Τις επόμενες μέρες θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις ΚΨΜ ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, με τίτλο Να πεις την Ιστορία μου: Η κατοχή της Παλαιστίνης και ο διαρκής πόλεμος «αυτοάμυνας» του Ισραήλ, των Ελένη Μαυρούλη και Ελένη Παγκαλιά. Το βιβλίο προλογίζει ο ισραηλινός ιστορικός, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Έξετερ Ιλάν Παπέ, ενώ το επίμετρο έχει γράψει ο καθηγητής στον Λίβανο Νικόλας Κοσματόπουλος. Το εξώφυλλο δια χειρός Νίκου Τραγγανίδα. Το tvxs.gr προδημοσιεύει από τη σημαντική αυτή έκδοση.

Ads

Το βιβλίο θέλει να καταδείξει τον διαρκή πόλεμο του Ισραήλ στην περιοχή της Παλαιστίνης. Να δοθεί η συνολική εικόνα του τι συνέβαινε μέχρι τις 7 Οκτωβρίου 2023.

Ads

Στο Πρώτο Μέρος περιγράφεται η καθημερινότητα της κατοχής όλα τα προηγούμενα χρόνια. Τι σημαίνει στην πράξη να ζεις ανάμεσα σε εποικισμούς και εποίκους, πίσω από ένα διαρκώς αναπτυσσόμενο τείχος, με έλεγχο του νερού και της τροφής, με έλεγχο στις μετακινήσεις και στην οικονομία, με τη διοικητική κράτηση, με την απαγόρευση να επιστρέψεις στο σπίτι σου και να ζεις ως πρόσφυγας ακόμα και μέσα στην ίδια σου τη χώρα. Στο Δεύτερο Μέρος παρουσιάζονται ένα-ένα τα διαχρονικά επιχειρήματα των ισραηλινών ηγεσιών, και γίνεται προσπάθεια να καταδειχτεί πώς χρησιμοποιούνται επισταμένα για να αποτραπεί η ειρήνη στην περιοχή και να επιβληθεί η ισραηλινή κατοχή με ολοένα πιο καταπιεστικό, πιο βαθιά αποικιοκρατικό τρόπο.

Ads

Ένα τελευταίο κεφάλαιο αποπειράται να συνοψίσει τα τεκταινόμενα του χρόνου που ακολούθησε την 7η Οκτωβρίου υπενθυμίζοντας κυνικά ότι η κατοχή αποκτηνώνει τον κατακτητή και ότι το περιεχόμενο εννοιών όπως το «διεθνές δίκαιο» ή «τα εγκλήματα πολέμου» καθορίζονται από την ισορροπία δυνάμεων.

Ads

Η έρευνα και τα στοιχεία που παρουσιάζονται, βασίζονται, κατά κύριο λόγο, σε δυτικές και ισραηλινές πηγές, έτσι ώστε να αποφευχθεί η «μεροληπτική» ματιά που θα μπορούσε κάποιος ή κάποια να προσάψει.

Το βιβλίο στοχεύει στην αποκατάσταση της ροής των γεγονότων που οδήγησαν στην 7η Οκτωβρίου και στη σημασία της ημερομηνίας αυτής στο να γίνει κατανοητό ότι οι λαοί της περιοχής θα αντιστέκονται για όσο χρειαστεί απέναντι στις κατοχικές, επεκτατικές, γενοκτονικές βλέψεις ενός κράτους που θεωρείται το προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης.

Προδημοσίευση

Με βάση το διεθνές δίκαιο, μια κατοχική δύναμη δεν μπορεί να κατάσχει γη για την ανάγκη του πληθυσμού-κατακτητή, κάτι που σημαίνει ότι το ισραηλινό κράτος δεν μπορεί να κατάσχει ιδιωτική παλαιστινιακή περιουσία. Ωστόσο, προχωρώντας σε ερμηνευτικούς ακροβατισμούς ενός νόμου από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1858), σύμφωνα με τον οποίο γη που δεν καλλιεργείται για αρκετά χρόνια γίνεται περιουσία της αυτοκρατορίας, το ισραηλινό κράτος προχωρά σε κατασχέσεις τις οποίες ανακηρύσσει «κρατική γη».

