Δεν είναι πάντα η αλήθεια που φοβόμαστε, αλλά όσα αυτή φέρνει στην επιφάνεια. Δυσκολευόμαστε ν’ αναλάβουμε το βάρος της ευθύνης και ν’ αποδεχτούμε την ενοχή μας, καθώς κάτι τέτοιο κλονίζει την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.
Γι’ αυτό, συχνά στρέφουμε το βλέμμα αλλού, αναζητώντας ένα πρόσωπο ή μια ιδέα γύρω από τα οποία χτίζουμε μια εκδοχή της πραγματικότητας που μας βολεύει, ακόμη κι όταν τα γεγονότα τη διαψεύδουν. Έτσι, η αυταπάτη γίνεται καταφύγιο και όσο περισσότερο βυθιζόμαστε σε αυτή, τόσο δυσκολότερο γίνεται να ξεφύγουμε. Τελικά, φτάνουμε να πιστεύουμε πως η αλήθεια που αρνούμαστε να δούμε δεν υπάρχει.
Ο Πολ Μάρεϊ (Δουβλίνο, 1975), στο βιβλίο του «Το τσίμπημα της μέλισσας», φωτίζει αυτή την άρνηση μέσα από τον τρόπο με τον οποίον βλέπουν τα πράγματα τα τέσσερα μέλη μιας οικογένειας. Μυστικά και ψέματα καθορίζουν τις σχέσεις τους. Στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν την εικόνα που έχουν επιλέξει για τον εαυτό τους, κρατούν κρυφά κομμάτια της ζωής τους και παραμένουν εγκλωβισμένοι σε ρόλους από τους οποίους δεν μπορούν εύκολα να ξεφύγουν. Μέσα σ’ αυτή την οικογένεια, ακόμη και το τσίμπημα μιας μέλισσας μπορεί να γεννήσει μια ολόκληρη ιστορία που, αν και απέχει από την αλήθεια, καταλήγει να παίρνει τη θέση της.
Στην ιρλανδική επαρχία, στον απόηχο της οικονομικής κρίσης του 2008, η οικογένεια Μπαρνς βλέπει τη ζωή της να κλονίζεται. Η άλλοτε επικερδής επιχείρηση του Ντίκι βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Η Ιμέλντα, κάποτε η ομορφότερη γυναίκα της περιοχής, φτάνει να πουλά ακόμη και τα κοσμήματά της στο eBay προσπαθώντας να διατηρήσει έναν τρόπο ζωής που δεν μπορεί, πλέον, να υποστηρίξει. Οι δυσκολίες επιβαρύνουν τη σχέση του ζευγαριού.
Η έφηβη κόρη τους, Κας, μέχρι πρόσφατα άριστη μαθήτρια, παραμελεί το σχολείο και παρασύρεται από τη στενή φίλη της, την Ελέιν, σε έναν κόσμο με αλκοόλ, ξενύχτια και γνωριμίες με αγόρια, σε μια σχέση που ισορροπεί ανάμεσα στην συντροφικότητα και την εξάρτηση. Ο δωδεκάχρονος γιος τους, ΠιΤζέι, ένα ευαίσθητο και εσωστρεφές αγόρι, περνά όλο και περισσότερο χρόνο μπροστά στον υπολογιστή, απορροφημένος από βιντεοπαιχνίδια. Νιώθοντας παραμελημένος, αρχίζει να σχεδιάζει τη δική του διαφυγή.
Για την Ιμέλντα, ωστόσο, η ανασφάλεια δεν είναι κάτι καινούργιο. Μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια, με έναν βίαιο και αλκοολικό πατέρα. Πριν από το γάμο της με τον Ντίκι, ήταν αρραβωνιασμένη με τον αδελφό του, τον Φρανκ, με τον οποίον σχεδίαζαν να παντρευτούν. Ο θάνατός του, όμως, αλλάζει τα πάντα. Ο Ντίκι, εγκαταλείπει τις σπουδές του στο Δουβλίνο, επιστρέφει για να αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση και συναντά την Ιμέλντα, ακόμη βαθιά σημαδεμένη από την απώλεια. Λίγο αργότερα δημιουργούν τη δική τους οικογένεια.
