Υπάρχουν συγγραφείς που αφηγούνται ιστορίες και υπάρχουν εκείνοι που χρησιμοποιούν τη λογοτεχνία ως έναν τρόπο να συνομιλήσουν με την εποχή τους. Η Τζούλια Γκανάσου ανήκει, αναμφίβολα, στη δεύτερη κατηγορία. Με αφορμή το τελευταίο της μυθιστόρημα «Δευτέρα Παρουσία» (εκδόσεις Καστανιώτη), μας μιλά για έναν κόσμο που μοιάζει οδυνηρά γνώριμος. Έναν κόσμο όπου ο πόλεμος, η βία, η εκμετάλλευση του ανθρώπου και η απώλεια της αξιοπρέπειας δοκιμάζουν καθημερινά τα όρια της ανθρωπιάς.

Ads

Κι όμως, μέσα σε αυτό το σκοτεινό τοπίο, η ίδια επιμένει να αναζητά το φως. Πιστεύει ότι η αλληλεγγύη, η αγάπη, η φιλία και η ανάγκη του ανθρώπου να σταθεί δίπλα στον άνθρωπο είναι δυνάμεις πιο ισχυρές από τον φόβο. Η «Δευτέρα Παρουσία» ξεπερνά τον χαρακτηρισμό του αντιπολεμικού μυθιστορήματος και παρουσιάζεται στον αναγνώστη σαν μια βαθιά κατάθεση πίστης στην ανθρώπινη αντοχή και στην ελπίδα που εξακολουθεί να επιβιώνει ακόμη και στις πιο ακραίες συνθήκες.

Ads

Στη συνομιλία που ακολουθεί, η Τζούλια Γκανάσου μιλά με ειλικρίνεια για τους φόβους που τη συνοδεύουν, για τα βιβλία που θα ήθελε να έχει γράψει, για τις λέξεις που την εκφράζουν και για τον λόγο που γράφει. Και ίσως η πιο ουσιαστική της εξομολόγηση να είναι αυτή. Πως κάθε βιβλίο αποτελεί μια προσπάθεια να μειωθεί, έστω και για λίγο, η υπαρξιακή μοναξιά του αναγνώστη. Γιατί, τελικά, η λογοτεχνία δεν αλλάζει τον κόσμο με θορυβώδεις διακηρύξεις αλλά τον αλλάζει αθόρυβα, κάθε φορά που δύο άνθρωποι συναντιούνται μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου.

Ads

Αν έπρεπε να περιγράψετε το τελευταίο σας βιβλίο χωρίς να αναφέρετε την υπόθεσή του, τι θα λέγατε;

Ads

Το τελευταίο μου μυθιστόρημα «Δευτέρα παρουσία» που κυκλοφόρησε το 2024 από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, είναι ένα αντιπολεμικό έργο το οποίο διαδραματίζεται στο αχρονικό και ατοπικό πλαίσιο μιας βομβαρδιζόμενης πόλης όπου οι κάτοικοι προσπαθούν να διαφυλάξουν και να διασώσουν τα πλέον σημαντικά.

Μια εγγονή με την παράλυτη γιαγιά της στην πλάτη, συμμορίες εφήβων με αποκριάτικες μάσκες ζώων, παρένθετες μητέρες που κυοφορούν βρέφη κατά παραγγελία, γυναίκες από τις οποίες υποκλέπτονται ωάρια ή γίνονται πεδίο πειραμάτων, σκιόμορφες υπάρξεις της νέας πανίδας του πολέμου, τετράποδα παιδιά – αγρίμια, αγωνίζονται για να επιβιώσουν προσπαθώντας να διαφυλάξουν τις αξίες της αλληλεγγύης, της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της ισότιμης πρόσβασης στο νερό, την τροφή, τη στέγη, την ίδια τη ζωή.

Οι μεγαλύτεροι φόβοι μου είναι η άνθιση φασιστικών, ρατσιστικών, φιλοχρηματικών, καταναλωτικών προτύπων, η έξαρση της βίας και η κυριαρχία της «εικόνας» σε παγκόσμιο επίπεδο. Ωστόσο, επιλέγω να είμαι αισιόδοξη. Πιστεύω πως ο ανθρωπισμός θα υπερισχύει εξ ενστίκτου διαφυλάσσοντας και καλλιεργώντας τις αξίες της ομοψυχίας και της αλληλοβοήθειας.

Αυτό γίνεται και στη «Δευτέρα παρουσία». Μέσα στον ζόφο του πολέμου και του θανάτου, ανθίζει μια φιλία ανάμεσα στην έφηβη – εγγονή που κουβαλάει τη γιαγιά στην πλάτη και σε μια νεαρή «κατά παραγγελία» μητέρα, ευδοκιμεί ένας έρωτας ανάμεσα στην έφηβη εγγονή και στον έφηβο που φοράει αποκριάτικη μάσκα πάπιας, μια πομπή από ετερόκλητα πλάσματα γίνεται μια γροθιά που διεκδικεί να υψωθεί πέρα από τα σύνορα της εμπόλεμης χώρας.

Σε όλο το βιβλίο, ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με το σκοτάδι που αμβλύνεται συχνά από το φως, με μια αισιόδοξη ματιά που πηγάζει από την αγάπη για τον άνθρωπο και για τη φύση και ανατροφοδοτεί τον αγώνα.

