Για τις 3 Νοεμβρίου αναβλήθηκε η δίκη των δυο αστυνομικών, οι οποίοι κατηγορούνται, μεταξύ άλλων, για παράβαση του άρθρου 137 Α του Ποινικού Κώδικα περι βασανιστηρίων, για τη συγκλονιστική υπόθεση που είδε το φως της δημοσιότητας το Δεκέμβριο του 2004 και είχε να κάνει με ξυλοδαρμούς Αφγανών προσφύγων. Στο tvxs.gr μίλησε η κα Μαριάννα Τζεφεράκου, μέλος της Ομάδας Δικηγόρων για τα Δικαιώματα Προσφύγων και Μεταναστών, η οποία αναφέρθηκε στην συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά και γενικότερα στην αντιμετώπιση αντίστοιχων περιστατικών.

Η υπόθεση είναι λίγο πολύ γνωστή, αν και σημειώνεται ότι πρόκειται απλά για ένα από τα πολλά παρόμοια περιστατικά, τα οποία όμως ποτέ δεν βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Στο πλαίσιο, λοιπόν, «άτυπης» αναζήτησης Αφγανού πρόσφυγα, ο οποίος απέδρασε κατά την προσαγωγή του στο δικαστήριο, ομάδα αστυνομικών και ειδικών φρουρών εξαπέλυσε ανθρωποκυνηγητό με αλλεπάλληλες επιδρομές σε σπίτια, όπου διέμεναν Αφγανοί, ξυλοκοπώντας και βασανίζοντας αδιακρίτως τους ενοίκους με σκοπό να αποσπάσουν πληροφορίες για τον εντοπισμό του αποδράσαντος. Επιπλέον, προσήγαγαν για τον ίδιο σκοπό δύο Αφγανούς στο Α.Τ. Άγ. Παντελεήμονα, όπου τους βασάνισαν συστηματικά.

Τα γεγονότα αυτά συνέβησαν κατά το χρονικό διάστημα από 14 έως 16 Δεκεμβρίου 2004. Τα θύματα απευθύνθηκαν σε μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και Συλλογικότητες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της προστασίας προσφύγων και μεταναστών, οι οποίες και κινητοποιήθηκαν άμεσα. Υπενθυμίζεται, ακόμα, ότι αρχικώς η εκδίκαση της υπόθεσης είχε οριστεί για τις 2 Δεκεμβρίου 2009, αλλά αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου υπεράσπισης. Στη συνέχεια, η δίκη είχε οριστεί για τις 8 Απριλίου, αλλά αναβλήθηκε εκ νέου λόγω απουσίας βασικών μαρτύρων.

Όσο για τους αστυνομικούς που εμπλέκονται στην υπόθεση, ο ένας έχει πλέον αποταχθεί και είναι σήμερα ειδικός φρουρός, ενώ ο δεύτερος είναι ακόμα εν ενεργεία. Υπενθυμίζεται ότι είχε υπάρξει καταδικαστική απόφαση της ΕΔΕ η οποία διενεργήθηκε για τους δυο αστυνομικούς, επιβάλλοντας πειθαρχικές ποινές, προφανώς με ανασταλτικό χαρακτήρα.

Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί, τονίζει η κα Τζεφεράκου, στο γεγονός ότι «ενώ το συμβάν έγινε το Δεκέμβρη του 2004, για πρώτη φορά στο ακροατήριο έφτασε το Δεκέμβρη του 2009, δηλαδή μετά από 5 ολόκληρα χρόνια.» Το γεγονός αυτό είναι σημαντικό για έναν ακόμα λόγο: τα θύματα είναι Αφγανοί πρόσφυγες, στους οποίους, όμως, δεν έχει δοθεί ακόμα άσυλο. Συνεπώς, «και η διαμονή τους εδώ είναι επισφαλής και δεν είναι σίγουρο ότι θα συνεχίσουν να βρίσκονται στη χώρα μετά από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα».

«Σπάνια φτάνουν οι υποθέσεις τέτοιου είδους, δηλαδή υποθέσεις ξυλοδαρμών μεταναστών ή προσφύγων, στη δικαιοσύνη» επισημαίνει η κα Τζεφεράκου. «Φοβούνται οι ίδιοι οι πρόσφυγες να καταθέσουν, αλλά και υπάρχει και συγκάλυψη από τις αρχές» εξηγεί. Για ποιό λόγο, λοιπόν, είναι διαφορετική αυτή η περίπτωση; «Σε αυτή την περίπτωση τα πράγματα είναι διαφορετικά, λόγω του μεγάλου αριθμού των θυμάτων, και της δημοσιότητας που πήρε η όλη υπόθεση, παράγοντες που την έκαναν να «προχωρήσει». Δεν παύει, όμως, να είναι η εξαίρεση». Ενώ, δηλαδή, οι υποθέσεις είναι πάρα πολλές, οι καταγγελίες είναι λίγες, και οι υποθέσεις που τελικά φτάνουν στα δικαστήρια ακόμα λιγότερες. Ακόμα πιο σπάνια, μάλιστα, υπάρχουν καταδίκες των υπαίτιων. «Ιδίως στην περίπτωση των αλλοδαπών» υπογραμμίζει η δικηγόρος. «Τα θύματα ήταν, μάλιστα, πιο πολλά από αυτά που εμφανίζονται τώρα ως μάρτυρες. Δεν προσήλθαν, όμως, ποτέ να καταθέσουν, επειδή, μεταξύ άλλων, δεν έχουν και τα απαραίτητα νομικά έγγραφα.»

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει, σύμφωνα με την κα Τζεφεράκου, το γεγονός ότι το αίτημα των ανθρώπων αυτών για άσυλο εκκρεμεί ακόμη. «Από τα θύματα αυτά υπάρχουν αρκετοί, οι οποίοι τον καιρό του συμβάντος ήταν ακόμα ανήλικοι. Σήμερα τα παιδιά έχουν ενηλικιωθεί, αλλά ακόμα δεν έχουν πάρει άσυλο από το κράτος, αν και χρήζουν ιδιαίτερης φροντίδας.» Παρόλο, δηλαδή, που τα αποτελέσματα της ΕΔΕ ήταν καταδικαστικά για τους αστυνομικούς, με το κράτος να παραδέχεται την κακομεταχείριση των προσφύγων, οι άνθρωποι αυτοί «δεν έχουν λάβει καμία προστασία, κοινωνικού ή άλλου είδους, παρότι υπήρξαν θύματα κακομεταχείρισης και βασανιστηρίων» τονίζει. Το κράτος, μάλιστα, δεν παρείχε στα άτομα αυτά καμία ιατρική περίθαλψη, όπως θα όφειλε.

Πρόκειται για ξεχωριστή περίπτωση, για πρόβλημα, δηλαδή το οποίο αφορά αποκλειστικά το συγκεκριμένο αστυνομικό τμήμα; «Καταγγελίες για το τμήμα του Αγίου Παντελεήμονα σαφώς και υπάρχουν, όπως υπάρχουν και για πολλά άλλα αστυνομικά τμήματα όλα αυτά τα χρόνια. Το πρόβλημα είναι ότι πολύ δύσκολα οι υποθέσεις αυτές βλέπουν το φως της δημοσιότητας, πόσο μάλλον καταλήγουν στα δικαστήρια» καταλήγει η κα Τζεφεράκου.