Το να γράψεις fiction για ένα ιστορικό πρόσωπο είναι μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για έναν συγγραφέα – λογοτέχνη, θεατρικό συγγραφέα, ποιητή, δεν έχει σημασία. Τουλάχιστον αν η συγγραφική σου πρακτική διέπεται από μία συγκεκριμένη ηθική. Αν δηλαδή τηρείς μια αξιοπρεπή στάση απέναντι σε (αμφιλεγόμενες) προσωπικότητες που σε γοητεύουν ή τις προσαρμόζεις με προκρούστεια εμμονή στις ανάγκες του θέματος που στέκει (πάντα) πίσω από την ενασχόλησή σου με την ιστορική προσωπικότητα.
Το τελευταίο – τρίτο – βιβλίο της Κύπριας (θα εξηγήσω την έμφαση παρακάτω) Νάσιας Διονυσίου τιτλοφορείται «Μη γράφετε Αρθούρος» (εκδ. Πόλις). Αυτή η εκτενής νουβέλα στα όρια του ιστορικού μυθιστορήματος ανασκάπτει την μυστηριώδη και σύντομη παρουσία του Αρθούρου Ρεμπώ στην Κύπρο κατά την πρώτη περίοδο της αγγλοκρατίας.
Το θέμα είναι από μόνο του ιντριγκαδόρικο. Στη Μεγαλόνησο, μάλιστα, έχει επενδυθεί από τον αστικό μύθο με πλήθος ημιαληθών και ημιψευδών αφηγημάτων, όλα με κοινή βάση ένα πολύ κυπριακό, ενδημικό και ακόμα έντονο άγχος: αυτό της τοποθέτησης του νησιού στον χάρτη του γνωστού κόσμου.
Για να ασχοληθείς με τέτοιο θέμα και να μην υποπέσεις στην κατηγορία των συγγραφέων που μεταγράφουν ιστορικές πληροφορίες σε μια γλυκερή ανθρωπολογική πρόζα, θέλει δουλειά πολλή. Και κυρίως εκτενή έρευνα. Η συνεκδοχή «Ρεμπώ – Κύπρος» έχει από μόνο της μια διάσταση μαγικού ρεαλισμού. Οπότε, το εγχείρημα οφείλει να στέκεται στέρεα στα ερευνητικά του πόδια και ταυτόχρονα να κοιτά ποιητικά τον ορίζοντα.
Η Νάσια Διονυσίου είχε δώσει ήδη δείγματα ευφυούς ενσωμάτωσης ερευνητικών ευρημάτων στην πρόζα της ήδη από την άλλη ιστορική της νουβέλα «Τι είναι ένας κάμπος» (εκδ. Πόλις) όπου πραγματεύεται την παρουσία (στην ουσία κράτηση) των επιζησάντων Εβραίων στην Κύπρο πριν μεταβούν στην Παλαιστίνη, στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Όμως στον «Αρθούρο» της ανεβαίνει επίπεδο. Από την εξονυχιστική και οργανικότατη αξιοποίηση της χλωρίδας και της πανίδας του Τροόδους μέχρι τα έπιπλα και τα κουζινικά σκεύη των Άγγλων αποικιοκρατών, από στοιχεία μηχανικής μέχρι ένα πολύ ανεπτυγμένο πλαίσιο αναφοράς στις αποικιακές σπουδές, η Διονυσίου επαναχαράσσει με επιμονή ένα δύσβατο μονοπάτι.

Μένοντας στο ευρύτερα ιστορικό κομμάτι, πρέπει να σημειωθεί ότι σε μια εποχή ακραίου ιστορικού αναθεωρητισμού όπου η γενοκτονία αποκαλείται «αυτοάμυνα» και οι στρατιωτικές εισβολές «ειδικές επιχειρήσεις», η Διονυσίου φροντίζει να καταγράψει την τοποθέτησή της στην…σωστή πλευρά της Ιστορίας. Χωρίς να χαρίζεται σε κροκοδείλιες ελεγείες που υμνούν την θυματοποίηση του αιωνίως κατακτούμενου λαού, τοποθετεί τα δεδομένα της αποικιοκρατίας στην Κύπρο στην πραγματική τους διάσταση.
Οι Βρετανοί παρουσιάζονται ως αυτό που είναι: αδίστακτοι ιμπεριαλιστές που θεωρούν εαυτούς ανώτερους των βάρβαρων ιθαγενών. Οι Κύπριοι δεν διαφέρουν στα μάτια τους από τους ασιατικούς λαούς της αυτοκρατορίας – και γιατί θα έπρεπε άλλωστε; Με αυτό τον τρόπο, η συγγραφέας συμβάλλει στην τρέχουσα και ζωηρή διεθνή συζήτηση για την γραμμή που ενώνει την αποικιοκρατία με τον ναζισμό αλλά και όλες τις δυτικογενείς γενοκτονικές φιλοσοφίες.
Χωρίς να αποδίδω αυτή την πρόθεση στην συγγραφέα, ωστόσο, δεν μπορώ παρά να ανακαλέσω την ευθεία σύνδεση αποικιοκρατίας και σιωνισμού (το βιβλίο εκδόθηκε το 2025), δεδομένου και του θέματος του προηγούμενου βιβλίου της. Γράφει συναφώς ο Νικόλας Κοσματόπουλος στο άρθρο του ‘’Ο συγκολλητικός ρατσισμός του σιωνισμού’’ (ΕΦΣΥΝ, 7/6/2025): «Μήτρα του [σιωνισμού είναι] ο αρχέγονος αποικιοκρατικός ρατσισμός και η βίαιη κατάκτηση ιθαγενικής γης για χάρη λευκών εποίκων σε όλον τον πλανήτη. Ως η τελευταία ενεργή εποικιστική αποικιοκρατία στον κόσμο, ο σιωνισμός αναβιώνει και επεκτείνει τις πιο σκοτεινές σελίδες της ευρωπαϊκής επέλασης».
