Οι αιτίες που μας έφεραν ως εδώ και κυρίως «τι πρέπει να κάνουμε;» είναι το αντικείμενο της ακτιβιστικής έρευνας για την κρίση της Κρυσταλίας Πατούλη -από τον Αύγουστο του 2010 μέχρι σήμερα- ερωτήματα στα οποία δίνουν τη δική τους απάντηση γνωστές προσωπικότητες των γραμμάτων, των επιστημών και των τεχνών. Σήμερα, δημοσιεύουμε τις απαντήσεις της ιστορικού και συγγραφέως Μαρίας Σκιαδαρέση.

“Η Ελλάδα που αντιστέκεται, η Ελλάδα που επιμένει κι όποιος δεν καταλαβαίνει δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει…”
Ίσως ο σωστός στίχος να ήταν “ένα ελάχιστο ποσοστό Ελλήνων – όσων στην πορεία εξελίχθηκαν- που μένει άναυδο μπροστά στα τεκταινόμενα”. Είναι αυτοί που ακόμα ελπίζουν –ή τουλάχιστον ήλπιζαν- πως μπορεί να γίνει κάποτε ένα θαύμα κι αυτός ο λαός ν’ αλλάξει. Τώρα, βιώνοντας τα τεκταινόμενα, νιώθουν παντελώς ανήμποροι να αντιδράσουν. Ευτυχώς, όσοι τη στιγμή αυτή είναι κάτω των σαράντα ετών φεύγουν όπως όπως αναζητώντας τη γαλήνη σε χώρες ξένες, μα σίγουρα πιο φιλικές από τον τόπο που τους γέννησε.

Έτσι, οι ελάχιστοι που απομένουν χωνεύουν μέρα με τη μέρα πως δεν τους μένει τίποτ’ άλλο πια από το να αποδεχτούν πως κρατούνται όμηροι σ’ έναν τόπο όπου έτυχε να γεννηθούν και σίγουρα αγαπούν, καταδικασμένοι να ζουν δίπλα σε ανθρώπους που δεν διαθέτουν τη στοιχειώδη ικανότητα επικοινωνίας με την πραγματικότητα. (Δεν έχουμε παρά να φέρουμε στο μυαλό μας τα πρόσωπα –πολιτικών και μανδαρίνων κάθε λογής και βαθμίδας, αστοιχείωτων φοιτητών, απροστάτευτων μαθητών, επικίνδυνων καθηγητών, και πάνω απ’ όλα συνδικαλιστών πάσης κομματικής προέλευσης- που καθημερινά μας πληγώνουν από τηλεοράσεως, μέσα από τα περίφημα παράθυρα!).

Κι άλλες χώρες περνούν δύσκολα στη φάση του καπιταλισμού που διανύουμε την εποχή αυτή, κι άλλοι λαοί θυμώνουν, βγαίνουν στους δρόμους, καταστρέφουν ό,τι βρίσκουν μπροστά τους, και σ’ άλλες ευρωπαϊκές χώρες οι άνθρωποι υποφέρουν οικονομικά, βλέπουν να συρρικνώνεται το εισόδημά τους, και ξεσπούν, φωνάζουν, απαιτούν. Γιατί λοιπόν η Ελλάδα είναι τόσο μοναδική που όλα τα κανάλια του κόσμου (κυριολεκτικά) ασχολούνται με την κατάντια της; Εκεί είναι το λάθος!

Δεν πρόκειται για κατάντια, απλώς τώρα συνειδητοποιεί και ο έξω κόσμος αυτό που οι σκεπτόμενοι Έλληνες γνωρίζουν χρόνια τώρα: πως αυτή είναι, απλούστατα, η φυσική κατάσταση της χώρας από τη στιγμή που γεννήθηκε ως τώρα. Και όπως ο χαρακτήρας του ανθρώπου βγαίνει στην επιφάνεια όταν αυτός βγει εκτός ελέγχου, έτσι και τώρα που η χώρα μας έχει χάσει τον έλεγχο, βγαίνουν στην επιφάνεια τα αληθινά χαρακτηριστικά που φέρει από τη γέννησή της. Πάντα τα είχε, τίποτα δεν έχει αποβάλει από τότε έως σήμερα, όμως τώρα προβάλλουν ανεξέλεγκτα μιας και κανείς, μέσα στη δίνη που ζούμε, δε νοιάζεται να κρατήσει τα προσχήματα που, επί χρόνια επιστρατεύοντας, πασχίζαμε να διατηρήσουμε αυτή την, έστω υποφερτή μας, φήμη στο διεθνές στερέωμα.

