Εισαγωγικά: σε πολλά ΜΜΕ προβάλλονται τελευταία διάφορες περιπτώσεις νέων που προσπαθούν, λόγω κρίσης και ανεργίας στις πόλεις, να εγκατασταθούν στην περιφέρεια της χώρας. Αυτά τα μεμονωμένα περιστατικά θα είναι ευκταίο να πάρουν τη μορφή ρεύματος δημιουργικής επανεγκατάστασης στην επαρχία. Ενός ρεύματος που δεν θα εγκαταλείπει τη «μιζέρια» της πόλης, για να βρει την ακόμα μεγαλύτερη μιζέρια της επαρχίας. Γιατί αν αυτή η μετεγκατάσταση γίνεται ατομικά ή έστω ανά ζευγάρια, πολύ φοβάμαι ότι θα βρεθούν σε μεγαλύτερο αδιέξοδο. Ενώ αν πάρει τη μορφή ομαδικής εγκατάστασης( π.χ. με τη μορφή «διευρυμένων» οικογενειών) σε κατάλληλους για αυτό χώρους, έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να είναι δημιουργική διέξοδος.  Όχι μόνο για λόγους αντιμετώπισης της κρίσης, αλλά γιατί θα είναι και ένα βήμα θετικό για το ξεπέρασμα της σημερινής κοινωνίας της «υπερκατανάλωσης και της μόλυνσης». Γιατί θα είναι και ένα βήμα για τη δημιουργία της κοινωνίας της από-ανάπτυξης.
 

α) Γενικά: μια τέτοια κοινωνία θα χρειασθεί να επαναπροσδιορίσει τις βασικές της ανάγκες και τον τρόπο ικανοποίησή τους με όσο γίνεται μικρότερο κοινωνικό και οικολογικό αποτύπωμα. Επιδιώκοντας την «ευζωία» μέσα από την ατομική εγκράτεια και τη συλλογική αφθονία.  Για αυτό θα χρειασθεί να στηριχθεί στα συλλογικά και κοινωνικά  αγαθά και στις αξίες της απλότητας- εγκράτειαςς, της συντροφικότητας-αλληλεγγύης, της συνεργατικότητας, του αλληλοσεβασμού- αναγνώρισης διαφορετικότητας και του αλτρουισμού-κοινοτισμού.  Να δημιουργήσει τον πολιτισμό της εποχής «μετά την ανάπτυξη», μέσα από την αυτοανάπτυξη-αυτοπραγμάτωση των ανθρώπων, που θα χρειασθεί να εξελιχθούν σε πρόσωπα πολύπλευρα, με πολλές δεξιότητες, ώστε να ικανοποιούν τις υλικές και πνευματικές τους ανάγκες.

β) Βασικές-βιοτικές και μη βασικές ανάγκες
Οι δυνατότητες ικανοποίησης των βασικών βιοτικών αναγκών στα πλαίσια του πεπερασμένου πλανητικού συστήματος και ενός κοινωνικού συστήματος ισοκατανομής:

Ø Οι βασικές-βιοτικές ανάγκες του ανθρώπου(τροφή,στέγη,υγεία-περιβάλλον, εκπαίδευση) είναι ικανοποιήσιμες με ένα μίνιμουμ εργασίας και ένα μίνιμουμ «αποτυπώματος» στα πλαίσια των δυνατοτήτων και των νόμων των φυσικών οικοσυστημάτων, αρκεί να υπάρχει ένα κοινωνικό σύστημα ισοκατανομής και όχι ένα σύστημα, που εκμεταλλεύεται τα πάντα(φύση-άνθρωπο), όπως ο καπιταλισμός

Ø Ο άνθρωπος μπορεί να μετέχει της φύσης αξιοποιώντας τις δυνατότητές της, εφόσον η χρήση αυτή γίνεται για την κάλυψη βιοτικών του αναγκών. Η φύση ανήκει σε όλους εξίσου, ακόμα και στις μελλούμενες γενεές. Δεν μπορεί να ανήκει σε κανένα ατομικά ή να την εκμεταλλεύεται κανένας ατομικά.

