Τι σημαίνει, άραγε, να είσαι «ξένος»; Πρόκειται για επιλογή ή για μια συνθήκη που επιβάλλεται από αμείλικτους παράγοντες, όπως ο πόλεμος, η φτώχεια και η ανεργία, που πνίγουν κάθε προοπτική; Όταν τα όρια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στενεύουν, η φυγή γίνεται μονόδρομος. Πώς μας υποδέχεται, όμως, ένας νέος τόπος;

Ads

Δυστυχώς, η πραγματικότητα δεν εγγυάται πάντοτε την αποδοχή. Συχνά, υπερισχύουν η προκατάληψη και η καχυποψία. Όμως, γιατί η διαφορετικότητα εξακολουθεί να μας γεμίζει φόβο;

Ads

«Εδώ δεν συμπαθούν τους ξένους», μας προειδοποιεί, ήδη, από τον καταιγιστικό τίτλο του βιβλίου η Όλγα Μερίνο (Βαρκελώνη, 1965). Η ηρωίδα της καλείται ν’ αγωνιστεί για να καθιερώσει τη θέση της σε μια κοινωνία που παραμένει εγκλωβισμένη σε προκαταλήψεις. Σ’ έναν κόσμο που την κρίνει και την απορρίπτει, χωρίς να προσπαθεί να την γνωρίσει, εκείνη δεν διστάζει και πληρώνει το τίμημα της διαφορετικότητάς της.

Ads

Πρωταγωνίστρια του βιβλίου είναι η Άντζι, μια γυναίκα που ζει μόνη με τα δύο σκυλιά της, σ’ ένα απομονωμένο χωριό του ισπανικού νότου. Ενώ κάποτε η οικογένειά της υπήρξε ιδιαίτερα ισχυρή, η ίδια σήμερα, ζει από το περιβόλι της και από περιστασιακές δουλειές. Οι κάτοικοι την αντιμετωπίζουν με ειρωνεία, την κρατούν σ’ απόσταση, παρερμηνεύουν κάθε της κίνηση. Τη θεωρούν ξένη κι εκείνη το γνωρίζει.

Ads

Ίσως γιατί η ζωή της ήταν γεμάτη μετακινήσεις. Παιδί ακόμη αναγκάζεται να ακολουθήσει τους γονείς της κάποιο διάστημα στη Βαρκελώνη ενώ πολύ αργότερα φεύγει ξανά από τον τόπο της. Μόνη αυτή τη φορά στο Λονδίνο, όπου γνωρίζει έναν ζωγράφο και συνδέεται μαζί του μ’ έναν έρωτα που τη σημαδεύει. Μια σχέση που λήγει άδοξα και αφήνει στην ψυχή της ανοιχτές πληγές.

Ξαφνικά, το χωριό συγκλονίζεται από μια αυτοκτονία. Ο μεγαλύτερος γαιοκτήμονας της περιοχής βρίσκεται κρεμασμένος σ’ ένα δέντρο. Λίγες μέρες αργότερα σ’ ένα μπαρ, η Άντζι μαζί με τους θαμώνες συζητούν το γεγονός. Εκεί, ένας παράξενος γέρος αφήνει υπονοούμενα για τη σχέση της οικογένειάς της με τον νεκρό άντρα.

Συγκλονίζεται από τα κρυμμένα μυστικά του παρελθόντος και από την αλήθεια για το θάνατο του πατέρα της. Γιατί η μητέρα της επέλεξε να την αφήσει στο σκοτάδι;

Παράλληλα, η οικογένεια του νεκρού γαιοκτήμονα τής προσφέρει ένα τεράστιο χρηματικό ποσό προκειμένου να πουλήσει το σπίτι της. Η Άντζι αρνείται να υποκύψει στον εκβιασμό τους και αυτοί ως αντίποινα της διακόπτουν την παροχή ρεύματος, αφήνοντάς την χωρίς βασικές συνθήκες διαβίωσης στο σπίτι της. Συνεχίζει να στέκεται όρθια, όμως όσο περισσότερο παλεύει, τόσο πυκνώνουν τα εμπόδια. Το τελικό χτύπημα έρχεται όταν απειλούνται τα πλάσματα που αγαπά περισσότερο: τα σκυλιά της. Λυγίζει τη στιγμή που συνειδητοποιεί πως κι αυτά βρίσκονται σε κίνδυνο.

Θα βρει η Άντζι τη δύναμη ν’ αναμετρηθεί με τις σκιές όσων τη σημάδεψαν και με τις δυσκολίες που υψώνονται μπροστά της τώρα; Θα καταφέρει να παραμείνει ο ίδιος άνθρωπος ύστερα από μια τόσο άνιση μάχη;

Η Όλγα Μερίνο μάς παραδίδει ένα ιδιαίτερα δυνατό κείμενο, με λιτή και ευαίσθητη γραφή. Μέσα από την εσωτερική διαδρομή της ηρωίδας, το βιβλίο αγγίζει βαθιά υπαρξιακά ζητήματα, όπως η διαφορετικότητα, η μοναξιά, ο πόνος της απώλειας, ο τρόπος που επιλέγουμε ν’ αντικρίζουμε τους άλλους.

Συχνά, επιτρέπουμε στην προκατάληψη να θολώνει την κρίση μας, σπρώχνοντας ανθρώπους στο περιθώριο, χωρίς να έχουμε την ευελιξία ν’ αναθεωρούμε βιαστικές και επιφανειακές κρίσεις. Επικαλούμαστε την ισότητα και την αλληλεγγύη, όμως στην πράξη συντηρούμε στερεοτυπικές συμπεριφορές καταδικάζοντας τους αδύναμους στη σιωπή.

Η αξία, όμως, μιας κοινωνίας κρίνεται από την ικανότητά της να συνθέτει διαφορές, να καταργεί ανισότητες, να υπερβαίνει προκαταλήψεις, να αναγνωρίζει τη μοναδικότητα του καθενός με σεβασμό και κατανόηση.
Ακόμη και εκείνων που κάποιοι «δεν συμπαθούν».

ΕΔΩ ΔΕΝ ΣΥΜΠΑΘΟΥΝ ΤΟΥΣ ΞΕΝΟΥΣ /ΟΛΓΑ ΜΕΡΙΝΟ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Μαρία Παλαιολόγου/ ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΠΑΤΑΚΗΣ