Υπάρχει ένα ισχυρό saga γύρω από τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης το οποίο πρεσβεύει ότι η ΕΕ μέσα από τις κρίσεις της αναδιατάσσεται, ανασυνθέτει τις αντιθέσεις σε μια νέα διαλεκτική σχέση με την ιστορία και προχωρεί σε βαθύτερη ενοποίηση της ευρωπαϊκής ηπείρου προς την κατεύθυνση που έθεσαν οι ιδρυτικοί πατέρες, δηλ. την “ever closer Union”.

Αυτή η αντίληψη συνοψίζει εναργώς αυτό που θα μπορούσε να ονομάσει κανείς «τελεολογία του ευρωπαϊκού σχεδίου» και η οποία αποτέλεσε τον κινητήριο άξονα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στις μεταπολεμικές συνθήκες του 20ου αιώνα και στην πρώτη δεκαετία του 21ου. Αυτό δηλ. που περιγράφηκε από κάποιους ως μετάβαση από την ήπειρο ως γεωπολιτική ιστορική οντότητα, στην Ένωση ως πολιτική-θεσμική πραγματικότητα. Την πραγμάτωση με άλλα λόγια της νεοκαντιανής ουτοπίας «της διαρκούς ειρήνης» σε ένα νεοχεγκελιανό όμως πνεύμα ιστορικής αυτοπραγμάτωσης της ευρωπαϊκής ιστορίας τα τελευταία 60 χρόνια.

 Στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του νέου αιώνα λοιπόν θα ήταν πολύ δύσκολο κάποιος να ισχυριστεί, μετά την πτώση του  τείχους του Βερολίνου, τις Συνθήκες του Μάαστριχτ-Άμστερνταμ, αλλά και νωρίτερα την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, ότι την αμέσως επόμενη δεκαετία η ιστορική αυτή αισιοδοξία θα γνώριζε ισχυρά πλήγματα, πρώτα με την ευρωπαϊκή οικονομική κρίση, εν συνεχεία με την προσφυγική και αποκορύφωμα την έξοδο της Μ. Βρετανίας με την ενεργοποίηση του άρθρου 50 που μέχρι πρότινος θεωρούνταν ότι ήταν ένα είδος νομικού εργαλείου σε γυάλινη προθήκη για τις περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης…  

Η εισαγωγή του κοινού νομίσματος και η προώθηση της ΟΝΕ αποτέλεσαν τα βασικά στοιχεία αυτής της γραμμικής σχεδόν εξελικτικής διαδικασίας. «Όπως χαρακτηριστικά γράφει ένας από τους πιο σημαντικούς θεωρητικούς του ευρωπαϊκού φεντεραλισμού, ο Dusan Sidjanski: 'By promoting the Monetary and Economic Union (MEU) Jean Delors followed the approach corresponding to the strategy of Jean Monnet, to the extent that it would result in greater integration of economic policies and related sectors and ultimately lead to the creation of a European Federation. Non-compliance with the rules of the economic and monetary union together with the outbreak of the financial crisis have cast doubt on the integration process which, despite its fluctuations, seemed to be continuing progress….Instead of generating the spillover envisaged by J. Monnet and theorized by Ernst B. Haas (The uniting of Europe, London, 1958), under the pressure of the crisis the Eurozone provoked the reverse effect, a sort of spill down which led to economic recession, breaking social solidarity and destabilizing political structures. The interdependence of European economies led to a contagious effect of the crisis on the countries of southern Europe, threatening other members of the Eurozone'.    

Οι τρεις διαδοχικές κρίσεις

Αν στην οικονομική κρίση η οποία ανέδειξε τις ασυμμετρίες μιας ατελούς νομισματικής ένωσης, η ΕΕ δεν αφομοίωσε επαρκώς το δίδαγμα ότι σε ένα κοινό νόμισμα δεν  υπάρχουν «εθνικές λύσεις» αλλά η «ευρωπαϊκή κρίση απαιτεί ευρωπαϊκή λύση», αν στην προσφυγική κρίση, αφέθηκε να πλανάται η εντύπωση ότι από τις ευρωπαϊκές πολιτικές όχι μόνον μπορούν να υπάρξουν εξαιρέσεις (opt-out) επαναφέροντας το θέμα «εθνικοποίησης» κάποιων εξ αυτών, τότε με το Brexit έγινε πλέον προφανές ότι η ευρωπαϊκή αυτή τελεολογία ούτε ανεπίστρεπτη, ούτε αδιαμφισβήτητη πλέον είναι, καθώς τέθηκαν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης - όχι οι μέχρι τώρα γνωστές ενταξιακές διαδικασίες - οι όροι αποχώρησης ενός κράτους - μέλους από το ενωσιακό οικοδόμημα, με ότι αυτό συνεπάγεται. Για τους οπαδούς της ρεαλιστικής θεωρίας στις διεθνείς σχέσεις σίγουρα αυτό το τελευταίο μεταβάλλει ουσιωδώς τις εγκαθιδρυμένες ισορροπίες ισχύος στην ευρωπαϊκή ήπειρο, ενώ για τους οπαδούς της λειτουργικής θεωρίας, αποτελεί αναμφίβολα μια θεσμικού χαρακτήρα δυσλειτουργία η οποία αναστέλλει την ανεμπόδιστη πορεία προς τα εμπρός αλλά και τον επόμενο κύκλο διεύρυνσης τουλάχιστον.