Με την επιχείρηση να βυθίζεται στην κρίση, ο πατέρας του Ντίκι, Μορίς, επιστρέφει από την Πορτογαλία για να βοηθήσει, προσθέτοντας νέα ένταση σε παλιές οικογενειακές εκκρεμότητες. Παράλληλα, ο εκβιασμός του Ρίσαρντ, ενός Πολωνού μηχανικού της επιχείρησης κάνει ακόμη πιο ασφυκτική τη θέση του Ντίκι, καθώς τον απειλεί με την αποκάλυψη ενός καλά κρυμμένου μυστικού, αποσπώντας του διαρκώς χρήματα.
Μέσα σ’ αυτό το αδιέξοδο, ο Ντίκι περνά όλο και περισσότερο χρόνο με τον Βίκτορ, έναν άνθρωπο πεπεισμένο ότι πλησιάζει μια μεγάλη περιβαλλοντική καταστροφή. Μαζί κατασκευάζουν ένα καταφύγιο στο δάσος, μια ενασχόληση που εξελίσσεται σε εμμονή. Στη συζήτησή τους για τον Ρίσαρντ, ο Βίκτορ προτείνει μια λύση που αρχικά φαντάζει αδιανόητη, αλλά η απόγνωση την κάνει όλο και πιο δελεαστική.
Και ενώ κάθε μέλος των Μπαρνς μένει απορροφημένο στη δική του ιστορία, οι παράλληλες πορείες τους καταλήγουν ένα βράδυ στο ίδιο σημείο: στο δάσος. Εκεί, χωρίς ο ένας να γνωρίζει τις κινήσεις των άλλων και καθώς η καταιγίδα δυναμώνει, οι λέξεις ενός παλιού παιδικού παιχνιδιού ακούγονται ξανά, λίγο πριν κριθεί η τύχη της οικογένειας.
Ο Μάρεϊ αφηγείται με χιούμορ ακόμη και τις πιο δύσκολες στιγμές των πρωταγωνιστών. Αποκαλύπτει τα μυστικά της ιστορίας σταδιακά, ανατρέποντας συνεχώς τα δεδομένα και κρατώντας την αγωνία αμείωτη για όσα πρόκειται να ακολουθήσουν. Η οικογένεια δεν έχει ν’ αντιμετωπίσει μόνο την οικονομική κρίση αλλά τα υπαρξιακά και συναισθηματικά αδιέξοδα που έρχονται στην επιφάνεια εξαιτίας της. Μέχρι τότε εύκολα προσποιούνται πως όλα βρίσκονται υπό έλεγχο ενώ απλά παλεύουν να φανούν συνεπείς στην εικόνα που κατασκεύασαν.
Πόσο συνειδητά επιλέγουμε τελικά τη ζωή που χτίζουμε; Αν ξεκινούσαμε σήμερα από την αρχή, θα αποφασίζαμε να ακολουθήσουμε την ίδια διαδρομή; Ίσως η απάντηση να κρύβεται στις μικρές μας υποχωρήσεις, στα σχέδια και τις επιθυμίες που δεν διεκδικήσαμε όσο τους άξιζε, ώσπου παγιδευόμαστε σε σιωπές και συμβιβασμούς που με τον καιρό σταματάμε να αμφισβητούμε. Έτσι υψώνονται γύρω μας τείχη που μας απομακρύνουν από τον κόσμο μέχρι που βρισκόμαστε τελικά κλεισμένοι έξω απ’ αυτόν.
«Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ,
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
[…]
Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμο έξω». *
*Κ.Π. Καβάφης, «Τείχη»
ΤΟ ΤΣΙΜΠΗΜΑ ΤΗΣ ΜΕΛΙΣΣΑΣ / PAUL MURRAY
Μετάφραση: Κλαίρη Παπαμιχαήλ-Λαϊνά / Εκδόσεις: Ψυχογιός

Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


