Η 10η Οκτωβρίου έχει καθιερωθεί ως η Παγκόσμια Ημέρα κατά της Θανατικής Ποινής. Mε αφορμή την ημέρα αυτή, για μια ακόμη φορά έρχεται στο προσκήνιο η εσχάτη των ποινών, ενώ πολλά ερωτήματα τίθενται σχετικά με την επιβολή της αλλά και την ταύτιση της με το πνεύμα δικαίου που θα πρέπει να διακρίνει κάθε ευνομούμενη πολιτεία. Η μέρα αυτή αποτελεί μια πρωτοβουλία του «Παγκόσμιου Συνασπισμού για την κατάργηση της Θανατικής ποινής» και συγκεντρώνει παγκοσμίως 38 μη κυβερνητικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένης και της Διεθνούς Αμνηστίας.

Ads

H θανατική ποινή σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί φαινόμενο των καιρών μας. Ήδη, από τον 18ο αιώνα π.Χ στην Βαβυλώνα του βασιλιά Χαμουραμπί επικρατούσε ο θάνατος ως τιμωρία για 25 μορφές εγκληματικών πράξεων. Ο νόμος της Χιττίτης υπήρξε τον 14ο αιώνα ενώ τον 7ο αιώνα στην αρχαία Αθήνα την εμφάνιση του έκανε ο Δρακόντειος νόμος, σύμφωνα με τον οποίο η θανατική ποινή επιβαλλόταν σε όλα τα εγκλήματα.

Στην Αμερική, η θανατική ποινή ήρθε μαζί με τους Βρετανούς εξερευνητές της Νέας Γης και η πρώτη καταγεγραμμένη εκτέλεση έγινε το 1608 στην Βιρτζίνια ακολουθώντας το ευρωπαϊκό παράδειγμα.

Από τους δημοφιλέστερους τρόπους επιβολής της θανατικής ποινής υπήρξε η κρεμάλα και κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους η πυρά, «μέθοδος εξαγνισμού» των μαγισσών και σύμβολο σκοταδισμού. Η ανυπαρξία ενός οργανωμένου συστήματος απόδοσης δικαιοσύνης αλλά και η αυθαιρεσία, σε μεγάλο βαθμό, των αρχών οδήγησε στην άκριτη εκτέλεση ενός τεράστιου αριθμού ανθρώπων.

Ads

Με το πέρασμα των χρόνων συντελέστηκαν πολλές αλλαγές στην επιβολή της θανατικής ποινής η οποία εν τέλει απαγορεύτηκε στην περίπτωση μικρών εγκλημάτων. Ταυτόχρονα όμως άλλαζε και η στάση της κοινής γνώμης απέναντι στο φαινόμενο αυτό, που μέχρι στιγμής μόνον αρνητική δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, αφού όχι μόνον πρόσφερε ικανοποίηση αλλά θεωρούνταν και απολύτως δίκαιη.

Η αλλαγή ήρθε από μεγάλους διανοητές με τη δημιουργία του «Abolitionist Movement», το οποίο όχι μόνο κατόρθωσε να καταργήσει την θανατική ποινή στην Αυστρία και την Τοσκάνη αλλά κυρίως άλλαξε τον τρόπο σκέψης πίσω από την επιβολή. Οι αρχές πλέον δεν εκτελούσαν άκριτα, αλλά μέσα από διαδικασίες εξέτασης της εκάστοτε υπόθεσης κατέληγαν στο αν θα πρέπει να θανατωθεί ο κατηγορούμενος. Το εν λόγω κίνημα είχε αποτελέσματα και στην Αμερική, όπου ο Thomas Jefferson πρότεινε την δημιουργία ενός νόμου που θα όριζε την θανατική ποινή ως τιμωρία μόνον για εγκλήματα που αφορούσαν δολοφονίες ή εσχάτη προδοσία.