Τριπλή κρίση και κρίση των τριών θεωρητικών μοντέλων

Οι απαντήσεις που δόθηκαν - ή μάλλον που δε δόθηκαν - στην τριπλή αυτή κρίση που αντιμετώπισε διαδοχικά η ΕΕ, αντικατοπτρίζουν κατά τη γνώμη μας την κρίση στα τρία βασικά θεωρητικά μοντέλα που χαρακτήρισαν και διαμόρφωσαν καθοριστικά το ενωσιακό εγχείρημα και συγκεκριμένα:

  • το διακυβερνητικό πρότυπο διακρατικής συνεργασίας
  • το λειτουργικό υβριδικό μοντέλο της «κοινοτικής μεθόδου», και
  • το ομοσπονδιακό πολιτειακό πρότυπο

Τα τρία αυτά πρότυπα, πότε αλληλοσυμπληρούμενα (π.χ. περίπτωση επικάλυψης της κοινοτικής μεθόδου με την υπερεθνική συνεργατική μέθοδο των διεθνών οργανισμών) άλλοτε αλληλοεπιδρώντας δημιουργικά μεταξύ τους (περίπτωση συγκερασμού κοινοτικής και διακυβερνητικής μεθόδου στη διαμόρφωση των κοινοτικών οργάνων και την αποτύπωση των εκτελεστικών και νομοθετικών αρμοδιοτήτων), αλλά ακόμη και αλληλοαναιρούμενα π.χ. (περίπτωση αιτήματος «συνταγματοποίησης» της Ένωσης έναντι του αιτήματος μη αλλοίωσης του χαρακτήρα της ως «Ένωσης εθνών και κρατών» κατά τη συζήτηση της European Convention) αποτέλεσαν τα τρία θεμελιακά «αφηγήματα» στις διάφορες πολιτικές ή πολιτειολογικές εκδοχές τους που έλαβαν τη μορφή κανονιστικών προτύπων μέσα από τα νομικά εργαλεία αποφάσεων, Κανονισμών, Οδηγιών κλπ. Διαμέσου αέναων συζητήσεων, αντιθέσεων, συμβιβασμών, που όμως αποτελούσαν την προωθητική ισχύ της ΕΕ και γιατί όχι την κρυφή περηφάνια ενός μοναδικού ιστορικού εγχειρήματος, στο οποίο πολλοί θεωρητικοί των διεθνών σχέσεων, αλλά και πολιτικοί σε άλλους ηπείρους προσέβλεπαν ως υπόδειγμα.

Με την εμφάνιση όμως των τριών αυτών κρίσεων η παράλυση στην οποία οδηγήθηκε το σύστημα λήψης των αποφάσεων της ΕΕ, εξαιτίας αδυναμίας έγκαιρης πρόγνωσης αλλά και  λανθασμένων διαγνώσεων εν συνεχεία, όπως επίσης και λόγω πολιτικής ατολμίας και βούλησης, έθεσε την αρχή μιας ευρύτερης συζήτησης σχετικά με τις προοπτικές της, μια γενικευμένη αμφισβήτηση που όσο επιτείνεται προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά μιας ατέρμονης εσχατολογίας.

Αρκεί να δει κανείς το πως αντιμετώπισε αλήθεια η Ένωση τις παραπάνω κρίσεις; με αμφιλεγόμενα προγράμματα διάσωσης που αδυνατούν να εντοπίσουν πότε τελειώνει η δημοσιονομική προσαρμογή και πότε πρέπει να τονωθεί η ανάπτυξη, με περίπλοκες συμφωνίες και ημίμετρα για το προσφυγικό που δεν εφαρμόζονται, με αμηχανία μπροστά στο φαινόμενο της εξόδου. Είναι ενδεικτικό άλλωστε, ότι όσοι κράδαιναν την απειλή ενός επώδυνου Grexit, θεωρώντας το ως το λογικό τιμωρητικό επακόλουθο μιας ασυνεπούς πορείας ενσωμάτωσης της χώρας μας στο Ευρω-σύστημα, ξόρκιζαν στρουθοκαμηλικά το επερχόμενο Brexit που γίνονταν ολοένα και περισσότερο ορατό. Ανύπαρκτη η όποια πολιτική διορατικότητα και ακόμη αυτή καθαυτή η έννοια της συστημικής ευθύνης…   

Ως εκ τούτου, και παραθέτοντας με αντίστροφη σειρά προς τα παραπάνω θα υποστηρίζαμε ότι:

  • Η οικονομική κρίση αποτελεί ένδειξη της κρίσης του ομοσπονδιακού προτύπου, δεδομένης της  σαφούς έλλειψης πολιτικής βούλησης για μια περαιτέρω ανάληψη ευθύνης οικονομικής διακυβέρνησης σε ενωσιακό επίπεδο με τη θέσπιση π.χ. Ευρω-ομολόγων, ιδέα που έρχεται κα επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση, ενώ ακόμη και η θέσπιση του ESM και η μετεξέλιξη του, ακόμη θεωρείται πρώιμη ως σύλληψη.   

  • Η προσφυγική κρίση κατέδειξε τα όρια της κοινοτικής μεθόδου ακόμη και με τη μορφή της «ανοικτής μεθόδου συντονισμού» δεδομένης της απροθυμίας κυρίως των μελών της Ομάδας Visegrad να δεχθούν πρόσφυγες, παραβιάζοντας οποιαδήποτε έννοια αλληλεγγύης αλλά και τήρησης των αποφάσεων των θεσμικών οργάνων  
  • Το Brexit αναδεικνύει με τη σειρά του το ατελέσφορο του μετασχηματισμού της διακυβερνητικής-διακρατικής συνεργασίας σε μια βαθύτερη σχέση αλληλεξάρτησης και υπέρβασης των εθνικών συμφερόντων.