Ø Παράγουμε τις βιοτικές μας ανάγκες με ένα τρόπο που δεν επιβαρύνει καθόλου την φύση σε οποιοδήποτε επίπεδο. Δεν παράγουμε ή παράγουμε όσο λιγότερο μπορούμε, μέχρι να βρούμε τον τρόπο να βελτιώσουμε το αποτύπωμά μας, για να μπορέσουμε να κληροδοτήσουμε στις επόμενες γενιές ένα βιώσιμο πλανήτη. Οι τεχνικές και οι δεξιότητες παραγωγής δεν ανήκουν σε κανένα ξεχωριστά, αλλά σε όλες τις ανθρώπινες κοινότητες, αφού αφορούν στην φύση.

Ø Ελευθερία επιλογής όσον αφορά στις μη βασικές ανάγκες ,με αειφορικό πάλι τρόπο, αλλά με επιπλέον εργασία για όσους τις επιδιώκουν. Επανεκτίμηση- αναδιάρθρωση-απόρριψη τυχόν τεχνητών αναγκών, που έχουν δημιουργηθεί στα μέχρι τώρα πλαίσια του προτύπου κατανάλωσης, και ατομικά και με συλλογικές-δημοτικές διαδικασίες.

Το σύστημα της ισοκατανομής της προαναφερόμενης κοινωνίας θα στηριχθεί από τη μια στη κοινωνικοποίηση της οικονομίας(κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία των αναγκών) και από την άλλη στην κοινωνικοποίηση των κοινωνικοπολιτικών δομών και της εξουσίας.

γ) Κοινωνικοπολιτικές δομές ( βλέπε και http://www.topikopoiisi.com/2/category/7e626423e9/1.html)

Ξεκινούν από το ξεπέρασμα της πυρηνικής οικογένειας και τη δημιουργία «διευρυμένων» οικογενειών σαν κύτταρα των χωρικών αγροτικών-αστικών κοινοτήτων-δήμων. Το κοινό χαρακτηριστικό τους το «κοινό ταμείο».

Συνεχίζουν με την επανασύσταση των χωρικών κοινοτήτων και μικρών δήμων, με το χωρισμό των πόλεων σε δήμους κάτω των 50.000 κατοίκων που συστήνουν αστικές κοινότητες με βάση τις γειτονιές που δεν ξεπερνούν π.χ. τους 1000 κατοίκους. 

Στη συνέχεια συστήνονται περιφέρειες, στη βάση της έννοιας της "Βιοπεριφέρειας" (το πολύ μέχρι 1.000.000 κατοίκους). Δηλαδή μιας περιφέρειας που εξασφαλίζει την αρμονική ενότητα ενός τόπου (φυσικού οικοσυστήματος), της κοινότητας των ανθρώπων που τον κατοικούν και του συνόλου των παραγωγικών τους δραστηριοτήτων(ιδιαίτερη αντιμετώπιση δυσπρόσιτων περιοχών, νησιών, συμπλεγμάτων νησιών)

Σε επίπεδο χώρας συνομοσπονδιοποίηση περιφερειών.

Η εγγύτητα θα είναι καθοριστική για την καθημερινότητα των πολιτών παντού: στην διαχείριση των εισροών και των εκροών των παραγωγικών μονάδων, των ανταλλαγών μεταξύ τους, όπως και με τους καταναλωτές καθώς και της παραγωγής και διαχείρισης της πολιτικής από τους πολίτες. Η αυτοδιεύθυνση-αυτοδιακυβέρνηση θα είναι το κύριο χαρακτηριστικό και των κοινωνικών χώρων και όλων των δομών.

Η άμεση δημοκρατία θα είναι θεσμοθετημένη σε όλους αυτούς τους χώρους. 