Και άλλες πολιτείες δεν άργησαν να υιοθετήσουν αυτόν τον τρόπο σκέψης, ωστόσο ένα μεγάλο πισωγύρισμα έγινε την περίοδο 1920 με 1950, με τους δύο Παγκοσμίους πολέμους και τον Ψυχρό πόλεμο να διαμορφώνουν ανεξέλεγκτες συνθήκες.

Η εμφάνιση πολλών ανθρωπιστικών οργανώσεων και η υπογραφή συνθηκών για την κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δημιούργησαν ένα ευνοϊκότερο κλίμα από την δεκαετία του 50′ και ύστερα. Τη δεδομένη χρονική στιγμή η θανατική ποινή έχει περιοριστεί στην εφαρμογή της σε περιπτώσεις που σχετίζονται με τον φόνο και εν γένει πράξεις αφαίρεσης της ανθρώπινης ζωής ενώ σε πολλές χώρες έχει καταργηθεί.

Στην χώρα μας, η τελευταία εκτέλεση πραγματοποιήθηκε στις 25 Αυγούστου του 1972, ενώ δια νόμου απαγορεύτηκε το 1993, με μοναδική εξαίρεση τα στρατιωτικά εγκλήματα σε περίοδο πολέμου.

Η θανατική ποινή έχει καταργηθεί ολοκληρωτικά σε 88 χώρες του κόσμου, σε 11 μερικώς, σε 24 στην πράξη, ενώ σε 75 χώρες διατηρείται ακόμη. Στις ΗΠΑ, οι 38 από τις 50 συνολικά πολιτείες υποστηρίζουν την θανατική ποινή ενώ ο αριθμός των μελλοθάνατων ξεπερνά τους 3.000. Τα τελευταία δύο χρόνια περισσότεροι από 6.000 άνθρωποι έχουν εκτελεσθεί σε 49 χώρες του κόσμου, που αγνοώντας το ψήφισμα της 18 Δεκέμβρη του 2007 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για αναστολή των εκτελέσεων παγκοσμίως, συνέχισαν την επιβολή της ποινής κανονικά.

Πρώτες σε εκτελέσεις έρχονται οι ΗΠΑ, η Κίνα και το Ιράν όπου έχει γίνει και το 94% των εκτελέσεων. Μάλιστα, στις ΗΠΑ έχουν εκτελεστεί 19 ανήλικοι μεταξύ 1900 – 2003, περισσότεροι από οποιαδήποτε άλλη χώρα του κόσμου, κάτι το οποίο απαγορεύεται από διεθνείς συνθήκες.

Οι απόψεις σχετικά με την ύπαρξη της θανατικής ποινής ως μέσο «σωφρονισμού» διίστανται, την στιγμή που ίσως δεν θα έπρεπε. Πώς μπορεί να θεωρηθεί μια τέτοιου είδους ολοκληρωτική ποινή σωφρονισμός; Και κατά πόσο συνάδει με την εξελιγμένη κοινωνία στην οποία ανήκουμε, όπως θέλουμε να πιστεύουμε;

H θανατική ποινή στην πραγματικότητα αποτελεί ένα πολύ ισχυρό φόβητρο για όσους δεν πρόκειται να εγκληματήσουν, αφού για τους ίδιους τους εγκληματίες ισχύει μια βασική αρχή: πως δεν πρόκειται να συλληφθούν. Η αφαίρεση λοιπόν της ανθρώπινης ζωής, κάτι που απαγορεύει η Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, θα πρέπει να ισχύει τόσο μεμονωμένα για τους πολίτες ενός κράτους όσο και για το ίδιο το κράτος.

Στο πέρασμα των χρόνων, πολλοί ηγέτες δικτατορικών, κυρίως, καθεστώτων έχουν κατηγορηθεί για δολοφονίες πολιτών όταν αυτή την στιγμή πραγματοποιούνται εκτελέσεις με το «κάλυμμα» μιας δημοκρατίας για την προστασία του «κοινού καλού». Μ’αυτές τις πρακτικές όμως δεν διαφέρουμε και ιδιαίτερα από τον κάθε δολοφόνο ή δικτάτορα.