Ο J. Habermas σε πρόσφατη συζήτηση στο Βερολίνο όπου συμμετείχε σε στρογγυλή τράπεζα με τον τότε υποψήφιο ακόμη για την Γαλλική Προεδρία Εμμ. Μακρόν και τον Γερμανό ΥΠΕΞ Υ. Γκάμπριελ, δικαίως αναρωτήθηκε: «Θα πρέπει για παράδειγμα στη Γερμανία να αποτύχουν οι εκκλήσεις για αλληλεγγύη εξαιτίας των αντιδράσεων του πληθυσμού σε ότι αφορά τη γνωστή υπόθεση σχετικά με την κοινή ανακατανομή των δημοσίων πόρων; Ή μήπως τρενάρουμε το πρόβλημα αυτό μέσα από μία οικονομική κρίση, η οποία σιγοβράζει και επειδή λείπει το θάρρος από τις πολιτικές ελίτ να ασχοληθούν σοβαρά με το φλέγον θέμα του μέλλοντος της Ευρώπης; Και διαπίστωσε: «Η ευρωπαϊκή ενότητα παρέμεινε και για αυτό το λόγο μέχρι σήμερα ένα ελιτίστικο σχέδιο, επειδή οι πολιτικές ελίτ αποφεύγουν να συμπεριλάβουν την ευρύτερη κοινή γνώμη σε μία καλά ενημερωμένη διαμάχη σχετικά με εναλλακτικά σενάρια σε ότι αφορά το μέλλον της Ευρώπης».  

Οι αντινομίες και οι αντιθέσεις

Οι 4 βασικές αντινομίες  στην εποχή της παγκοσμιοποίησης τις οποίες εδώ και αρκετά χρόνια αντιμετωπίζει η ΕΕ,  θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως εξής:
  • Ο φεντεραλισμός εναντίον του διακυβερνητισμού ως βασικά ανταγωνιστικά πρότυπα οικοδόμησης της ενοποιητικής διαδικασίας και ενώ η ΕΕ τείνει εξ ορισμού προς την Ομοσπονδοποίηση το βασικό σύστημα λήψης παραμένει διακυβερνητικό κατ’ ουσίαν.  
  • η νομισματική και οικονομική ένωση δεν μπορεί να παραμείνει επί μακρόν χωρίς πολιτικό κέντρο
  • η κοινωνική συνοχή έναντι της οικονομικής αποτελεσματικότητας στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης οξύνεται ως πρόβλημα, στο βαθμό που το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο πρέπει  να διατηρηθεί, με τις απαραίτητες βέβαια προσαρμογές που δεν θα θίγουν τις αρχές του «κοινωνικού συμβολαίου» (“social contractarian principles”) ως βάσης της ευρωπαϊκής δημοκρατίας αυτής καθαυτής .
  • Η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης και ο νέος παγκόσμιος ρόλος που καλείται να διαδραματίσει η ΕΕ θέτει στον πυρήνα του το ζήτημα της διαχείρισης των περιφερειακών ανισοτήτων σε διεθνές επίπεδο όπως προκύπτουν από την κύρια τάση εκτοπισμού της βιομηχανικής και παραγωγικής δραστηριότητας εκτός ΕΕ με σκοπό την αναζήτηση χαμηλού κόστους παραγωγής σε άλλες γεωγραφικές περιοχές.

Σκιαγραφώντας τα δίπολα των  νέων αντιθέσεων που προκύπτουν από τις παραπάνω βασικές αντινομίες που περιγράψαμε, θα μπορούσαμε να ορίσουμε τις εξής:

Διεύρυνση εναντίον εμβάθυνσης: Η παλιά συζήτηση για το κατά πόσο ήταν σκόπιμη η μεγάλη διεύρυνση (Big Bang) της ΕΕ πριν να προηγηθεί η εμβάθυνση της πολιτικής ενοποίησης ξαναέρχεται στο προσκήνιο.  

  • Ο Βορράς εναντίον του νότου και οι ασυμμετρίες της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης
  • Η Ανατολή εναντίον της Δύσης και η μετα-δυτική αντίληψη της διεθνούς πολιτικής/
  • Η υπερεθνική γραφειοκρατία εναντίον των εθνικών ελίτ /
  • Εθνικές ταυτότητες και ευρωπαϊκή μετα-ταυτότητα/
  • Προσφυγικό και δημογραφικό πρόβλημα (αυτόχθονες και μέτοικοι)/
  • Επικουρικότητα και ενισχυμένη συνεργασία/
  • Παγκοσμιοποίηση και περιφεροποίηση ως ανταγωνιστικές διαδικασίες/
  • Διατλαντική και διευρωπαϊκή πολιτική Ασφάλειας/
  • Ψηφιακή οικονομία εναντίον βιομηχανικής εξαγωγικής οικονομίας/

Τα παραπάνω δίπολα αντιθέσεων αντικατοπτρίζουν κατά τη γνώμη μας τις πιο επίκαιρες αλλά ταυτόχρονα τις πιο οξυμένες αντιθέσεις που κλυδωνίζουν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα στις μέρες μας, καθιστώντας τον παράγοντα της αβεβαιότητας ολοένα και πιο κρίσιμο για την περαιτέρω ύπαρξη του. Η επιτυχής τους επίλυση ή και υπέρβαση σε μεγάλο βαθμό θα κρίνει την πορεία του.