Η χρήση αυτής της ερμηνείας δεν εμπόδισε τις ισραηλινές ηγεσίες να θεωρούν, ταυτόχρονα, αναξιόπιστους τους κτηματολογικούς καταλόγους της Οθωμανικής εποχής, οι οποίοι είναι εξαιρετικά λεπτομερείς και ακριβείς, και αποτελούσαν τη βάση για την πληρωμή φορολογίας από τους ντόπιους. Το 2024, μέχρι τις αρχές Απριλίου, είχε ήδη αναδειχθεί σε έτος-ρεκόρ για τις «ανακηρύξεις κρατικής γης» καθώς το Ισραήλ με τον τρόπο αυτό είχε προσαρτήσει μέχρι τότε 10.971 στρέμματα, τον μεγαλύτερο αριθμό από την έναρξη της σχετικής ετήσιας καταγραφής το 1998 από την οργάνωση Peace Now.

Οι εποικισμοί, το μακρινό 2010 κατείχαν περίπου το 10% της Δυτικής Όχθης, σύμφωνα με στοιχεία που είχε συγκεντρώσει η ισραηλινή οργάνωση B’Tselem, όμως επί της ουσίας κατείχαν το 42,8% αφού διαθέτουν δικό τους οδικό δίκτυο, στρατιωτικές ζώνες ασφαλείας κ.ά. Το εποικιστικό οδικό δίκτυο (με ουδέτερες ζώνες που φθάνουν μέχρι και 70 μέτρα εκατέρωθεν του οδοστρώματος) ξεπερνούσε ήδη από τότε τα 794 χιλιόμετρα, που δεν έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιήσουν οι Παλαιστίνιοι, των οποίων το οδικό δίκτυο απλώς κόβεται στα σημεία αυτά. Σε αυτά τα στρέμματα περιλαμβάνονται καλλιέργειες ή ακόμη και σπίτια Παλαιστίνιων από τα οποία εκδιώχθηκαν.

Η εποικιστική «ανάπτυξη» συμβαίνει με έναν τρόπο εξαιρετικά απαξιωτικό και εκμηδενιστικό προς τον παλαιστινιακό λαό. Χωρίς καμία προειδοποίηση, χωρίς καμία προηγούμενη συμφωνία, χωρίς καμία ενημέρωση ή έστω αίτημα για παραχώρηση γης, το ισραηλινό κράτος κυριολεκτικά εισβάλλει ξαφνικά σε εκτάσεις γης και τις προσαρτά ως «κρατική γη» προς όφελος των εποικισμών, εκδιώχνοντας βίαια ή και σκοτώνοντας τους Παλαιστίνιους κατόχους της γης αυτής και αδιαφορώντας για το πώς θα ζήσουν.

Αυτό δεν συμβαίνει μόνο σε χωράφια και προσωπικές ιδιοκτησίες, αλλά και σε δημόσια γη, που μέχρι το τέλος μιας ημέρας θεωρείται παλαιστινιακό έδαφος και ενδέχεται στην αρχή της επόμενης να έχει ισραηλινές σημαίες και μπουλντόζες που την κατοχυρώνουν ως Ισραήλ. Εξάλλου, οι κάτοικοι των παλαιστινιακών περιοχών μαρτυρούν ακριβώς αυτό: ότι μπορεί να ξυπνήσουν ένα πρωί κι εκεί που απέναντί τους υπήρχε ένας λόφος, να βλέπουν τα θεμέλια για τον επόμενο εποικισμό, ο οποίος ολοκληρώνεται τάχιστα.