Σ’ αυτό το σημείο εγείρεται ένα από τα πιο ισχυρά επιχειρήματα όσων τάσσονται υπέρ της θανατικής ποινής. Ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει ένα έγκλημα που δίκαια επιφέρει αυτού του είδους την ποινή, κατά κάποιο τρόπο δηλαδή του αξίζει αυτό που θα πάθει. Το «οφθαλμός αντί οφθαλμού» όμως, υπήρξε μέτρο πολύ προγενέστερων κοινωνιών και στους δικούς μας καιρούς αποτελεί περισσότερο τροχοπέδη. Δεν γίνεται να προχωρήσει μια κοινωνία όταν η ίδια διδάσκει την δολοφονία, όταν η ίδια αυτοδικεί αντί για τους συγγενείς του θύματος.

Επιπλέον, σε ένα σύστημα δικαιοσύνης που σε αρκετές των περιπτώσεων χωλαίνει πρέπει να υπάρχει μεγάλος βαθμός σιγουριάς από την πλευρά των αρχών για την ποινή που πρόκειται να επιβληθεί, και, ας μην γελιόμαστε, η διαφορετική και άνιση μεταχείριση περιπτώσεων που είναι ίδιες δεν λείπουν από τις κοινωνίες μας. Ακόμη, δεν είναι λίγες οι φορές που μελλοθάνατοι λόγω «λάθος» εκτιμήσεων, γλίτωσαν μερικές ώρες πριν εκτελεστούν ως κατηγορούμενοι για πολύ σοβαρά εγκλήματα.

H θανατική ποινή είναι ακραία, όπως και η δολοφονία ή οποιοδήποτε άλλο σοβαρό αδίκημα κατά της ανθρώπινης ζωής. Ο μόνος λόγος για τον οποίο το ζήτημα αυτό είναι διαπραγματεύσιμο είναι πως εκτελείται από το ίδιο το κράτος. Αυτός όμως είναι και ο λόγος για τον οποίο θα πρέπει να απαγορευθεί τελικά: δεν μπορεί ένα κράτος να παραβαίνει έναν από τους βασικότερους νόμους, και να δίνει αφύσικο τέλος σε έναν άνθρωπο.

Αξιοσημείωτα είναι τα λόγια του Cesare Beccaria, ενός μεγάλου διανοητή που πολέμησε ο ίδιος ενάντια στην εσχάτη των ποινών, σχετικά με την αποτελεσματικότητα της: «Ο θάνατος ενός εγκληματία είναι ένα τρομερό, αλλά προσωρινό θέμα, συνεπώς είναι μια λιγότερο αποτελεσματική μέθοδος αποτροπής (άλλων ανθρώπων από εγκληματικές πράξεις) απ’ ότι το συνεχές παράδειγμα ενός ανθρώπου αποστερημένου από την ελευθερία του, καταδικασμένου να διορθώσει μέσα από τη δουλεία του, το κακό που έκανε στην κοινωνία. Αν κάνω ένα τέτοιο έγκλημα, λέει ο θεατής στον εαυτό του, θα υποβιβαστώ σε αυτή τη μίζερη κατάσταση σε ολόκληρη τη ζωή μου. (Είναι) μια πολύ πιο ισχυρή αποτροπή από το φόβο του θανάτου τον οποίο οι άνθρωποι κρατούν πάντα σε μια απόμακρη αφάνεια. Οι βίαιες εντυπώσεις μας εκπλήσσουν, αλλά η επίδρασή τους είναι στιγμιαία. Μια ποινή, για να είμαστε δίκαιοι, πρέπει να έχει τόσο βαθμό αυστηρότητας ώστε να αποτρέπει επαρκώς τους άλλους».