Η αποτυχία της ομοσπονδοποίησης βασικό εμπόδιο στην περαιτέρω εμβάθυνση – Η ανάδυση των «ενισχυμένων συνεργασιών»

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς όχι αβάσιμα, ότι η ματαίωση της ομοσπονδιακής προοπτικής από την απόρριψη της αρχικά μέσα από εξαντλητικές διαπραγματεύσεις; οι οποίες κατέληξαν στα γνωστά δημοψηφίσματα στη Γαλλία και την Ιρλανδία, αποτελεί μια από τις αιτίες της «κρίσης νομιμοποίησης» που βιώνουμε σήμερα και που σταδιακά οδήγησαν στην απόρριψη του σε επίπεδο πολιτικό, αυτού που διανοητές όπως ο J. Habermas εισηγήθηκαν σχετικά πρόσφατα, καλώντας την ΕΕ να αποφασίσει μεταξύ της «υπερεθνικής δημοκρατίας» η οποία εν πολλοίς αποτυπώνει τη σημερινή πραγματικότητα κι αυτού που ο ίδιος αποκάλεσε «μετα-δημοκρατικό εκτελεστικό φεντεραλισμό» (transnational democracy and post-democratic executive federalism) σε μια θεωρητική απόπειρα να προτείνει διεξόδους από την υφέρπουσα αυτή πολιτική και θεσμική, κρίση η οποία εκδηλώθηκε με αφορμή την οικονομική κρίση. Βασική αιτία γι’ αυτή την αδυναμία να αποφασίσει η ΕΕ τον προσανατολισμό της και την πραγματοποίηση ανάλογης μετάβασης, ο ίδιος διαπιστώνει την διστακτικότητα των πολιτικών ελίτ των επιμέρους κρατών-μελών. Γράφει χαρακτηριστικά:

“The impact factor of the perceived importance of European decisions has become palpable during the euro crisis. A reluctant European Council is being forced to makre decisions that have patently unequal impacts on budgets of the member states. As of 9 May 2009, the European Council has passed a threshold with its decisions on rescue packages and possible debt restructurings and its declarations of intent to bring about about harmonization of the national budgets in all fields of relevance for competition-namely, economic, fiscal, labour market and social policy. Once this threshold is crossed, new problems of distributive justice arise. With the transition from “negative” to “positive” integration, the balance shifts from output to input legitimation….Under the pressure of the financial markets, it has become an accepted fact that an essential economic precondition for the constitutional project was neglected when the euro was introduced….  The obstacles to an amendment of the treaty are high and the decision to overcome them would require a decisive change in behavior  on the part of the political elites”.      

Το λεγόμενο «ελληνικό ζήτημα άλλωστε για τον Γερμανό φιλόσοφο «δεν είναι τεχνοκρατικό πρόβλημα χρέους ή ζήτημα δημοσιονομικής προσαρμογής, αλλά συνιστά μείζονα παράμετρο του καθολικού προβλήματος του πολιτικού αυτοπροσδιορισμού της ίδιας της Ευρώπης», όσο κι αν ακούγεται υπερφίαλο και κολακεύει ίσως τον εθνικό μας εγωισμό.

 H διασύνδεση συνεπώς κατά τη γνώμη του μεγάλου γερμανού φιλοσόφου μεταξύ της κρίσης του Ευρώ και της ακύρωσης της ομοσπονδιακής προοπτικής της ένωσης έχει τον χαρακτήρα του αίτιου και του αιτιατού στην εμφάνιση της κρίσης και των συνεπειών της ευρύτερα. Και οι συνέπειες δεν είναι άλλες από την επίσημη υιοθέτηση πλέον της πλήρους θεσμοποίησης των ενισχυμένων συνεργασιών. Μια προοπτική όμως που ήταν ορατή ήδη από την υιοθέτηση της πρόσφατης συνθήκης της Λισσαβόνας. Ο συνταγματολόγος Κ. Μποτόπουλος και πρ. Ευρωβουλευτής παρατηρεί σχετικά: «Οι νέες συνθήκες λύνουν το «αιώνιο δίλημμα» της πολιτικής εμβάθυνσης της Ένωσης –«Ευρώπη μίας φωνής» ή «Ευρώπη a la carte»;-με τρόπο υπόρρητο αλλά σαφή: οι «ενισχυμένες συνεργασίες» μεταξύ των κρατών μελών θεσμοποιούνται, πληθαίνουν, ενδυναμώνονται και σχεδόν υποδεικνύονται ως ο πιο πρόσφορος τρόπος να ξεπεράσει, αν το θελήσει, η «μετά τη Λισαβόνα» Ένωση το βάρος των 27 χωρών και των ριζωμένων συντηρητικών αντανακλαστικών της». Είναι αυτή όμως η «υπόρρητη» επίλυση της αντίθεσης εμβάθυνση-διεύρυνση, που αναφέραμε παραπάνω, η οποία αφήνει την πόρτα ορθάνοιχτη στη «μεταβλητή γεωμετρία» του θεσμικού οικοδομήματος, μια γεωμετρία που πολλοί για πολύ καιρό ξόρκιζαν, αλλά τώρα είναι αναγκασμένοι να αποδεχτούν ως τη μόνη ρεαλιστική προοπτική για την επιβίωση και μετεξέλιξη του ευρωπαϊκού σχεδίου. Η γεωμετρία αυτή όμως, σε κάθε περίπτωση είναι και πολυεπίπεδη και δαιδαλώδης και όχι απαραίτητα δημοκρατική, καθώς θα οξύνει άλλες παρεπόμενες αντιθέσεις, σαν αυτές που συνοπτικά σταχυολογήσαμε παραπάνω.

Το φάσμα της «Ευρώπης-Πυρήνα» (Kern-Europa) και το «κακόφωνο κοντσέρτο της Ευρώπης πολλών ταχυτήτων».

