας και βίας εναντίον συγκεκριμένου ατόμου ή ομάδας, η οποία γίνεται για λόγους διαφορετικής εθνοτικής ή εθνικής προέλευσης, θρησκευτικής πίστης, σεξουαλικού προσανατολισμού και αναπηρίας. Ο ρατσισμός έχει ως αποτέλεσμα την καταπάτηση των ελευθεριών και των δικαιωμάτων και τελικά φέρνει το άτομο ή την ομάδα που τον υφίσταται σε μειονεκτική θέση και υποτελή διαβίωση.

Οι άνθρωποι που εκδηλώνουν ρατσιστικές πρακτικές μπορεί να το κάνουν συνειδητά ή ασυνείδητα. Οι πρώτοι/ες, οι συνειδητοί/ές ρατσιστές, έχουν την πεποίθηση ότι ανήκουν σε μια ανώτερη «φυλή», έθνος ή πολιτισμό. Γι’ αυτό και τα μέλη των υπόλοιπων ομάδων θα πρέπει να υπηρετούν αυτή την ανώτερη ομάδα, διαφορετικά δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Αλλά και τα ίδια τα μέλη της «ανώτερης» ομάδας οφείλουν να δέχονται τις ιεραρχικές της δομές και να υπηρετούν άκριτα τις αποφάσεις των ανώτερων στελεχών της. Διαφορετικά και αυτοί θα αποβάλλονται, θα διώκονται και θα εξοντώνονται. Ταπεινωτικές συμπεριφορές, αγοροπωλησίες, βασανιστήρια, βιασμοί, πειράματα και δολοφονίες ανθρώπων δικαιολογήθηκαν και δικαιολογούνται στη βάση της υποτιθέμενης κατωτερότητας της «φυλής» / πολιτισμού.

Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν όσοι/ες δεν είναι συνειδητοί/ές ρατσιστές/τριες. Τα άτομα αυτά υιοθετούν ρατσιστικές αντιλήψεις και στάσεις, χωρίς όμως να υποστηρίζουν ανοιχτά τη βία και την καταπίεση των «κατώτερων» ομάδων. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα, δηλώνουν ανθρωπιστές, αρκεί βέβαια οι άνθρωποι που θα στηρίξουν να ανήκουν στη δική τους ομάδα («φυλή», έθνος, πολιτισμική ομάδα). Εντούτοις, η μη αντίδραση σε ρατσιστικές επιθέσεις που γίνονται μπροστά τους, τα ρατσιστικά ανέκδοτα και υποκοριστικά που δέχονται αδιαμαρτύρητα και γελούν μ’ αυτά, οι υποτιμητικές εκφράσεις (επίθετα) εναντίον ολόκληρων ομάδων και η πίστη στην έμφυτη ανωτερότητα της «δικής μας ράτσας» έχουν τα ίδια αποτελέσματα με τις δράσεις των συνειδητοποιημένων ρατσιστών.

Η 21η Μαρτίου ορίστηκε από τον ΟΗΕ ως «Διεθνής Ημέρα για την εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων και του ρατσισμού», σε ανάμνηση της δολοφονίας 70 φοιτητών από το ρατσιστικό καθεστώς της Νότιας Αφρική. Η ημέρα αυτή αποτελεί μια ευκαιρία για να αναδειχθεί το θέμα και να αποτελέσει αντικείμενο προβληματισμού. Σημαντικό είναι κατά τη γνώμη μας να ακουστούν εκείνες οι φωνές που υποστηρίζουν ότι ο ρατσισμός δεν είναι ατομικό ζήτημα, δεν είναι μια προσωπική προκατάληψη, μια διαστροφή ή παθογένεια.

Ο ρατσισμός έχει τις ρίζες του στις κοινωνικές ανισότητες και εξυπηρετεί συγκεκριμένα οικονομικά, αλλά και πολιτικά συμφέροντα. Η όξυνσή του σχετίζεται με την οικονομική κρίση, αλλά δεν οφείλεται μόνο σ’ αυτή. Ο ρατσισμός πατάει στον σοβινιστικό εθνικισμό, στη διάλυση των κοινωνικών δεσμών και στον άκρατο ατομικισμό, στο αντιδιανοουμενίστικο κλίμα, στην αδιαφορία και στο εφησυχασμό.

Ο ρατσισμός μπορεί να μη γεννιέται από την άγνοια, αλλά γιγαντώνεται από αυτή. Γι’ αυτό και χρειάζεται να αντιμετωπιστεί με στοιχεία που καταρρίπτουν (αιώνιους) μύθους. Χρειάζεται δεδομένα που θα αντιπαλεύουν την παραπληροφόρηση και τις κατασκευασμένες ειδήσεις. Όσοι και όσες ενδιαφέρονται για μια καλύτερη κοινωνία, θα πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους γιατί ο κίνδυνος είναι πια μεγάλος. 

* Ο Δημήτρης Ζάχος είναι επίκουρος καθηγητής ΠΤΔΕ-ΑΠΘ