Ποιος θυμάται την Πρωτομαγιά του 2010; Παρά το μούδιασμα που είχε προκαλέσει το πρωθυπουργικό διάγγελμα του Καστελόριζου, με το οποίο η χώρα έμπαινε στον αστερισμό του Μνημονίου, λίγοι ακόμη υποψιαζόταν τι θα ακολουθούσε.

Τα εργατικά συνδικάτα γιόρταζαν την 1η Μαΐου και είχαν κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένα: είχαν περάσει λιγότεροι από 8 μήνες από τότε που το πολιτικό κόμμα, που τους παραχώρησε τα περισσότερα δικαιώματα και προνόμια μετά τη μεταπολίτευση, είχε κερδίσει τις εκλογές με ένα συντριπτικό ποσοστό. Δυστυχώς οι ελπίδες ότι το ίδιο σκηνικό θα επαναληφθεί ή, έστω, θα διατηρηθεί αποδείχτηκαν φρούδες.

Τα Μνημόνια συνοδεύτηκαν από ένα μείγμα πολιτικής που κλόνισε συθέμελα τις εργασιακές σχέσεις και καθημερινά εγκαθιδρύει ένα άκρως απορυθμισμένο τοπίο. Μυριάδες εργαζόμενοι είδαν τα δικαιώματα τους να καταστρατηγούνται συστηματικά στη χοάνη μιας αγοράς που χαρακτηρίζεται από δυσθεώρητη ανεργία και επιδημικής έκτασης αδήλωτη εργασία.

Η ποιότητα των όποιων θέσεων εργασίας που δημιουργούνται σε αυτό το καθεστώς συνήθως είναι πολύ χαμηλή, οι σχέσεις απασχόλησης επιμερίζονται σε πολλαπλού τύπου συμβάσεις, ενώ η ανασφάλεια των εργαζομένων επιτείνεται.

Σε αυτό το ζοφερό τοπίο οι συνδικαλιστικές οργανώσεις δείχνουν μια άνευ προηγουμένου αμηχανία, που θυμίζει την κατάρρευση των κραταιών συνδικάτων στις χώρες του «εφαρμοσμένου σοσιαλισμού» μετά το 1989. Εθισμένα στο ρόλο τους ως γραφειοκρατικού μηχανισμού διαμεσολάβησης ανάμεσα στους μισθωτούς και την κρατική/(μονο)κομματική  εξουσία, τα «κόκκινα συνδικάτα» κατέρρευσαν εν ριπή οφθαλμού, καθώς είχαν προ πολλού αποποιηθεί το ρόλο τους ως πολιορκητικού κριού για την διεκδίκηση εργασιακών δικαιωμάτων.

Η ιστορία φαίνεται -τηρουμένων των αναλογιών- πως επαναλαμβάνεται. Μέσα στην πλημμυρίδα της φιλοσυνδικαλιστικής νομοθεσίας στη δεκαετία του ’80 και της αυξημένης πρόσβασης σε κρατικά και κοινοτικά κονδύλια μετά το 1990 τα ελληνικά συνδικάτα μετατράπηκαν βαθμιαία σε μηχανισμό διαμεσολάβησης.

Πολλοί από τους πρωταγωνιστές τους πέταξαν το αμπέχωνο και το ζιβάγκο χάριν της γραβάτας και διεκδίκησαν με επιτυχία ένα νέο ρόλο:

συμμετοχή σε διοικητικά συμβούλια και επιτροπές που εξασφάλιζαν δύναμη επιρροής και οικονομική αποζημίωση, μεσολάβηση μεταξύ διοίκησης και (φίλα προσκείμενου) εργαζόμενου για την προώθηση του υπηρεσιακού ρουσφετιού (μετάθεση, καλύτερο ωράριο κ.α.), διανομή δελτίων κοινωνικού τουρισμού, προσφορά σε επιλεγμένους εργαζόμενους προγραμμάτων κατάρτισης, συμμετοχή σε συνέδρια εξωτερικού με αξιοζήλευτες συνθήκες διαμονής, ανταλλαγή μικρο-εξυπηρέτησεων με την ψήφο σε εκλογικές αναμετρήσεις για τις διοικήσεις των σωματείων η την τοπική αυτοδιοίκηση και καμία φορά για το κοινοβούλιο.

