Πότε αρχίζουμε να μετράμε τη ζωή μας με φως και σκοτάδι; Μερικές φορές αρκεί μια μικρή αφορμή. Κάποιες άλλες χρειάζεται κάτι πιο οδυνηρό για να γυρίσουμε πίσω στους ανθρώπους και σε όσα κάποτε μας άλλαξαν χωρίς να το καταλάβουμε. Θυμόμαστε την εποχή που το σώμα ήταν δυνατό, ο έρωτας έμοιαζε να μας περιμένει κάπου παρακάτω και η επιθυμία δεν χρειαζόταν εξηγήσεις.

Ads

Κι ύστερα, το σώμα αλλάζει και λυγίζει, έρωτες τελειώνουν, άνθρωποι χάνονται από τη ζωή μας και, όσο απομακρυνόμαστε από το παρελθόν, αλλάζει και η ματιά μας πάνω στα πράγματα. Δεν είμαστε πια οι ίδιοι άνθρωποι. Ίσως γι’ αυτό η μνήμη κρατάει κάποια πράγματα ζωντανά και αφήνει άλλα να ξεθωριάσουν. Κι έτσι, κάποια χρόνια τα θυμόμαστε φωτεινά και κάποια σκοτεινά. Μήπως, όμως, τελικά το φως και το σκοτάδι συνυπάρχουν στις ίδιες αναμνήσεις;

Ads

Η Ζίτα Ρούτζκα (Πολωνία, 1964) στο βιβλίο της, «Γελάει καλύτερα όποιος έχει δόντια», μάς συστήνει τηn Βέρα, μια γυναίκα που, καθώς μιλά, ξετυλίγει μπροστά μας τη διαδρομή της. Το παρελθόν, όπως η ίδια ομολογεί, δυσκολεύει την αναπνοή της. Τότε στρίβει ένα τσιγάρο, τραβάει μια τζούρα κι αφήνει τον καπνό να σκεπάζει τις κακές σκέψεις. Επιστρέφει στους ανθρώπους που αγάπησε, στις απώλειες που τη σημάδεψαν και στο σώμα που κάποτε ήταν αλλιώτικο, σε όλα όσα έφτιαξαν τη γυναίκα που είναι σήμερα. Μια Βέρα που μπορεί ακόμη ν’ αγαπά όποιον θέλει και να μη δίνει λογαριασμό σε κανέναν.

Ads

Η Βέρα από τις «Κομμώσεις Ανδρών Βέρα» πρέπει να βρει παπούτσια για τον νεκρό άντρα της. Όχι οποιαδήποτε παπούτσια, αλλά τα σωστά για να φύγει ο άνθρωπος όπως πρέπει. Τα χρήματα δεν περισσεύουν, ο θάνατος κοστίζει και η δική της τσέπη είναι άδεια τρύπα. Η σκέψη της είναι απλή: μετά την κηδεία πρέπει πάντα να μένει κάτι και για τους ζωντανούς. Όμως, ο συγχωρεμένος δεν μπορεί να φύγει ξυπόλητος. Δεν θα του φερθεί σαν σκουπίδι.

Ads

Κάτι φαινόταν να τον βασανίζει καιρό και έπαψε να τρώει. Ζούσαν κάτω από την ίδια στέγη, μα ανάμεσά τους είχε υψωθεί ένας τοίχος. Δύσκολο και μεγάλο το ταξίδι να πηγαινοέρχεται στο πλευρό ενός κατάκοιτου. Ο ήχος της αρρώστειας την ακολουθούσε από δωμάτιο σε δωμάτιο και τώρα που εκείνος έχει πεθάνει, ο βήχας του βήχει δίπλα της.

Κι όμως, κάποτε υπήρχαν φωτεινά χρόνια. Τότε που της έβγαζε τα παπούτσια μετά τη δουλειά, της έβαζε τα πόδια σε λεκάνη με νερό και αλάτι, της έκανε μασάζ. Τώρα, εκείνη πρέπει να φροντίσει τα δικά του πόδια. Και την κηδεία θα την κάνει όπως θέλει εκείνη. Δεν δέχεται παπά να κάνει αγιασμό. Θέλει απλά μια καλή ημερομηνία και έναν σταυρό. Όταν συνεχίζουν να τη βομβαρδίζουν με ερωτήσεις, τους απειλεί πως θα ψάξει για πολιτική κηδεία. Μαύρο φόρεμα δεν έχει, το έχει πουλήσει. Αν χρειαστεί, θα βάλει το παρδαλό της φουστάνι. Και θα κρατήσει τα μάτια της στεγνά, ως περιφρόνηση για τον θάνατο και τους παρατρεχάμενούς του.