Ένας από τους πρώτους που εξέφρασαν προτάσεις σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης ως γνωστόν ήταν ο Βέλγος Λέο Τίντεμανς που το 1975 ακόμη –με την Ευρώπη των εννέα τότε- έκανε λόγο για μια «Ευρώπη δύο ταχυτήτων», ενώ ο όρος «μεταβλητή γεωμετρία» έκανε την εμφάνιση του στη δημόσια συζήτηση.

Μια απ’ αυτές τις εκδοχές «μεταβλητής γεωμετρίας» είναι και η λεγόμενη «Ευρώπη-πυρήνας» (Kern-Europa). Η ιδέα εμφανίστηκε σε κείμενο εργασίας των Karl Lamers και Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, η οποία δημοσιεύθηκε το Σεπτέμβριο του 1994 όταν εκείνη την εποχή, η ΕΕ είχε μόνο δώδεκα μέλη. Η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης είχε φτάσει σε ένα κρίσιμο σημείο στην ανάπτυξή της  υποστήριζε μεταξύ των άλλων το κείμενο που τιτλοφορούνταν: « Σκέψεις για την ευρωπαϊκή πολιτική», όπου διαπιστώνονταν επίσης η  εξάντληση των ορίων των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, η αύξηση της διαφοροποίησης των συμφερόντων των μελών, διαφορετικές προτεραιότητες στην εξωτερική πολιτική, ενώ κατέγραφαν την «αύξηση ενός οπισθοδρομικού εθνικισμού σε (σχεδόν) όλα τα κ-μ, ως αποτέλεσμα μιας βαθιάς ψυχολογίας εκφοβισμού  που προκαλείται από τα προβληματικά αποτελέσματα πολιτισμικών διεργασιών και από εξωτερικές απειλές ,όπως η μετανάστευση κλπ. Οι φόβοι αυτοί προκαλούσαν τον πειρασμό, αναζήτησης λύσεων, τουλάχιστον πίσω από την ασπίδα της υπεράσπισης του εθνικού και του έθνους-κράτους. Για την επίλυση της κρίσης, Lamers και Σόιμπλε πρότειναν μια σταδιακή διαδικασία ολοκλήρωσης στα πρότυπα μιας «μεταβλητής γεωμετρίας», σύμφωνα με την οποία πρέπει να πραγματοποιηθεί η ανάπτυξη της Ένωσης σε διάφορες συμμαχίες των επιμέρους κρατών μελών.  Μια άλλη αποφασιστική πτυχή ήταν ο σχηματισμός ενός «στέρεου πυρήνα» των κ-μ από χώρες σταθερά προσανατολισμένες στην ολοκλήρωση, οι οποίες θα ενίσχυαν τη συνεργασία τους. Αυτός ο πυρήνας, προκειμένου να αποφευχθούν οι διαλυτικές τάσεις εντός του, θα αποτελούνταν κυρίως από το γαλλο-γερμανικό άξονα, ο οποίος όμως θα έπρεπε γι’ αυτό το λόγο να υπερβεί τις αντιθέσεις του, κυρίως τις οικονομικές που τότε σχετίζονταν με τη διαφορά επιτοκίων μεταξύ των δύο χωρών κ.α.

Το «κοντσέρτο λοιπόν της Ευρώπης» θα καθοδηγούνταν πλέον απ΄ αυτόν τον στενό πυρήνα, μια εκδοχή που σε πολλούς θα θύμιζε την πάλαι ποτέ «Καρολίγγεια Ευρώπη», με σκοπό τη μέγιστη δυνατή αρμονία. Στους σχεδιασμούς της εποχής βέβαια υπάγονταν και η τότε Πολωνία ως βασικής χώρας της Ανατ. Ευρώπης, η οποία θα διατηρούσε τις ισορροπίες με την Ανατολή και τις «νέες χώρες» και η συμπερίληψη της κρίνονταν απαραίτητη, δεδομένου ότι ο δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος ξεκίνησε από εκείνη την περιοχή, ενώ και στην περίοδο του ψυχρού πολέμου ο έλεγχος της ήταν καθοριστικής σημασίας για τους συσχετισμούς δύναμης μεταξύ των υπερδυνάμεων. Τον Αύγουστο του 1991 άλλωστε, οι υπουργοί Εξωτερικών της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Πολωνίας εξέδωσαν μια «κοινή Δήλωση σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης» και συμφώνησαν σε τακτικές διαβουλεύσεις στη Βαϊμάρη. Το «Τρίγωνο της Βαϊμάρης» επιτάχυνε την ένταξη αργότερα και των υπόλοιπων χωρών της Ανατολικής Ευρώπης στην ΕΕ.