Τώρα λοιπόν τί γίνεται; Πιάσαμε πάτο; Μακάρι να ήταν έτσι, γιατί όταν πνίγεται κανείς το μόνο που μπορεί να τον σώσει, είναι να πιάσει πάτο ώστε να μπορέσει, πατώντας κάπου σταθερά, να εκτιναχθεί στην επιφάνεια. Δυστυχώς όμως πρέπει ν’ ανέβουμε πολλά βουνά και να κατέβουμε ακόμα πιο πολλά λαγκάδια για να μπορέσουμε να διακρίνουμε την πραγματικότητα, μιας και το μόνο που, εγκληματικά, λείπει από τη χώρα αυτή είναι η επίγνωση.

Πώς όμως να υπάρχει επίγνωση, όταν δεν έχει προϋπάρξει γνώση, όχι για τον τελευταίο καιρό, όχι για μετά τον μεγάλο πόλεμο, ούτε για καμιά από τις λεγόμενες τομές της νεότερης ιστορίας μας, μα για την αρχή, για κείνη τη στρεβλή μας γέννηση, τη δημιουργία του Νεοελληνικού κράτους μετά την Επανάσταση του ’21. Μύθοι, τερατολογίες, παραμυθίες και παραμύθια, δεμένα τάχα σε μια χρυσοκλωστή που ξεκινάει από την εποχή του χαλκού και φτάνει θριαμβικά ως τις μέρες μας, αποκοιμίζουν επί χρόνια τα νεοελληνόπουλα μέσα από βιβλία – πρότυπα της ιδεολογικής χρήσης της ιστορίας.

Πώς να καταλάβει ο Νεοέλληνας γιατί έφτασε ως εδώ, αν δεν ξέρει πως ήδη, από τα χρόνια που πολεμούσαν ενάντια στους Οθωμανούς, οι Έλληνες μάχονταν κυρίως ο ένας τον άλλο; Κι αν σήμερα τολμούμε πια να ξεστομίσουμε τέτοιες αλήθειες, κανένα σχολικό βιβλίο δεν τις περιλαμβάνει Ακόμα κι όταν, μέσα στην όλη αφήγηση, σκάει μύτη και λίγο η “εθνική διχόνοια”, μοιάζει το έγκλημα με … ολίσθημα που στη συνείδησή μας έχει πια παραγραφεί, εμβαπτισμένο στην ιερότητα του αγώνα για ελευθερία! Φυσικά, όταν κάποια σχολικά βιβλία προσπαθούν να ψελλίσουν λόγο νηφάλιο, περνούν από Ιερά εξέταση και καίγονται στην πυρά, κρινόμενα έως και από ανθρώπους που ουδέποτε άνοιξαν βιβλίο στη ζωή τους ούτε, προφανώς, και τα συγκεκριμένα!

Κι αυτό γιατί, στρουθοκαμηλικά, μας αρέσει να κρατούμε μόνον ό,τι μας κάνει εθνικά υπερήφανους, παρά τις τόσες αφορμές να νιώσουμε εθνική ντροπή, ήδη από τη στιγμή που οι Δυνάμεις - λίγο πολύ οι ίδιες που τώρα κόπτονται να πάρουν τα λεφτά τους πίσω, απαιτώντας από τον Έλληνα να γίνει, εν μια νυκτί, συνειδητός πολίτης- έδωσαν τις ευλογίες τους να γίνουμε “κράτος ανεξάρτητο”. Να όμως που το παρελθόν ποτέ δεν πεθαίνει μόνο επιστρέφει την ώρα της αλήθειας και υποχρεώνει τους ενόχους να πληρώσουν, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που το κάνει και η Εφορία× τα χρέη των προγόνων οφείλουν να πληρώσουν οι απόγονοι!
 

Όταν παρεμβαίνεις και “διασώζεις” τον παραπαίοντα αγώνα “ανεξαρτησίας” ενός λαού που κολυμπάει μέσα στην απαιδευσία, τη φιλοχρηματία και τη λεβεντομαγκιά και δημιουργείς ένα κρατίδιο - πρακτορείο στην νοτιοανατολική Μεσόγειο με στόχο να καρφώσεις μια σφήνα στο στέρνο της καταρρέουσας οθωμανικής αυτοκρατορίας ώστε να ξεμπερδεύεις μια ώρα αρχύτερα μαζί της, και για να το καταφέρεις ανέχεσαι όλες τις κακομαθημενιές του λαού αυτού και ικανοποιείς όλες τις απαιτήσεις του, τουλάχιστον στην αρχή, πώς θέλεις να πάρεις πίσω ύστερα από, ούτε διακόσια χρόνια, έναν λαό παραγωγικό και ανταγωνιστικό, ισότιμο με άλλους λαούς που έδωσαν κατά καιρούς εξετάσεις και τις πέρασαν με άριστα σε αγώνες για τη δημοκρατία, τον κοινοβουλευτισμό και την αξιοπρέπεια του πολίτη; Ποιού πολίτη; Ήδη από τούτη τη λέξη ξεκινάει η διαφορά× ο Έλληνας, δυστυχώς, δεν είναι πολίτης, είναι ιδιώτης. (Υπενθυμίζω πως στη γαλλική γλώσσα, από τη ρίζα αυτή παρμένη, η λέξη idiot σημαίνει ηλίθιος).

