Η Ντάλια δε λα Σέρδα γεννήθηκε το 1985 στο Αγουασκαλιέντες του Μεξικού. Ξεκίνησε να σπουδάζει Φιλοσοφία σε ένα πανεπιστήμιο που η ίδια αποκαλεί «ασήμαντο», αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές της. Έκανε πολλές διαφορετικές δουλειές, από πωλήτρια μέχρι ανταποκρίτρια Τύπου, και μιλά για την εργατική της καταγωγή ως κάτι που τη διαμόρφωσε βαθιά. Στο επίκεντρο της συγγραφικής και ακτιβιστικής της δράσης βρίσκονται οι γυναίκες που βιώνουν τον αποκλεισμό λόγω τάξης και φυλής. Είναι συνιδρύτρια της φεμινιστικής οργάνωσης Morras help Morras, ενώ έχει διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και προγράμματα υποτροφιών στο Μεξικό.

Ads

Οι Αδέσποτες Σκύλες, που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Carnívora, τιμήθηκαν με το Βραβείο Cuento Joven Comala το 2019 και συμπεριλήφθηκαν στη μακρά λίστα του International Booker Prize το 2025. Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου, η δε λα Σέρδα μιλά στη στήλη «Οι άνθρωποι των βιβλίων» για τις σκληρές αλήθειες που θέλει να πει στον φεμινισμό και για την άρνησή της να αφομοιωθεί από τα δυτικά πρότυπα, ακόμη κι όταν κινείται μέσα στις πιο αναγνωρισμένες λογοτεχνικές σκηνές.

Ads

Μιλά επίσης για την πίστη και την αφοσίωση που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις της, για τις προσωπικές ερωτήσεις που θα ήθελε να της κάνουν συχνότερα και για το συναίσθημα που επιδιώκει να αφήνουν τα βιβλία της. Μια συναισθηματική καταιγίδα, όπως λέει, ικανή να κάνει τον αναγνώστη να θυμώσει, να γελάσει, να συγκινηθεί και να δει τον κόσμο αλλιώς.

Ads

Αν έπρεπε να περιγράψετε το τελευταίο σας βιβλίο χωρίς να αναφέρετε την υπόθεσή του, τι θα λέγατε;

Ads

Θα έλεγα ότι είναι ένα βιβλίο στο οποίο λέω κάποιες σκληρές αλήθειες στον φεμινισμό. Δηλαδή, όπου επισημαίνω στον φεμινισμό —και στις φεμινίστριες και τις θεωρητικούς που έχουν αναχθεί σε «ιερές αγελάδες»— τα λάθη που έχουν διαπράξει, καθώς αυτά τα λάθη υπήρξαν καταστροφικά. Και τα συνδυάζω όλα αυτά με λίγη αυτομυθοπλασία, γιατί οφείλω να μετατρέπω τα πάντα σε αυτομυθοπλασία: το να είμαι η Ντάλια δε λα Σέρδα μου φαίνεται πως είναι το σημαντικότερο ζήτημα με το οποίο πρέπει να ασχοληθώ, για να το θέσω με τα λόγια της Βιρζινί Ντεπάντ.

Ποια ερώτηση δεν σας έχουν κάνει ποτέ σε συνέντευξη και θα θέλατε κάποιος να σας κάνει;

Μου έχουν κάνει τόσες πολλές ερωτήσεις σε συνεντεύξεις, σχεδόν όλες τους σχετικές με τον ακτιβισμό και το συγγραφικό μου έργο, που νιώθω ότι αυτό το κομμάτι έχει ήδη καλυφθεί. Οι ερωτήσεις που λείπουν, και αυτές που θα ήθελα πραγματικά να μου κάνουν, είναι εκείνες που αφορούν εμένα ως άτομο. Για παράδειγμα: Ποιο τραγούδι με κάνει να κλαίω και γιατί; Ποιο τραγούδι μου φτιάχνει τη διάθεση; Ποιο τραγούδι μού θυμίζει μια καθοριστική στιγμή της ζωής μου; Τι σημαίνουν τα τατουάζ μου και γιατί αποφάσισα να τα κάνω; Ποιο είναι το αγαπημένο μου comfort food; Ποια είναι τα άλυτα τραύματά μου; Πράγματα που αφορούν εμένα ως άνθρωπο, εκείνου του είδους τα πράγματα που μερικές φορές μπορεί να προκαλούν αμηχανία όταν τα μαθαίνει ή τα βλέπει κανείς σε μια ακτιβίστρια, μια φεμινίστρια ή μια συγγραφέα.