Άμεση δημοκρατία στο πολιτικό και οικονομικό επίπεδο: 

Ø συνελεύσεις πολιτών σε κοινοτικό τοπικό επίπεδο (κοινότητα: είτε γεωγραφική, είτε γειτονιά πόλεων 

Ø συνελεύσεις εντολοδόχων(ανακλητών-εκ περιτροπής) σε δημοτικό-περιφερειακό και επίπεδο χώρας. Θα πρόκειται για μια ομοσπονδιακή –συνομοσπονδιακή μορφή, ώστε να δημιουργηθεί μια κοινωνία των κοινοτήτων.

Ø Κοινοκτημοσύνη-δημοτική ιδιοκτησία, συλλογικός έλεγχος 

Ø Αχρήματη ικανοποίηση βασικών-βιοτικών αναγκών(τροφή,στέγη,υγεία-περιβάλλον, εκπαίδευση) με ένα μίνιμουμ εργασίας

Ø Ελευθερία επιλογής για τις μη βασικές ανάγκες με επιπλέον εργασία και „τεχνητή“ αγορά.

Ø Αυτοδυναμία του δήμου(όχι οπωσδήποτε αυτάρκεια, αλλά στήριξη κύρια στους δημοτικούς πόρους-δίκαιη ανταλλαγή μεταξύ αυτοδύναμων δήμων- συνομοσπονδιακή κατανομή αγαθών-υπηρεσιών κ.λ.π)

Ø Δημοκρατικός σχεδιασμός παραγωγής-κατανομής μέσω συνεχούς ανατροφοδότησης πληροφοριών μεταξύ δημοτικών συνελεύσεων-συνελεύσεων χώρων εργασίας.

Ø Ομοσπονδιακά πλάνα για τομέα βασικών-δημοτικά πλάνα για τομέα μη βασικών

Η μη κυριαρχία των αγορών, ο αντί-καταναλωτισμός, η χειραφετητική παιδεία, η αντί-ιεραρχία και η εγγύτητα και ανανεωσιμότητα των πόρων, της εργασίας και των ανταλλαγών καθώς και η επανάκτηση-επαναχρησιμοποίηση μαζί με τον σεβασμό στη βιοποικιλότητα θα είναι και εχέγγυα για ισορροποιημένη ένταξη της κοινωνίας στη Βιόσφαιρα και το περιβάλλον. Έτσι θα είναι μια οικολογική κατά βάση κοινωνία.

Το βασικό κύτταρο αυτής της κοινωνίας θα είναι η διευρυμένη οικογένεια, για αυτό και είναι απαραίτητο να την αναλύσουμε περισσότερο.

δ) Η διευρυμένη οικογένεια
 
Το κίνημα του νέου κοινοτισμού, πρόκειται να αλλάξει τη δομή της οικογένειας και αυτό θα επηρεάσει με τη σειρά του και τις γενικότερες εξελίξεις στις κοινότητες, τους δήμους και την ομοσπονδία των δήμων. Θα επηρεάσει συνολικά την κοινωνία. Όπως συνέβηκε άλλωστε και στις προηγούμενες κοινωνίες (Οι κοινότητες π.χ. της ελληνικής πόλεως συγκροτήθηκαν από τους Οίκους, που ήταν αναγκαίοι για το ζην. Το ευ ζην εξασφαλίζονταν από τη κοινότητα και την πόλιν.)

Η κεντρική σημασία που απέδιδε ο παραδοσιακός άνθρωπος-κατά την περίοδο της μητριαρχίας, πατριαρχίας, αλλά και αργότερα στον Μεσαίωνα- στον οίκο ή την οικογένεια οφείλεται στο γεγονός πως ικανοποιούσε όλες τις βιοτικές του ανάγκες. Η παραγωγή των αγαθών μέσα στην οικογένεια, όπου υπήρχε και καταμερισμός, δημιουργούσε το υπόβαθρο για την ανάπτυξη αρμονικών σχέσεων αλληλοαναγνώρισης. Η αρμονία στις σχέσεις θεωρούνταν απαραίτητη και επιδιωκόταν ενώ κάθε ενέργεια η οποία στρεφόταν ενάντια στο σύνολο καταδικαζόταν. Η παροχή υπηρεσιών στους άλλους αποτελούσε βασικό έργο των μελών από την οποία αντλούσαν αναγνώριση και ικανοποίηση και ήταν συνυφασμένες με την ικανοποίηση προσωπικών αναγκών. Η θυσία ατομικών αναγκών και επιθυμιών, πράγμα συνηθισμένο, απέβλεπε στην ικανοποίηση των αναγκών της ομάδας και επομένως του ίδιου του ατόμου. 