Κατά την έναρξη της σύγκρουσης στην Ουκρανία, η διπλωματική παρακαταθήκη που άφησε αυτή η «τρόικα» ήταν ορατή και πάλι προκειμένου να παράσχει λύσεις. Για μια στιγμή το περίγραμμα ενός νέου πυρήνα της Ευρώπης  που θα συμπεριλάμβανε και την Ανατολή, κατέστη ίσως ευδιάκριτο. Σήμερα πλέον μετά την επικράτηση του δίδυμου των Κατσίνσκυ-Όρμπαν στην περιοχή της Μεσευρώπης, αυτή η διάσταση ίσως ματαιώθηκε από την απόκλιση των συμφερόντων τους εντός της Ευρώπης. Η Γερμανία η οποία αντιμετωπίζει τα θραύσματα της πολιτικής της ΕΕ για τη διεύρυνση, στέκει αμήχανη  στο άμεσο μέλλον για το πώς αυτό που περιέγραφε το κείμενο των Lamers και Σόιμπλε το 1994 θα επιτευχθεί, δηλ. να παραμείνει «το ήσυχο κέντρο της Ευρώπης», όπως σημειώνει η εφ. Die Welt. Η ιδέα τότε αν και θεωρήθηκε ως εξόχως «ευρωπαϊστική» δεδομένου ότι θα επιτάχυνε τις διαδικασίες ενοποίησης γύρω από έναν σκληρό πυρήνα-ατμομηχανή της όλης διαδικασίας, η οποία θα ρυμουλκούσε και τα υπόλοιπα βαγόνια, δεν επικράτησε, αποτέλεσε όμως την επιτομή ενός συντηρητικού ευρωπαϊσμού, ο οποίος ικανοποιούσε την κλασική γαλλική διακυβερνητική παράδοση και τις βασικές παραδοχές του γερμανικού ορντο-λιμπεραλισμού (ordoliberalism). Οι «καλές ιδέες» όμως είναι για να μένουν…! Η άποψη της Ευρώπης-πυρήνα, μετά από τις επάλληλες και διαδοχικές κρίσεις και ιδιαίτερα μετά το Brexit, ξαναέρχεται συχνά-πυκνά στην επιφάνεια της δημοσιότητας στο Βερολίνο και αλλού,  ως μια από τις εκδοχές εφαρμογής στη ζωή της Ένωσης, αυτής της μεταβλητής γεωμετρίας, που πλέον δεν τρομάζει. Παρουσιάζεται δε και ως μονόδρομος. Παρόμοιες προτάσεςι άλλωστε και στο παρελθόν έχουν διατυπωθεί τόσο από τον Ντελόρ, όσο και από τους Ντ’ Εστέν και Χέλμουτ-Σμιτ, λαμβάνοντας ως βάση, μια πρωτοπορία κρατών που κατά προτίμηση είναι τα 6 ιδρυτικά.

«Τα 5 σενάρια Γιούγκερ». Η ανανέωση του διακυβερνητισμού χωρίς το αντίρροπο του κοινοτικού λειτουργισμού.

Τα πέντε σενάρια άλλωστε που πρόσφατα παρουσίασε ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Junker δεν είναι τίποτα άλλο από αλληλοσυμπληρώσεις ενός και ίδιου μοτίβου: ποια ακριβώς μορφή θα πάρει αυτή η ενισχυμένη συνεργασία, η κατοχύρωση της οποίας έχει ήδη επιτευχθεί στις Συνθήκες; Θα έχει τη μορφή «τριάδων», «κουαρτέτων» ή «κουιντέτων» που θα συμπληρώνονται με τους απαραίτητους «μικρούς» προκειμένου να επιτυγχάνεται η εκάστοτε, απαραίτητη νομικά «9άδα», ανάλογα με τις θεματικές πολιτικές; Η μόνη βέβαια πολιτική η οποία δεν θα επιδέχεται αναθεωρήσεων κατά πάσα πιθανότητα θα είναι αυτή της εσωτερικής αγοράς, έχοντας και την πιο ολοκληρωμένη διάσταση εντός της ΕΕ.  Η προβολή και μόνο στο μέλλον μιας τέτοιας προοπτικής φτάνει να αποκαλύψει τις χαοτικές καταστάσεις που θα επικρατήσουν σε μια Ένωση που ήδη σήμερα έχει παραλύσει από την αδυναμία και μόνο της καθολικής εφαρμογής των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, όπως π.χ. στην περίπτωση του προσφυγικού. Ο διακυβερνητισμός μ’ αυτόν τον τρόπο θα καταστεί πλέον κυρίαρχη πραγματικότητα ενώ τα υπερεθνικά όργανα – που παρά του ότι έχουν κατηγορηθεί για γραφειοκρατική ακαμψία εντούτοις προσφέρουν τις απαραίτητες ισορροπίες και αντισταθμίσεις μεταξύ μικρών και μεγάλων κ-μ- θα ατροφήσουν ταυτόχρονα με την υποχώρηση της «κοινοτικής μεθόδου» που για δεκαετίες αποτέλεσε τη μεθοδολογία λήψης των αποφάσεων. Ποιος αλήθεια θα είναι ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου –του μόνου άμεσα εκλεγμένου ευρωπαϊκού θεσμού- σε μια τέτοια εξέλιξη; Ποια νέα θεσμική αρχιτεκτονική θα προκύψει; Η παραδοχή και μόνο αυτών των 5 εναλλακτικών σεναρίων στο όνομα της αποφυγής των μεγαλεπήβολων θεωρητικών μοντέλων και της «μη-ελκυστικής ομοσπονδοποίησης» αποτελεί παραδοχή ήττας και εγκατάλειψης των αρχικών προθέσεων δημιουργίας της ΕΕ από τη Ρώμη κι έπειτα. Η κατασυκοφάντηση άλλωστε του ομοσπονδιακού προτύπου έγινε πάντα στο όνομα της αποφυγής της δημιουργίας ενός «ευρωπαϊκού υπερ-κράτους Λεβιάθαν».