Φυσικά στο πιπίλισμα των ρητών και γνωμικών από την αρχαιότητα είμαστε πρώτοι, όπως αυτό του Αριστοτέλη περί ζώου πολιτικού και σκέτου ζώου που, εκλαϊκευτικά έως λαϊκίστικα, αναμασάμε κάθε που έρχεται η κουβέντα σε θέματα τέτοια και που, αναπόφευκτα, οδηγούν στην αβασάνιστη αυτοκριτική μεταξύ τυρός και αχλαδιού, “Ελλάδα, παιδί μου, τι περιμένεις; Μήπως πρόκειται ποτέ να γίνουμε κράτος;” Το βράδυ βέβαια, μετά την ταβέρνα, κατεβάζοντας τα σκουπίδια, ρίχνουμε στον κάδο της ανακύκλωσης συλλήβδην όσα έχουμε μαζέψει σε μία και μόνη σακούλα στο σπίτι, μιας και είναι ‘αφόρητα κουραστικό’ να ξεχωρίζουμε τα υλικά της ανακύκλωσης από τα υπόλοιπα απόβλητα του νοικοκυριού μας.

Κι αν κάποιος αναρωτηθεί γι’ αυτό, η ατάκα είναι έτοιμη “μωρέ όλα στην ίδια χωματερή πάνε, πιστεύεις εσύ πως στην Ελλάδα γίνεται ανακύκλωση;” Εξ όνυχος τον λέοντα και εκ του λαού, φυσικά, και οι πολιτικοί που καλούνται να δώσουν λύσεις και στα μικρά και στα μεγάλα ζητήματα.

Όταν οι διοικούντες, από τα πρώτα χρόνια αυτού του κράτους, έμαθαν να είναι μονάχα διαχειριστές –και μάλιστα οι περισσότεροι κάκιστοι και ως διαχειριστές- ξένων χρημάτων, ξένων ιδεών και ξένων εντολών, πώς τώρα ξαφνικά απαιτούμε Έλληνες πολιτικούς ηγετικού εκτοπίσματος; Εκτός από τον Καποδίστρια, - που γι’ αυτό δολοφονήθηκε, μιας και οι στόχοι και τα προγράμματα δε συμβαδίζουν με τη φαυλότητα- υπήρξε ένας, έστω ένας, αληθινός ηγέτης σε τούτο το διαχρονικά τρισάθλιο πολιτικό τοπίο;

Όταν πρώτος πρωθυπουργός της Ελλάδος είναι ο Ιωάννης Κωλέττης, προσωποποίηση και επιτομή της φαυλότητας και της διαφθοράς, πώς περιμένουμε να είναι κατά πολύ διαφορετικοί οι επίγονοι πολιτικοί; Κατά τα θεμέλια και το οικοδόμημα! Αυτός ο Κωλέττης που στα 1824, την κρισιμότερη στιγμή της Επανάστασης, καλεί με λόγια εμπρηστικά τους Ρουμελιώτες να κατεβούν στην Πελοπόννησο και να δηώσουν τις περιουσίες των … συμπατριωτών τους, τάζοντας παράλληλα πλουτισμό από τα δάνεια που συνήψε η κυβέρνηση για να μπορέσει – υποτίθεται! - να συντηρήσει τον αγώνα ενάντια στους Τούρκους.

“Οι Μωραϊτες ελύσσαξαν από τα πολλά πλούτη που ήρπασαν από τους Τούρκους και… προσπαθούν ν’ αντικαταστήσουν … τους μπέηδες και τους αγάδες… Τι λοιπόν περιμένετε; Άλλην αρμοδιωτέραν και ευτυχεστέραν δια σας περίστασιν δεν θέλει εύρετε ποτέ, δια να πλουτίσετε μεγάλοι και μικροί. Τώρα άνοιξαν δια σας δύο πηγαί πλούτου, οι λίρες του δανείου και τα πλούσια λάφυρα του Μωρέως!”.-