Για τη ελληνική πραγματικότητα της Τουρκοκρατίας και αργότερα πριν την αστικοποίηση, η σύνθεση και η εξέλιξη της οικογένειας επηρεάσθηκαν από τον πολύμορφο τοπολογικό χαρακτήρα της Ελλάδας και το γεγονός ότι οι άνθρωποι κατοικούσαν σε μικρά χωριά, μακριά από τα αστικά κέντρα σε απομακρυσμένες περιοχές . Έτσι είχαμε τις πολυμελείς οικογένειες των αδελφών-ξαδέρφων –γαμπρών, υπό τις συμβουλές και καθοδήγηση των γεροντότερων-απόρροια της δημογεροντίας-οι οποίες στηρίζονταν στη συγγένεια και περιείχαν όλες τις ηλικίες(χαρακτηριστικό παράδειγμα η κοινότητα του διευρυμένου τσελιγκάτου με τις οικογένειες-τσελιγκάτα).

Στη συνέχεια η αστική-πυρηνική οικογένεια, που επικράτησε μετά τον εμφύλιο, επηρεάστηκε από τη μετακίνηση του πληθυσμού από τις αγροτικές περιοχές στις μεγάλες πόλεις και έγινε παιδοκεντρική, γιατί αυτή η παιδοκεντρικότητα εξασφάλιζε σε ένα βαθμό τη σταθεροποίηση της οικογενειακής ενότητας που οι νέες συνθήκες ζωής απειλούσαν με διάλυση. Αυτή εκφράζεται μέσα από την υπερβολική προσήλωση στα παιδιά, όπου οι γονείς ζουν μέσα από τα παιδιά τους, προσδοκώντας την κοινωνική τους ανέλιξη. 

Παρόλο που η Ελλάδα συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των χωρών με τα χαμηλότερα ποσοστά(38%) πυρηνικών οικογενειών και τα υψηλότερα ποσοστά(22%) εκτεταμένων οικογενειών (Τα στοιχεία από τον ομότιμο καθηγητή Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Δημήτριο Γεώργα), έχει τη χαμηλότερη συχνότητα γάμων στην Ε.Ε μετά την Ιταλία και την Ιρλανδία, με 4,2 γάμους ανά 1.000 κατοίκους, τη χαμηλότερη συχνότητα διαζυγίων, με 1,1 διαζύγιο ανά 1.000 κατοίκους και το χαμηλότερο ποσοστό παιδιών άγαμων μητέρων, μετά την Ιταλία που είναι 5%. (Αντίθετα στο Βερολίνο π.χ. το 50% των παιδιών μεγαλώνουν όχι σε πυρηνικές οικογένειες, αλλά σε μονογονεϊκές, πολυγονεϊκές, κοινόβια ή με μη παντρεμένα ζευγάρια). Σύμφωνα με την έρευνα “Εξέλιξη της οικογένειας στην Ευρώπη”, που διενήργησε το Ινστιτούτο Οικογενειακής Πολιτικής στη Νορβηγία: Οι Έλληνες αποφεύγουν να παντρευτούν και τα διαζύγια έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Ο αριθμός των γάμων στην Ελλάδα έχει μειωθεί κατά 37% από το 1983 έως το 2008(στη περίοδο της κρίσης που ακολουθεί θα μειώνονται πολύ περισσότερο), ενώ ένας στους πέντε γάμους καταλήγει σε διαζύγιο.