Αποτελεί άραγε μια ομολογία ωμού ρεαλισμού με σκοπό τη διατήρηση της ευρωπαϊκής ενότητας ή πρόκειται για μια πρόταση που αντικειμενικά τείνει προς την  αυτοαναίρεση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης;

Ο σπουδαίος γερμανός πολιτικός Helmut Schmidt πολύ έγκαιρα έχει συμφωνήσει με την πρώτη άποψη, τονίζοντας ότι: «…Όποιος θα ήθελε με ένα μεγάλο άλμα να ολοκληρώσει την ΕΕ εξασφαλίζοντας της συγχρόνως ένα Σύνταγμα, μια κυβέρνηση και έναν πρόεδρο της Ένωσης, αυτός δεν θα έθετε αναγκαστικά σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές, αλλά θα προκαλούσε σε πολλά κράτη της ΕΕ, τέτοια δημοκρατική αντιπολίτευση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάρρευση όλο το οικοδόμημα της Ένωσης. Μετά από αυτό θα βρισκόμασταν όλοι πάλι στο σημείο που ήμασταν κάποτε στις αρχές του αιώνα». Ο ίδιος ως οπαδός της θεωρίας του Καρλ Πόπερ για μια «σταδιακή αναμόρφωση πολιτικών και κοινωνικών καταστάσεων (piece-meal social engineering)» είναι υπέρμαχος «μιας Ευρώπης τριών ταχυτήτων», όπου η Ένωση θα αποτελεί το γενικό πλαίσιο, εντός του οποίου θα σχηματίζεται ένας δεύτερος σκληρός πυρήνας χωρών που επιθυμούν στενότερη συνεργασία, ενώ ένας τρίτος κύκλος με συνδεδεμένα κράτη και μια άλλη Συμφωνία θα κλείνει αυτή τη χορεία των επάλληλων κύκλων, όπου η «μεσαία ταχύτητα» δηλ. ο «σκληρός πυρήνας» θα έχει τη μεγαλύτερη βαρύτητα.

Όσο κι αν είναι σωστή η προτροπή του για την αποφυγή «μεγάλων αλμάτων» εντούτοις δεν μπορεί παρά να διερωτηθεί ο οποιοσδήποτε ευρωπαίος πολίτης: με ποια κριτήρια αλήθεια θα γίνεται η ένταξη από τον ένα κύκλο στον άλλο; Ποιος θα είναι τελικά ο σκληρός εκείνος πυρήνας που θα καθορίζει τις αποφάσεις των υπόλοιπων και με ποιες συνέπειες για τη ζωή των ευρωπαϊκών λαών; Το φάσμα ενός διχασμού και «τριχασμού» θα πλανάται στην Ευρώπη σαν φάντασμα, ενώ είναι εύκολο -όσο κι αν σχεδιάσει προσεκτικά κανείς τη θεσμική τάξη αυτού του σχήματος- να αντικρύσει το φάσμα του «μεγάλου διευθυντηρίου» ενώπιον του. Και τότε η ευρωπαϊκή δημοκρατία απλά δεν θα υφίσταται πλέον, ενώ το πολυσυζητημένο «δημοκρατικό έλλειμμα» θα έχει βαθύνει …

Οι «διάφορες ασυμμετρίες» άλλωστε που έγιναν όχι απλά εμφανείς αλλά επηρέασαν ανεπίστρεπτα το ευρωπαϊκό σύστημα την περίοδο της οικονομικής κρίσης, οφείλονται εν πολλοίς σε έναν υποκρυπτόμενο μεν αλλά πάντα υπαρκτό συσχετισμό ισχύος μεταξύ εθνικού και υπερεθνικού, εντός της ΕΕ. Έτσι η διακεκριμένη γερμανίδα πολιτική επιστήμων Ulrike Guerot  θα παρατηρήσει ότι ενώ η Ευρω-κρίση έθετε το θέμα της στενότερης διακυβέρνησης εντός της Ευρωζώνης, αυτό που συνέβη ήταν η ωμή επιβολή της Bundestag στα πακέτα του ελληνικού Bail-out. Οι αποφάσεις της γερμανικής ομοσπονδιακής Βουλής είχαν επίδραση ουσιαστικά σε ολόκληρη την Ευρωζώνη, κι εδώ εντοπίζει η ίδια την καρδιά του ευρωπαϊκού δημοκρατικού ελλείμματος!  

H ίδια συγγραφέας προτείνει ένα τολμηρό σχέδιο μελλοντικής ευρωπαϊκής ενοποίησης σε μια δoμή ευρωπαϊκών περιφερειών-μητροπόλεων- κρατών με την άμεση εκλογή οργάνων σε όλα τα επίπεδα, που δύναται και πρέπει να αναζωογονήσει τη φαντασία και το μυαλό καθενός ευρωπαίου φεντεραλιστή στην αναζήτηση μιας οραματικής μεν, αλλά όχι ανέφικτης πολιτικής ουτοπίας για τον 21ο αιώνα.

Τα γεγονότα όμως δυστυχώς όλο και περισσότερο τείνουν προς την υλοποίηση του αντίθετου σεναρίου, ως μέρους της υλοποίησης ανάλογων σχεδίων της γερμανικής στρατηγικής σκέψης –στις εκδοχές της είτε ως Ευρώπης-πυρήνα, είτε «ως Ευρώπης τριών ταχυτήτων» που αναφέραμε παραπάνω-  ενώ με την κατάσταση της «χρεοκρατίας» στην οποία έχει περιέλθει η χώρα μας δεν είναι δύσκολο να φανταστεί που μπορεί να ανήκει μια χώρα σαν την Ελλάδα σήμερα… παρά τις επιθυμίες και φαντασιώσεις του ελληνικού πολιτικού συστήματος για το που πραγματικά ανήκει…