Σε πολλές περιπτώσεις, ο ρόλος των συνδικαλιστικών στελεχών παρέκκλινε: αντί να προασπίζονται τα δικαιώματα του αδυνάτου, αμύνονταν των προνομιών του «δικτυωμένου».

Αυτές ακριβώς οι επιλογές του συνδικαλισμού που είχαν ήδη εξατομικεύσει πολλούς εργατικούς αγώνες και είχαν αποδεχτεί ή έστω ανεχτεί τις διαιρέσεις του εργατικού δυναμικού σε πολλές ταχύτητες (παλαιοί vs νέοι ασφαλισμένοι, νεοεισερχόμενοι outsiders vs insiders της αγοράς εργασίας) έστρωσαν το χαλί στην αποστροφή των μισθωτών σε κάθε συλλογικότητα. Επομένως, ο ατοµικισµός, η (αυτό)δυσφήµηση της συνδικαλιστικής δράσης, η γραφειοκρατική στάση και η διαφθορά διέβρωσαν αυτούς τους πολυσήμαντους θεσμούς έκφρασης των εργαζομένων.

Τα συνδικάτα στάθηκαν αδύναμα να διαπραγματευτούν τις αλλαγές, να διαμορφώσουν νέους όρους αλληλεγγύης με τα διάσπαρτα συμφέροντα του κατακερματισμένου εργατικού δυναμικού, να ευθυγραμμιστούν με τους νέους κοινωνικούς κινδύνους και να εγκαταλείψουν την εστίαση στην μηχανιστική διατήρηση των εργασιακών στερεοτύπων, που συνάδουν με παρωχημένα πρότυπα παραγωγικής διαδικασίας.

Η αντανακλαστική αντίδραση στην κρίση με την προσέγγιση «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», δεν μπορεί να λύσει μακροπρόθεσμα το πρόβλημα. Αν οι νέες ευέλικτες εργασιακές σχέσεις συνεχίσουν να εγκλωβίζονται στη μέγγενη της εξατομίκευσης, αν η επισφαλής εργασία παραμείνει εκτός του βεληνεκούς του παραδοσιακού εργατικού δικαίου κι αν δεν αφυπνισθούν τα εργατικά συνδικάτα, οι έλληνες μισθωτοί θα βιώσουν ένα σεληνιακό τοπίο απασχόλησης, που θα θυμίζει λιγότερο τις ευρωπαϊκές αγορές εργασίας και περισσότερο το ασιατικό μοντέλο ανάπτυξης και απασχόλησης.

Υπάρχει ελπίδα; Η απάντηση θα μπορούσε να είναι υπό όρους καταφατική, αν θυμηθούμε την ιστορία της εργατικής πρωτομαγιάς. Οι πρωταγωνιστές των πρώιμων συνδικαλιστικών αγώνων δρούσαν σε ένα πολύ σκληρό τοπίο εξαντλητικής εκμετάλλευσης και εκτεταμένης αυθαιρεσίας και ανομίας -που θύμιζε «Μανωλάδα»- και ρίσκαραν πολλά: την θέση εργασίας, τη σωματική ακεραιότητα, ακόμη και τη ζωή τους.

Αγωνιζόταν για το συμφέρον του συνόλου των μισθωτών, προωθούσαν την εμπέδωση της συλλογικότητας, διέθεταν αυταπάρνηση και γνώριζαν ότι η έκβαση ενός εργατικού αγώνα δεν είναι προδιαγεγραμμένη. Πολύ φοβούμαι πως ανήμερα της Πρωτομαγιάς η μοναδική ελπίδα για την αναβίωση των συλλογικών εργατικών αγώνων βρίσκεται πίσω στο μέλλον!-