Ποια ερώτηση δεν σας έχουν κάνει ποτέ σε συνέντευξη και θα θέλατε κάποιος να σας κάνει;

Αν έχεις βιώσει μίσος, αν καταφεύγεις σε αυτό για να γράψεις τους «κακούς» χαρακτήρες των βιβλίων σου και αν ο άνθρωπος που σου έχει προξενήσει αυτό το συναίσθημα, είναι ακόμη στη ζωή σου…

Ποιο βιβλίο άλλου συγγραφέα εύχεστε να είχατε γράψει εσείς και γιατί;

Πρώτον, τη συγκλονιστική νουβέλα «Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι» (μτφρ. Έφη Φρυδά, εκδ. Gutenberg, 2021), του Αμερικάνου βιετναμέζικης καταγωγής Όσεαν Βουόνγκ στην οποία, με αφορμή τον πόλεμο και τις διαρκώς μεταβαλλόμενες προκλήσεις κοινωνικής και γεωπολιτικής φύσης, θίγει όλα τα πρακτικά, ψυχολογικά και υπαρξιακά ζητήματα των εκδιωγμένων από τον τόπο, τον χώρο ή τον εαυτό, καθώς και όσων νιώθουν «εξόριστοι» εξαιτίας της φτωχοποίησης, της μοναξιάς και της αποξένωσης προτάσσοντας ως κινητήρια δύναμη το τραύμα και το «οικείο» αναπάντεχο που ανατρέπει τα πάντα.

Δεύτερον, «Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (μτφρ. Αλέκος Μανωλίδης, εκδ. Καστανιώτη 2013). Όσο έγραφε «Το πέμπτο παιδί» (The Fifth Child, 1988), η Λέσινγκ έδωσε μια σειρά ομιλιών οι οποίες συγκεντρώθηκαν υπό τον τίτλο «Οι φυλακές μέσα στις οποίες επιλέγουμε να ζούμε» όπου αναφερόταν στο πώς η κοινωνία επανέρχεται σε βάρβαρες συμπεριφορές, ειδικά σε περιόδους ανακατατάξεων, κρίσεων ή πολέμων, όταν οι άνθρωποι γίνονται βίαιοι και σκληροί επειδή κυριαρχούνται από το άγριο παρόν και το σκοτεινό μέλλον.

Η Λέσινγκ χρησιμοποιεί τον Μπεν, το πέμπτο παιδί ενός ζευγαριού που «τα έχει όλα», ένα «έξω- γήινο», «μη-ανθρώπινο» πλάσμα, ως μεταφορά για το πώς η κοινωνία αντιμετωπίζει ό,τι δεν μπορεί να ελέγξει, να κατατάξει ή να κατανοήσει και για το πώς αφήνει αβοήθητα τα παιδιά, τους γονείς, όλους τους πολίτες.

Ποια λέξη ή ποια φράση πιστεύετε ότι σας χαρακτηρίζει περισσότερο ως άνθρωπο;

Δύο φράσεις συγγραφέων που αγαπώ πάρα πολύ, με χαρακτηρίζουν απόλυτα… «Δεν ήξεραν ότι ήταν αδύνατον, γι’ αυτό και το έκαναν» Μαρκ Τουαίην. «Ever tried. Ever failed. No matter. Try again. Fail again. Fail better» Σάμουελ Μπέκετ.

Όταν κάποιος κλείσει ένα βιβλίο δικό σας, ποιο είναι το συναίσθημα που θα θέλατε να του μείνει τελευταίο;

Όταν γράφω ένα βιβλίο μυθοπλασίας, ανοίγω πάντα μια συζήτηση για φλέγοντα σύγχρονα ζητήματα. Στην περίπτωση της «Δευτέρας παρουσίας», είναι οι βομβαρδισμοί άμαχων πληθυσμών, η εκμετάλλευση και η εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου σώματος, οι γενοκτονίες με το άλλοθι ενός «πολιτισμένου» πολέμου, η περιθωριοποίηση των ηλικιωμένων, το αίτημα της καθημερινής διεκδίκησης των πλέον δεδομένων.

Με ενδιαφέρει να μιλήσω για την εποχή μας μέσα από ήρωες που βρίσκονται σε μια ιδιαίτερη συνθήκη και γίνονται εν δυνάμει σύμβολα, να ξορκίσω προσωπικούς δαίμονες, να εκφραστώ και να επικοινωνήσω με το έργο μου με έναν τρόπο που δεν επικοινωνώ με κανένα έμβιο πλάσμα, ώστε να κατορθώσω να διαχειριστώ τις αντιξοότητες, να νιώσω, για λίγο, ελεύθερη.

Ως εκ τούτου, ο συγγραφικός στόχος μου είναι η συμπόρευση με τον αναγνώστη, η συνομιλία μαζί του σε κάθε σελίδα, η πρόσκαιρη κατάλυση της υπαρξιακής και συναισθηματικής μοναξιάς, το μοίρασμα μιας αίσθησης ελευθερίας και αμοιβαίας κατανοήσης. Έτσι, όταν κλείνει ένας αναγνώστης κάποιο βιβλίο μου, θέλω να νιώθει αισθήματα εμψύχωσης, συγκίνησης, συνοδοιπορίας, ελπίδας.