“Κάποια από τα γεγονότα που εξιστορούνται εδώ είναι πραγματικά. Όλα τα πρόσωπα είναι φανταστικά”. Γιατί, άραγε, ο Χόρχε Ιμπαργκουενγκόιτια (Μεξικό, 1928-1983) μάς υποδέχεται μ’ αυτήν τη φράση στο απολαυστικό βιβλίο του “Οι νεκρές”; Υπάρχει περίπτωση να ταυτιστούμε με τα πρόσωπα μιας ιστορίας που εκτυλίσσεται στο μακρινό Μεξικό της δεκαετίας του ΄60;

Ads

Μήπως, τελικά, οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις δεν είναι τόσο ξένες όσο πιστεύουμε;

Ads

Μ’ αυτό το καλωσόρισμα, ο συγγραφέας ταυτόχρονα διαλύει κάθε πιθανή μας ψευδαίσθηση ότι το μυθιστόρημα στέκεται μακριά από τον δικό μας κόσμο και φωτίζει μια σκληρή αλήθεια: η αξία της ανθρώπινης ζωής συχνά υπολογίζεται με όρους κέρδους. Έχοντας επίγνωση πως αναδεικνύει ένα διαχρονικό και οικουμενικό ζήτημα, μας προτρέπει ν’ αναλογιστούμε αν η ευθύνη βαραίνει μόνο τους “άλλους” ή αφορά και εμάς τους ίδιους.

Ads

Στην πρώτη κιόλας σελίδα, η Σεραφίνα αδειάζει το όπλο της πάνω στον πρώην εραστή της, Σιμόν Κορόνα. Παρά τις δεκάδες σφαίρες, ο άνδρας σώζεται και την ώρα της κατάθεσής του, ο εισαγγελέας διατάζει να ανακριθεί, παράλληλα, και για μια υπόθεση παράνομου ενταφιασμού. Ο Σιμόν ζητά να συμπεριληφθεί ως κατηγορούμενη και η Σεραφίνα, μετατοπίζοντας και σ’ εκείνη μέρος της ευθύνης. Ξεκινά με αναφορά στο κοινό τους παρελθόν, στη γνωριμία τους στον οίκο ανοχής όπου ήταν ιδιοκτήτρια, στον θυελλώδη έρωτά τους. Συνεχίζοντας την κατάθεσή του, φτάνει ν’ αναφερθεί και στην αδερφή της, την Αρκάνγκελα, ιδιοκτήτρια του μεγαλύτερου οίκου ανοχής στην περιοχή. Μιλά για τη χάρη που του ζητά: να ξεφορτωθεί το πτώμα μιας κοπέλας και για το πώς υπακούει αμέσως χωρίς να διστάσει. Όταν παρατάει τη Σεραφίνα, ο γυναικείος εγωισμός της δεν καταφέρνει να το δεχτεί και αδιαφορώντας για τα πάντα ονειρεύεται μόνο να πάρει εκδίκηση. Χρειάζεται ένα όπλο για την υλοποίηση του σχεδίου της και γι’ αυτό πλησιάζει τον λοχαγό Μπεντόγια, με τον οποίο σύντομα γίνεται ζευγάρι.

Ads

Η Αρκάνγκελα και η Σεραφίνα είναι δύο γυναίκες που τις ενώνει μια δυνατή αδερφική αγάπη και τα φιλόδοξα επαγγελματικά τους σχέδια. Παραπλανούν νεαρά κορίτσια από φτωχές πολύτεκνες οικογένειες, υπόσχονται δουλειά υπηρέτριας με στέγη και τροφή ενώ στην πραγματικότητα τις παγιδεύουν και τις εκμεταλλεύονται. Τη στιγμή που οι δύο αδερφές βρίσκονται στο απόγειο της επιτυχίας τους, η ψήφιση ενός νόμου για την απαγόρευση της πορνείας αλλάζει τα δεδομένα. Οι οίκοι ανοχής κλείνουν και οι συνθήκες διαβίωσης για τις κοπέλες γίνονται ακόμη πιο σκληρές. Όλες τους τραγικές μορφές, κάθε μια με τη δική της σκοτεινή ιστορία. Μια σειρά από γεγονότα φέρνουν τις αδερφές αντιμέτωπες μ’ ένα ακόμη πτώμα που πρέπει να εξαφανίσουν πριν κινήσουν υποψίες. Η Αρκάνγκελα, πλέον, είναι βέβαιη πως η σύλληψή τους είναι θέμα χρόνου και προτείνει τη φυγή τους στην Αμερική. Ταυτόχρονα, για να οργανώσει την απόδραση, βρίσκει ως μόνη λύση τη δωροδοκία της αστυνομίας.

Θα καταφέρουν άραγε οι δύο αδερφές να σβήσουν για ακόμη μια φορά κάθε τους ίχνος; Και, τελικά, θα βρούνε δικαίωση οι κοπέλες, οι χρόνια καταδικασμένες να ζούνε σαν “νεκρές”;

Ο συγγραφέας μέσα από το βαθύ, μαύρο χιούμορ και την καυστική ειρωνεία, βασισμένος σε πραγματικά γεγονότα, φωτίζει το σκληρό πρόσωπο μιας κοινωνίας, όπου η διαφθορά και η κατάχρηση εξουσίας εγκλωβίζουν ευάλωτα πλάσματα. Νεαρές γυναίκες – θύματα εκμετάλλευσης απέναντι σ’ έναν κόσμο που επιλέγει τη σιωπή ενώ οι ίδιες στερούνται φωνής για να ζητήσουν στήριξη, αλληλεγγύη και δικαιοσύνη.

Αλήθεια, πόσο αθώα είναι η σιωπή μπροστά σε μια αδικία;

ΟΙ ΝΕΚΡΕΣ / Χόρχε Ιμπαργκουενγκόιτια
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ; Ασπασία Καμπύλη / ΕΚΔΟΣΕΙΣ: Carnivora