  • Η ανανέωση του ευρωπαϊκού σχεδίου – Προοπτικές  μετά την κρίση ή προοπτικές κρίσης; Μερικές σκέψεις για μια βήμα προς βήμα υπέρβαση των κρίσεων.
  • Η ανανέωση συνεπώς του ευρωπαϊκού σχεδίου καθίσταται πλέον αδήριτη αναγκαιότητα, τόσο με την αποφυγή «ανώριμων ομοσπονδιακών αλμάτων» από την μια, τα οποία όμως δεν θα παραπέμπονται σε ένα απώτερο και μακρινό μέλλον, όσο και την αποφυγή δομών που θα καθιερώνουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το «πολιτικό διευθυντήριο». Η όποια αναζήτηση της υπέρβασης του δημοκρατικού ελλείμματος θα πρέπει να στηρίζεται σε ένα «μεταρρυθμιστικό σοκ» που ταυτόχρονα δεν θα παραγνωρίζει τις διαμορφωθείσες πραγματικότητες σήμερα, με την απροθυμία κ-μ να προχωρήσουν σε μια «τολμηρή» πολιτική ενοποίηση. Η ήδη υπάρχουσα δομή της Ευρωζώνης άλλωστε αποτελεί μια υπαρκτή δομή ενισχυμένης συνεργασίας, ενώ η προσθήκη άλλων παρόμοιων μορφών ανά τομέα πολιτικής και «συμμαχίας προθύμων» περισσότερο θα δυσχεράνει παρά θα βοηθήσει την πανθομολογούμενη θεσμική κρίση.
  • Η ιδέα μιας Ευρωπαϊκής Συμπολιτείας που δύναται να ανακόψει την εσχατολογία της ευρωπαϊκής ενοποίησης θα πρέπει να επιτευχθεί με προσεκτικά βήματα προς την κατεύθυνση της απλοποίησης των δομών της ΕΕ και τη δημιουργία ευρωπαϊκής δημόσιας σφαίρας. Η ΕΕ δεν χρειάζεται ομολογουμένως να αποφασίζει και για «το πλάτος των πεζοδρομίων», όμως θα πρέπει να έχει ένα βαθμό εναρμόνισης νομοθεσίας και πολιτικών που θα της επιτρέπει να προχωρήσει ενωμένη.

Τέτοια βήματα που θα συνέτειναν σε ένα ανάλογο «μεταρρυθμιστικό σοκ» θα μπορούσαν να είναι τα εξής:

  • Η αναθεώρηση των Συνθηκών στην κατεύθυνση της απλοποίησης τους.
  • Η δημιουργία μιας ισχυρής Εκτελεστικής Τριάδας με την συνένωση του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (θεσμός που δεν έχει προσφέρει πολλά) στο αξίωμα του Προέδρου της ΕΕ. Ο θεσμός της Ύπατης Εκπροσώπου για την Εξωτερική πολιτική και την πολιτική Ασφάλειας που θα πρέπει να συνδυάζει καθήκοντα Αντιπροέδρου της ΕΕ. Η τριάδα θα συμπληρώνεται από τον έτερο Αντιπρόεδρο για θέματα ΟΝΕ και Προϋπολογισμού που θα ασκεί παράλληλα και τα καθήκοντα του Προεδρεύοντος του Eurogroup. Κάτω απ’ αυτούς θα υπάγεται και το Κολλέγιο των Επιτρόπων με συγχώνευση χαρτοφυλακίων και τη δημιουργία του Αναπληρωτή Επιτρόπου όπου αυτό είναι επιβεβλημένο. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα μπορεί να ασκεί έλεγχο στην Εκτελεστική αυτή τριάδα και να δίνει τις απαραίτητες πολιτικές κατευθύνσεις.
  • Η άμεση εκλογή Προέδρου της ΕΕ θα πρέπει να είναι απαραίτητο στοιχείο μιας τέτοιας θεσμικής μεταρρύθμισης. Είναι ώριμο αίτημα το οποίο θα ικανοποιήσει την απαίτηση λογοδοσίας των Ευρωπαίων πολιτών.
  • Ο Κοινός Προϋπολογισμός της ΕΕ και η αύξηση του.  Η διαμόρφωση των ορίων της ανεξαρτησίας της ΕΚΤ (χωρίς να θιγεί η ουσία αυτής της ανεξαρτησίας) και ο πολιτικός της έλεγχος σε περιόδους κρίσεων. Ταυτόχρονα η μετεξέλιξη του ΕΜΣ σε ευρωπαϊκό ΔΝΤ.
  • Η ενίσχυση του κοινωνικού πυλώνα.
  • Η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Συνέδριου των Εθνών (Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο και μέρος των εθνικών κοινοβουλίων σε ετήσια κοινή σύγκληση) όπου μεταξύ των άλλων θα είναι επιφορτισμένο με την Έγκριση  των Ετήσιων Στρατηγικών Προσανατολισμών της Ένωσης, του Κοινού Προϋπολογισμού, και των μεγάλων θεμάτων όπως η υπογραφή των Συμφωνιών της Ένωσης με τον υπόλοιπο κόσμο κλπ.

Καταλήγοντας, θα λέγαμε ότι παρά τις ζοφερές προβλέψεις το ευρωπαϊκό σχέδιο μπορεί να ανανεωθεί αν οι βασικές πολιτικές δυνάμεις που δρουν σήμερα στην Ένωση διαθέτουν την ανάλογη  πολιτική βούληση. Άλλωστε για την ΕΕ ισχύει αυτό που κάποτε είχε γράψει ο Adorno στον Horkheimer:”…to live in a world in which we can no longer imagine a better one”.  Αυτός ο πεσιμισμός είναι και η ελπίδα για την Ευρώπη ταυτόχρονα…

* Νίκος Βλαχάκης, Σύμβουλος Τύπου και Επικοινωνίας στο Γραφείο Τύπου  της Ελληνικής Πρεσβείας Βερολίνου (ΜΑ Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικής CERIS Βρυξελλών.)