Έτσι, ο παλαιστινιακός πληθυσμός στη Δυτική Όχθη «στριμώχνεται» σε 165 μικρότερους ή μεγαλύτερους οικισμούς και πόλεις, εκ των οποίων οι περισσότερες δεν «επικοινωνούν» οδικώς απευθείας μεταξύ τους ακριβώς λόγω των εποικισμών που βρίσκονται ενδιάμεσα. Σύμφωνα με ρεπορτάζ της ισραηλινής εφημερίδας Haaretz, τον Ιούνιο του 2023, αν και η γη που έχει προσαρτηθεί στη Δυτική Όχθη θεωρητικώς θα έπρεπε να χρησιμοποιείται τόσο από εποίκους όσο και από Παλαιστίνιους, περισσότερη από τη μισή χρησιμοποιείται αποκλειστικά από εποίκους. Κοινώς η «ελεύθερη» Δ. Όχθη έχει μετατραπεί, πολύ καιρό τώρα, σε ένα αβίωτο Μπαντουστάν.

Χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Βηθλέεμ, που εδώ και χρόνια περιστοιχίζεται πλέον από εποικισμούς, κάτι που έχει δώσει την αφορμή για συνεχόμενη κατασκευή τειχών γύρω-γύρω από την πόλη. Η κατασκευή του τείχους, αφενός έχει περιορίσει τις μετακινήσεις των κατοίκων και τους εγκλωβίζει σε ένα ασφυκτικό καθεστώς, αφετέρου τους υποβάλλει σε μια διαρκή ταλαιπωρία και καθημερινή υποτίμηση της ζωής τους καθώς, ανά πάσα στιγμή, δεν γνωρίζουν ποια είναι η γη τους, ελέγχονται κάθε φορά που θέλουν να μπουν ή να βγουν από τη Βηθλέεμ, και πρέπει να εφευρίσκουν διαρκώς καινούργιες διαδρομές για να πάνε από μία περιοχή της πόλης σε μια άλλη, με δεδομένο ότι μπορεί να παρεμβάλλεται τείχος ή εποικισμός στη μέση.

Όπως αναφέρει το σχετικό ρεπορτάζ της ισραηλινής ιστοσελίδας +972 magazine, η πόλη και οι κάτοικοί της στραγγαλίζονται σταθερά και μεθοδικά με αποτέλεσμα η καθημερινότητα να γίνεται αβίωτη, και πολλοί να αναγκάζονται να την εγκαταλείψουν.

Όπως μεταδίδει το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (AFP), στις 14 Αυγούστου 2024 εγκρίθηκε η ίδρυση νέου εποικισμού στο Μπατίρ, σε ένα χωριό έξω από τη Βηθλεέμ που ανήκει στην Παγκόσμια Κληρονομιά της UNESCO.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για έγκριση που είχε αρχίσει ήδη να συζητιέται από τον Ιούνιο 2024 και το σχέδιο περιλαμβάνει τη σύνδεση του Ναχάλ Χελέτζ (του νέου εποικισμού) με ένα σύμπλεγμα εποικισμών νότια της Ιερουσαλήμ. Αυτό, πέρα όλων των άλλων, θα αποκόβει ακόμα περισσότερο την Ιερουσαλήμ από τον ντόπιο πληθυσμό της Βηθλεέμ και των περιχώρων της, καθώς, αν και απέχουν μόλις 10 χλμ, θα χρειάζεται πολλαπλάσιος χρόνος για να προσεγγιστεί, αφού κανείς δεν θα μπορεί να διέλθει από ολόκληρο αυτό το σύμπλεγμα εποικισμών.