Επιστρέφοντας στην καθαυτό γραφή της Διονυσίου, παρατηρώ μια εντυπωσιακή καταστάλλαξη στο ύφος και στο ρυθμό της. Η συγγραφέας αν και εκ πρώτης όψεως επιφυλάσσει για τον εαυτό της τη θέση του παντογνώστη αφηγητή, σταδιακά αφήνεται σε έναν ρόλο ‘’συμμετέχοντος παρατηρητή’’ όπως θα έλεγαν οι εθνογράφοι.
Η Διονυσίου συνοδεύει ωσεί παρούσα τους περιπατητές, τους ταχυδρόμους, τους μηχανικούς, τους αξιωματούχους, τους παπάδες, τους ιμάμηδες και όλους τους άλλους αρχετυπικούς χαρακτήρες της που οργώνουν, σπέρνουν και θερίζουν την Ιστορία της Κύπρου. Ένας ώριμος, βηματικός, ραψωδικός ρυθμός διασχίζει τα βραχώδη μονοπάτια των οροσειρών του Τροόδους και του Πενταδακτύλου. Η σχέση με τη φύση και τους ανθρώπους του νησιού στα τέλη του 19ου αιώνα είναι αταβιστικά βιωματική. Αυτή η βιωματική σχέση με το αφήγημα συνιστά την ουσιαστική κυπριακότητα της λογοτεχνίας της που δεν ευτελίζεται από εμμονικές υπενθυμίσεις της γεωγραφικής και πολιτισμικής προέλευσής της. Γράφει κάπου για τους ανθρώπους του νησιού η Διονυσίου: «Έχουν φυτρώσει απευθείας από το χώμα, αυτό το ίδιο το κατάξερο αγκαθερό χώμα της γης τους». Το ίδιο και η γραφή της στο τελευταίο της βιβλίο.
Η Κύπρος για μια ώριμη πια συγγραφέα όπως η Νάσια Διονυσίου δεν είναι απλώς μία καταγωγική αναφορά, μια ‘’ευκαιρία’’ για να καταπιαστεί με κάποιο θέμα. Με πιο απλά λόγια: η Κύπρος για την Κύπρια Διονυσίου δεν είναι θεματολογικό ευκολάκι όπως συμβαίνει με πλήθος άλλων κυπριακών πονημάτων της τελευταίας δεκαετίας. Το Κυπριακό για την Διονυσίου είναι πρόβλημα οντολογικό γιατί αφορά στα πάλλοντα κύματα της Ιστορίας των Ανθρώπων.
Γράφει: «ο νεαρός κάθισε τότε χάμω στη γη που δεν ήταν χώμα αλλά πέτρα και ρίζες και προαιώνιοι χυμοί ορυκτών από το βάθος του ωκεανού και κοίταξε μπροστά και κοίταξε πίσω και πλάι του, από εδώ πάνω μπορούσε να δει ολόκληρη τη θάλασσα ακίνητη να αστράφτει σαν λάδι και σαν λεπίδι, κι ήταν τόσο δυνατό το φως του ήλιου και τόσο διάφανος ο αέρας που μπορούσε να δει να ξετυλίγονται σαν κέντημα τα ακρογιάλια της Μόρφου στον βορρά της Πάφου στη δύση της Λεμεσού στον νότο και ν’ αγκαλιάζουν τη θάλασσα […] εκείνη η θάλασσα δεν γινόταν να είναι αλλιώτικη από τούτο εδώ το βουνό κι ούτε το μακρινό κύλισμα των κυμάτων γινόταν να είναι άλλο από το βούισμα μιας μέλισσας που πετά.».
Ως τελευταίο σημείο, καταγράφω την για ακόμα μια φορά εκρηκτική προσέγγιση του έρωτα. Ενός έρωτα που αναδύεται μέσα από τις σκόνες των αποικιακών εργοταξίων, νοτίζεται από τον ιδρώτα των ορεσίβιων πεζοπόρων και αρωματίζεται από τους κέδρους του βουνού. Αγαπημένο μου χωρίο είναι η περιγραφή της συνάντησης του ταχυδρόμου με τον ‘’Γάλλο’’. Η συνεύρεσή τους κυριολεκτικά εκτινάσσεται πάνω από το υπερσυντηρητικό μείγμα βικτωριανής ηθικής και ιθαγενούς ορθόδοξης σεμνοτυφίας.
Κλείνοντας, είμαι σίγουρος – ή τουλάχιστον το ελπίζω καθότι δίκαιο – ότι η Νάσια Διονυσίου θα σταματήσει σύντομα να μας απασχολεί αποκλειστικά για τα ελληνόφωνα βραβεία της (Κρατικό Βραβείο Ελλάδας και Κύπρου) και θα ανοίξει τους ορίζοντές της στο διεθνές κοινό. Γράφει με έναν τρόπο που αποτελεί κανόνα και αυτό είναι που καθιστά τον τρόπο της οικουμενικό.
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