Η είσοδος της γυναίκας στην αγορά εργασίας , η καθυστέρηση κατά 10 έως 15 χρόνια στη δημιουργία οικογένειας, η μείωση των γεννήσεων, η χαλάρωση των κοινωνικών και οικογενειακών δεσμών και η σχεδόν ανύπαρκτη παρουσία του κράτους κάνουν μια οικογένεια εύθραυστη. Αλλά σε σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες , όπου η πυρηνική οικογένεια είναι σχεδόν σε διάλυση, οι προσπάθειες διατήρησης και σύσφιξης των σχέσεων μεταξύ των μελών της ελληνικής οικογένειας-ιδιαίτερα σήμερα σε περίοδο κρίσης, όπου σχεδόν μέχρι τα 40 οι νέοι-ες μένουν με τους γονείς τους ακόμη, λόγω ανεργίας- κάνουν την ελληνική οικογένεια να μη διαλύεται εύκολα. 

Μέχρι τώρα οι γονείς, ακόμα και σαν συνταξιούχοι, μπορούσαν με τις οικονομίες τους να βοηθήσουν τα παιδιά τους, σε κάθε περίοδο της ζωής τους. Από δω και πέρα όμως, με την επιδείνωση της οικονομικής κρίσης και τα νέα μέτρα, θα υπάρξει ένας δυσμενής συνδυασμός: οι νέοι άνεργοι, οι γονείς-γέροι με συντάξεις πείνας. Στα πλαίσια της περιορισμένης οικογένειας λοιπόν δεν θα μπορεί να εκφράζεται η μέχρι τώρα αλληλοστήριξη των γενεών και θα δημιουργηθούν συνθήκες ευνοϊκές για «διευρυμένες» μορφές καθημερινής ζωής και συνύπαρξης.

Στις πόλεις οι νέοι θα προχωρήσουν σε κοινούς χώρους διαμονής(κοινόβια) για να μπορούν να μοιράζονται τα νοίκια και τα έξοδα. Πολλά από αυτά θα προχωρήσουν και σε κοινό ταμείο για τις ανάγκες διατροφής, όπου ο καθένας θα συνεισφέρει ανάλογα με το εισόδημα, με το αν δουλεύει ή όχι και τι δουλειά κ.λ.π. Πιθανά, ανάλογα με τις δυνατότητες και δεξιότητες «παρεών», να δημιουργηθούν «διευρυμένες οικογένειες» με βάση τη κοινή δραστηριότητα-εργασία σε αυτοδιαχειριζόμενες δομές παραγωγής προϊόντων ή υπηρεσιών.

Οι τελευταίες μορφές μπορούν να αναπτυχθούν περισσότερο στην περιφέρεια, όπου θα υπάρξει ένα ρεύμα «επιστροφής» των νέων, γιατί υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες για ομαδική εγκατάσταση. Ειδικά αν πρόκειται για γεωργική παραγωγική δραστηριότητα. Εδώ ένας κάθε φορά «κρίσιμος» αριθμός ανθρώπων: νέων, ήδη ζευγαριών, ήδη οικογενειών με παιδιά, αλλά και ατόμων τρίτης ηλικίας-θα μπορούν να εγκατασταθούν σε κοινούς χώρους διαμονής και παραγωγής παίρνοντας τη μορφή «οικοκοινοτήτων» (http://www.topikopoiisi.com/2/post/2012/09/20.html ). Ή αν δεν υπάρχουν κατάλληλοι χώροι, θα παίρνουν τη μορφή, είτε ομάδων κοινο-δραστηριότητας, είτε ομάδων παραγωγών, στα πλαίσια μιας υπάρχουσας τοπικής κοινότητας. Η λεγόμενη τρίτη ηλικία μπορεί να προσφέρει πολλά ακόμα στην κοινότητα, αρκεί να μη μπαίνει στο περιθώριο και να εντάσσεται οργανικά στη δομή της, δίνοντάς της ενεργό αντίστοιχο ρόλο, ανάλογα με τις ανάγκες της και τις ατομικές δυνατότητες και επιλογές των ατόμων της γ ηλικίας(π.χ. ενασχόληση με την προσχολική ηλικία, ενασχόληση στους κήπους ή μπαχτσέδες για παραγωγή σημαντικού μέρους της τροφής κ.λπ. Πέρα από το γεγονός ότι, ειδικά στην αρχή, η ακόμα και πενιχρή τυχόν σύνταξη, μπορεί να αποδειχθεί πολύ χρήσιμη στη δημιουργία υποδομών για αυτά τα εγχειρήματα). 

Τέτοιες δομές έχουν δημιουργηθεί ήδη στην Ευρώπη, από επιλογή των συμμετεχόντων(στη Γερμανία π.χ. υπάρχουν πολλές τέτοιες Landkommunen στην περιφέρεια, παράλληλα με Wohngemeinschaften στις πόλεις). Στη χώρα μας θα δημιουργηθούν όχι μόνο από επιλογή, αλλά κυρίως από ανάγκη, όταν σαν διέξοδο από την εκ βάθρων κρίση, αναπτυχθεί ένα ρεύμα αντίστροφης εσωτερικής μετανάστευσης, από τις πόλεις προς τη περιφέρεια και υπάρξει αναζωογόνηση της τοπικής κοινωνίας. Η αποκέντρωση όμως θα μπορεί να είναι λύση για τον καθένα, αν η μετεγκατάσταση στην επαρχία δεν γίνει ατομικά-γιατί έτσι δεν θα είναι βιώσιμη και η μιζέρια της πόλης μπορεί να συνεχισθεί με την ακόμη μεγαλύτερη μιζέρια της επαρχίας-αλλά ομαδικά

Όπως οι πολυμελείς παραδοσιακές οικογένειες αποτέλεσαν παλιότερα τη βάση για την επιβίωση των τότε παραδοσιακών κοινοτήτων, έτσι και σήμερα οι διευρυμένες μορφές οικογενειών(που δε θα στηρίζονται στο γένος όμως)θα αποτελέσουν τη βασική δομή της αναβίωσης των κοινοτήτων του νέου κοινοτισμού της μετά την ανάπτυξη εποχής. Θα μπορούν στα πλαίσιά τους να ικανοποιούν τις βιοτικές ανάγκες των ανθρώπων(να εξασφαλίζουν πάλι το «ζην») με σχέσεις αρμονίας και αποδοχής μεταξύ τους. Η λειτουργία τους με βάση τη συνέλευση των μελών και τον εσωτερικό κανονισμό τους, θα εξασφαλίζει την ισοκατανομή και όχι την επιβολή, σε όλα τα επίπεδα, από την αναγνώριση, μέχρι την απόρριψη ή ικανοποίηση των αναγκών ή των απόψεων του κάθε μέλους. Για την εξασφάλιση του «ευ ζην» θα πρέπει να ενδιαφέρονται και για τα τεκταινόμενα στα πλαίσια των ευρύτερων χωρικών τοπικών κοινοτήτων, που ανήκουν. Δηλαδή θα πρέπει να δραστηριοποιούνται και στην τοπική δημόσια σφαίρα και να μη γίνουν νησίδες επιβίωσης μόνο. Με αυτόν τον τρόπο θα γίνουν και τα κύτταρα της μελλοντικής τοπικοποιημένης, αμεσοδημοκρατικής αταξικής κοινωνίας των κοινοτήτων.

Και μια παρατήρηση για το μέλλον αυτών των διευρυμένων μορφών οικογένειας:

Μελλοντικά στα πλαίσιά τους θα μπει σε κρίση η μονογαμική-δυαδική σχέση, υπέρ των πολυγαμικών ή καλύτερα πολυερωτικών -στη διάσταση του χρόνου- σχέσεων στα ζευγάρια. Επίσης τα παιδιά θα έχουν να κάνουν με περισσότερα από δύο πρόσωπα-φροντιστές(θα φροντίζονται όχι μόνο από τους φυσικούς γονείς). Με μια έννοια όλοι οι ενήλικες-υπερήλικες θα παίζουν το ρόλο των παιδαγωγών-γονιών.