Ο Τζορτζ Γκέρσουϊν υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους τραγουδοποιούς, πιανίστες και συνθέτες που έζησαν στην Αμερική, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα.

Γεννήθηκε στις 26 Σεπτέμβρη το 1898 στο Μπρούκλυν της Νέας Υόρκης. Οι γονείς του ήταν Ρώσσοι μετανάστες από την Αγία Πετρούπολη, με εβραϊκή καταγωγή. Ως παιδί, ο Τζορτζ έδειχνε αποστροφή προς το σχολείο και η συμπεριφορά του χαρακτηριζόταν από έλλειψη πειθαρχίας.

Το στενότερο οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον δεν είχε σχέσεις με τη μουσική. Παρόλα αυτά, ο νεαρός Γκέρσουϊν έδειξε ενδιαφέρον για την τέχνη της μουσικής από τα παιδικά του χρόνια. Το 1910 οι γονείς των αδερφών Τζορτζ και Άϊρα, έφεραν στο σπίτι ένα μεταχειρισμένο πιάνο.

Ήταν δώρο που προοριζόταν για τον Άϊρα. Ο Τζορτζ καταπιάστηκε με αυτό. Έπειτα από δύο χρόνια εξάσκησης έγινε μαθητής του σπουδαίου πιανίστα και δασκάλου Τσάρλς Χάμπιτζερ.

Απέκτησε γνώσεις κλασσικής μουσικής, έμαθε έργα των Σοπέν, Λίστ και συνόδευε τον δάσκαλό του σε κονσέρτα. Ο Χάμπιτζερ έχοντας πίστη στις ικανότητες και στο ταλέντο του Γκέρσουϊν, αρνήθηκε να εισπράξει χρήματα για τα μαθήματα που έκαναν.

Στη συνέχεια ο Γκέρσουϊν, στράφηκε προς τη μουσική της εποχής του. Θαύμαζε τις συνθέσεις των Τζερόμ Κέρν και Ίρβινγκ Μπέρλιν. Διεύρυνε τις γνώσεις του γύρω από την αρμονία, καθοδηγούμενος από τον Edward Kilenyi.

Στην ηλικία των δεκαπέντε, εγκατέλειψε το σχολείο και εργάστηκε ως πιανίστας διαφημιστής του Τιν Παν Άλι. Αφιέρωνε πολλές ώρες της ημέρας για εξάσκηση στην εκτέλεση τραγουδιών. Κατά την εφηβεία του, αναγνωρίστηκε ως ένας από τους πιο ταλαντούχους πιανίστες της Νέας Υόρκης.

Οι πρώτες του συνθέσεις, χρονολογούνται στο 1916. Από το 1918, τα τραγούδια του συνόδευαν παραστάσεις που ανέβαιναν στο Μπρόντγουέϋ.

Το πρώτο κλασσικό έργο του, ήταν μία σύνθεση για κουαρτέτο εγχώρδων με τον τίτλο Lullaby. Στα χρόνια που ακολούθησαν συνέχισε να ασχολείται με τη σύνθεση. Υπέγραψε συμβόλαιο με τον παραγωγό Τζόρτζ Γουάϊτ για πέντε παραγωγές του Μπρόντγουέϋ (1920 - 1924).

Το έργο Rhapshody In Blue, αποτέλεσμα της συνεργασίας του Γκέρσουϊν με τον διευθυντή ορχήστρας Πολ Γουάϊτμαν, κέρδισε τις εντυπώσεις κοινού και κριτικών. Από το 1924 έως το 1934 ταξίδεψε και γνώρισε σημαντικούς συνθέτες της σύγχρονης κλασσικής μουσικής.

 

Η φήμη του παράλληλα, γινόταν όλο και μεγαλύτερη. Αποφάσισε να αφοσιωθεί σε ορχηστρικά έργα, χωρίς όμως να εγκαταλείψει τις συνθέσεις τραγουδιών για το θέατρο. Από το 1932 έως το 1936, μαθήτευσε δίπλα στον θεωρητικό της μουσικής Joseph Schillinger.

Ολοκλήρωσε τα έργα Κουβανική Ουβερτούρα και την τρίπρακτη όπερα Porgy and Bess η οποία παρουσιάστηκε τον Οκτώβριο του 1935 στο θέατρο Μπρόντγουεϊ. Το θέμα της όπερας ήταν ζωή των μαύρων της Αμερικής. Η αξία του έργου ωστόσο, ως οπερατικό εγχείρημα, αμφισβητήθηκε από πολλούς.

Οι κακές κριτικές, σε συνδυασμό με το κοινωνικό φαινόμενο των ρατσιστικών διαθέσεων κατά των αφροαμερικανών, περιόρισαν τα οικονομικά έσοδα από τις παραστάσεις, οι οποίες δεν ξεπέρασαν τις 124.

Τους πρώτους μήνες του 1937, ο Γκέρσουϊν υπέφερε από έντονους πονοκεφάλους και παρουσίαζε προσωρινή απώλεια μνήμης. Έως το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου, έχασε πολύ βάρος και δεν μπορούσε να περπατήσει χωρίς υποστήριξη.

Στις 9 Ιουλίου του 1937 έπεσε σε κώμα. Οι γιατροί διέγνωσαν όγκο στον εγκέφαλο. Ο θάνατος του ταλαντούχου συνθέτη και τραγουδοποιού, δύο ημέρες αργότερα, στις 11 Ιουλίου, συντάραξε την αμερικανική κοινή γνώμη.