Πηγαίνει στο παζάρι. Ψάχνει αγοραστές για οτιδήποτε έχει απομείνει στο σπίτι και μπορεί να πουληθεί. Παλεύοντας να στήσει την κηδεία, η ανάγκη για χρήματα τη φέρνει στις παλιές αγάπες, αν και εκεί ξέρει πως δεν περπατάς εύκολα. Το έδαφος είναι ανώμαλο, έχει λάκκους και λάσπη. Συναντά γνώριμους, περαστικούς, παλιούς εραστές. Πρόσωπα που γίνονται αφορμή να επιστρέψει στη Ζόσκα, τη μεγάλη της αγάπη. Τώρα η Ζόσκα είναι νεκρή. Κάποιοι βιάστηκαν να σκεπάσουν τον θάνατό της, να τον κρατήσουν κρυφό, όμως εκείνη δεν αφήνει να περνάει μέρα που να μη μιλάει μαζί της. Δεν έχει σημασία που έχει πεθάνει. Αυτός ο έρωτας έχει ακόμη νύχια και δόντια.

Η Βέρα αποδεικνύει μέχρι τέλους πως είναι ικανή για πολλά. Απρόβλεπτη και ασταμάτητη, παραβιάζει διαρκώς κάθε κανόνα, καθιστώντας αδύνατο να φανταστεί κανείς την επόμενη κίνησή της.

Η Ζίτα Ρούτζκα γράφει με μια γλώσσα σκληρή και άμεση, που κινείται από το χιούμορ στην ωμότητα. Οι μικρές, κοφτές προτάσεις δίνουν στο μυθιστόρημα έναν γρήγορο, νευρικό ρυθμό και μιλούν ανοιχτά για όσα συνήθως αφήνουμε στη σιωπή: τη φτώχεια, το γήρας, τη μοναξιά, το πένθος.

Εδώ, η απώλεια δεν οδηγεί στη συγκίνηση αλλά γίνεται η αφορμή να γνωρίσουμε τον τρόπο με τον οποίον η Βέρα αντιλαμβάνεται τη ζωή. Στον δικό της κόσμο, ακόμη και ο θάνατος μετατρέπεται σε οικονομικό αδιέξοδο.

Έτσι, αντί για δάκρυα, εκείνο που αναζητά πρώτα είναι ένα ζευγάρι παπούτσια για τον νεκρό. Η ταξική διαδρομή της Βέρας αποτυπώνεται και στο σώμα της. Όπως συμβαίνει με τόσες γυναίκες της εργατικής τάξης, πάνω της χαράζονται οι ανισότητες και οι στερήσεις που έχουν διαφορφώσει την πορεία της. Αν και ζει όλα αυτά σε μια Πολωνία που αλλάζει, η ιστορία της αγγίζει τις γυναίκες σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, για τις οποίες η φτώχεια, η ηλικία, η μοναξιά καθορίζουν τα όρια της ζωή τους. Η Βέρα αναγκάζεται να μετράει τα πάντα, εκτός από την επιθυμία της να ζήσει. Κάτι μέσα της επιμένει.

Όταν όλα γύρω καταρρέουν, το πιο εύκολο είναι να παραιτηθεί κανείς. Μπορούμε, όμως, να αντισταθούμε στη φθορά; Ν’ ανοίξουμε δρόμους εκεί που φαίνεται να μην υπάρχουν; Να κρατηθούμε από τα μικρά δικά μας «θέλω», κόντρα σε όσα οι άλλοι θεωρούν πως δεν μας επιτρέπονται; Δεν χρειάζεται να είναι ένα μεγάλο όνειρο ή ένας ιδανικός έρωτας. Αρκεί μια βαθιά προσωπική ανάγκη που θα μας σπρώξει να σηκωθούμε το πρωί.
Χωρίς φωτιά, τι είναι η ζωή;

ΓΕΛΑΕΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΟΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΔΟΝΤΙΑ/ Zyta Rudzka
Μετάφραση: Αναστασία Χατζηγιαννίδη/ Εκδόσεις: LOGGIA