Ποιο βιβλίο άλλου συγγραφέα εύχεστε να είχατε γράψει εσείς και γιατί;

Μακάρι να είχα γράψει το Rester barbare της Λουίζα Γιουσφί, διότι φέρνει στο προσκήνιο κάτι που θεωρώ θεμελιώδες: την άρνηση της πλήρους αφομοίωσης από τα δυτικά πρότυπα που επιδιώκουν να επιβληθούν σε ανθρώπους του Τρίτου Κόσμου ή του Παγκόσμιου Νότου, μετατρέποντάς μας σε «ευγενείς αγρίους». Ακόμα και όταν βρίσκεσαι ήδη εντός του εκδοτικού χώρου, ακόμα και όταν ανεβαίνεις στις σημαντικότερες λογοτεχνικές σκηνές του κόσμου, οφείλεις να παραμένεις βάρβαρος, οφείλεις να παραμένεις άγριος, δεν πρέπει να αφήνεις τον εαυτό σου να εξημερωθεί.

Ποια λέξη ή ποια φράση πιστεύετε ότι σας χαρακτηρίζει περισσότερο ως άνθρωπο;

Είμαι πιστός άνθρωπος. Υπάρχει ένα τραγούδι των Los Tigres del Norte, το «Contrabando y traición», που μιλάει για την Camelia la Texana, μια γυναίκα ικανή να θυσιάσει τη ζωή της για τον άνθρωπο που αγαπά, αλλά και κάποια που πρέπει να φοβάσαι αν νιώσει πληγωμένη. Αυτή η ιδέα με χαρακτηρίζει απόλυτα και την εφαρμόζω όχι μόνο στους άντρες, αλλά σε όλους τους ανθρώπους. Διακρίνομαι από ακλόνητη αφοσίωση: θα έφτανα στο σημείο να διαπράξω ακόμα και έγκλημα για τους ανθρώπους που αγαπώ. Αν όμως με προδώσουν, θα δουν το πρόσωπο του διαβόλου.

Οταν κάποιος κλείσει ένα βιβλίο δικό σας, ποιο είναι το συναίσθημα που θα θέλατε να του μείνει τελευταίο;

Θέλω να τους αφήσω να βιώσουν μια συναισθηματική καταιγίδα. Θέλω να με μισούν και να με αγαπούν ταυτόχρονα. Να με μισούν επειδή τους έκανα να κλάψουν, να θυμώσουν ή να νιώσουν οργή, επειδή τους έκανα να συμπάσχουν με ανθρώπους που βρίσκονται σε σύγκρουση με τον νόμο. Αλλά και να με αγαπούν επειδή γέλασαν, απόλαυσαν την εμπειρία και προβληματίστηκαν, επειδή άλλαξε κάτι στον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα, επειδή άλλαξα την εγκεφαλική τους χημεία. Στην ουσία, αυτή είναι η αποστολή μου: δεν θέλω απλώς να αναπαράγω γνώση, θέλω να τη δημιουργώ. Και το να μου λέει κάποιος «το βιβλίο σου με συγκλόνισε», «το βιβλίο σου με έβαλε σε σκέψεις», «το βιβλίο σου μου έσωσε τη ζωή» ή «το βιβλίο σου με έκανε να σταματήσω να ντρέπομαι για το ποιος είμαι», είναι το πιο δυνατό πράγμα που θα μπορούσε να μου συμβεί.