Όπως αναφέρει το France24 σε άρθρο του από τις 17 Ιουλίου 2024, oι ξερολιθιές ηλικίας 2.000 ετών που χαρακτηρίζουν το τοπίο χάρισαν στο χωριό την πολιτιστική του εγγραφή το 2014. Και όχι μόνο αυτό: στο χωριό υπάρχουν κατασκευές επιφανειών και λουτρών από τη ρωμαϊκή εποχή, καθώς και ένας ιδιαίτερος τρόπος καλλιέργειας -ιδιαίτερα του αμπελιού και των ελαιόδεντρων- που συνεχίζει μια αρχαία παράδοση. Όμως η κατάταξη στην UNESCO δεν είχε τελικά καμία σημασία, καθώς μετά από τρεις απανωτές δικαιώσεις των κατοίκων του Μπατίρ στα δικαστήρια τα προηγούμενα χρόνια, τελικά ήρθε η στιγμή -και όχι τυχαία- που τη γη θα κατάσχει το Ισραήλ. Η οργάνωση Peace Now αναφέρει ότι αυτή η απόφαση είναι καταστροφική γιατί όχι μόνο θα κατακερματίσει περαιτέρω την παλαιστινιακή γη και θα αρπάξει τα χωράφια από τους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, αλλά και γιατί αποτελεί άμεση απειλή για μια περιοχή που θεωρείται ύψιστης πολιτισμικής αξίας για την ανθρωπότητα.

Ωστόσο, ο ακροδεξιός υπουργός Οικονομικών του Ισραήλ Μπεζαλέλ Σμότριτς, έποικος ο ίδιος, δηλώνει ανοιχτά ότι ο στόχος τους είναι η αποτροπή της παλαιστινιακής κρατικής υπόστασης. «Θα συνεχίσουμε να αναπτύσσουμε τους οικισμούς προκειμένου να διατηρήσουμε την ασφάλεια του Ισραήλ και να αποτρέψουμε την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους», δηλώνει στο X. Άλλωστε σε ομιλία του λίγες μέρες πριν από την απόφαση για το Μπατίρ, δήλωνε ότι «ο σκοπός είναι να αλλάξουν το DNA του συστήματος για πολλά πολλά χρόνια» ώστε να μη γίνει ποτέ εφικτό η Δυτική Όχθη να είναι μέρος ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, ενώ μέσα στο πλαίσιο και εξαιτίας των εποικισμών έχει δημιουργηθεί ένα διακριτό πολιτειακό σύστημα στη Δυτική Όχθη, με αυτοτελή κυβερνητική διαχείριση.

Σύμφωνα με αναφορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 2023, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου μετά την ισραηλινή γενοκτονική εισβολή στη Γάζα, το Ισραήλ προχώρησε στην επεξεργασία σχεδίων για 12.349 καινούργια σπίτια Ισραηλινών μέσα στη Δυτική Όχθη, ο μεγαλύτερος αριθμός που είχε καταγραφεί τα τελευταία 30 χρόνια στην περιοχή, ενώ συνολικά προχώρησε μέσα στην ίδια χρονιά σε 30.682 οικιστικές μονάδες (18.333 στην κατεχόμενη Ανατολική Ιερουσαλήμ).

Όπως γίνεται άμεσα κατανοητό, οι εποικισμοί αποτελούν κεντρική πολιτική επιλογή των ισραηλινών ηγεσιών. Με τους εποικισμούς, οι ισραηλινές ηγεσίες εμπεδώνουν την κατοχή και δημιουργούν δεδομένα στο έδαφος, τα οποία επικαλούνται για να δηλώσουν ότι είναι αδύνατο να αλλάξει η διαμορφωθείσα κατάσταση. Επιπλέον, κάθε ενέργεια με στόχο τα νέα αυτά δεδομένα στο έδαφος, χαρακτηρίζεται ως «τρομοκρατία», αν και πρακτικά αποτελεί ενέργεια ενάντια σε κατοχική δύναμη.

Η τακτική αυτή είναι τόσο προφανής που ακόμη και αμερικανικά ιδρύματα όπως το Carnegie Endowment for International Peace, τα οποία ουδόλως μπορούν να χαρακτηριστούν «φιλοπαλαιστινιακά», εκτιμούν ότι «οι εποικισμοί θέτουν μια σειρά από άμεσες προκλήσεις σχετικά με τη δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους, παραβιάζοντας την παλαιστινιακή κυριαρχία, απειλώντας την ειρήνη και την ασφάλεια των πολιτών, θέτοντας σε κίνδυνο τους υδάτινους πόρους, και εμποδίζοντας τη γεωργική ανάπτυξη».