Η Ελισάβετ Χρονοπούλου ανήκει στους συγγραφείς που δεν αντιμετωπίζουν τη λογοτεχνία ως έναν ασφαλή τόπο φυγής από την πραγματικότητα, αλλά ως έναν τρόπο να τη φωτίσουν, να την αμφισβητήσουν και να την επαναδιαπραγματευτούν.

Ads

Με αφορμή το νέο της μυθιστόρημα «Επί σκοπώ πλουτισμού», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις, μας καλεί να αναμετρηθούμε με τη μνήμη, τη δικαιοσύνη και τις σιωπές που εξακολουθούν να διαμορφώνουν το συλλογικό μας παρελθόν.

Ads

Στην τρίτη συνάντηση της εβδομαδιαίας στήλης μας, η Ελισάβετ Χρονοπούλου απαντά στις πέντε κοινές ερωτήσεις που θέτουμε σε κάθε καλεσμένο. Με λόγο στοχαστικό, ουσιαστικό και βαθιά ανθρώπινο, μιλά για τη συγγραφή, τη θέση της γυναίκας στη δημιουργία, τη χαρά της ανάγνωσης και τον ρόλο που μπορεί να έχει η λογοτεχνία ως προσωπική εμπειρία για κάθε αναγνώστη.

Ads

Ας τη γνωρίσουμε λίγο καλύτερα.

Αν έπρεπε να περιγράψετε το τελευταίο σας βιβλίο χωρίς να αναφέρετε την υπόθεσή του, τι θα λέγατε;

Ads

Θα έλεγα πως με όχημα μια ατομική ιστορία – ένα αποτρόπαιο έγκλημα του οποίου η θεσμική ατιμωρησία οδήγησε στην αυτοδικία – το βιβλίο ταξιδεύει στο συλλογικό μας παρελθόν, στην τραυματική, αλλά θαμμένη κάτω από στρώματα λήθης, σελίδα του δοσιλογισμού κατά την περίοδο της Γερμανικής κατοχής.

Τι συμβαίνει όταν ένα κοιμισμένο για δεκαετίες ντροπιαστικό παρελθόν, εισβάλει ξαφνικά στο παρόν, για να ανατρέψει την εικόνα που είχες για αυτούς που αγαπάς αλλά και για τον ίδιο σου τον εαυτό, ατομικό και συλλογικό, για την ίδια την ταυτότητά σου; Τι συμβαίνει όταν πληγώνεται μέσα μας το αίσθημα δικαίου, αυτή η θεμελιακή ιδιότητα του ανθρώπου να εξεγείρεται απέναντι στην αδικία; Τι συμβαίνει όταν αυτή η ιδιότητα έχει αδρανοποιηθεί;

Και μήπως η λήθη είναι μόνο ένα κέλυφος και αυτά που έχουν γίνει δεν παύουν να έχουν γίνει μόνο και μόνο επειδή εμείς δεν τα γνωρίζουμε;

Ποια ερώτηση δεν σας έχουν κάνει ποτέ σε συνέντευξη και θα θέλατε κάποιος να σας κάνει;

Το 2018, ως μέλος του ελληνικού τμήματος του WIFT GR (Women in Film and Television Greece), έκανα μια στατιστική έρευνα για την υπο-εκπροσώπηση των γυναικών στις δημιουργικές ειδικότητες του κινηματογράφου στην Ελλάδα. Μελέτησα τα στοιχεία από το 1960 έως τότε. Ήταν αποκαρδιωτικά. Το γενικό συμπέρασμα ήταν ότι ακόμα και τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα, η γυναικεία εκπροσώπηση στις δημιουργικές ειδικότητες ήταν – και είναι ακόμα – πολύ μικρότερη από των ανδρών.

Θα με ενδιέφερε πολύ να μιλήσω για αυτό, για τα εμπόδια που συναντά μια γυναίκα όταν διεκδικεί ισότιμο με τους άνδρες δικαίωμα στον ρόλο του δημιουργού και μάλιστα χωρίς να αναγκάζεται να αποποιηθεί άλλους ρόλους, της μητρότητας, για παράδειγμα.

Για το αν υπάρχει ουσιαστική και όχι μόνο προσχηματική κοινωνική αποδοχή και παραδοχή αυτού του ρόλου για τη γυναίκα, ως αυτονόητου.

Για το κατά πόσο και με ποιους ρητούς ή υποδόριους τρόπους αποθαρρύνεται ακόμα και σήμερα από μικρό κορίτσι να πιστέψει ότι δικαιούται αυτόν τον ρόλο στην κοινωνία.

Για το αν στηρίζεται από το περιβάλλον της, από το ευρύτερο περιβάλλον, αλλά και από την πολιτεία, ώστε να βρει τον χρόνο, το σθένος, «ένα δικό της δωμάτιο».

Για την ταξική διάσταση που προστίθεται ως εμπόδιο με την έλλειψη οικονομικού αλλά και πολιτισμικού κεφαλαίου.

Για το πώς αποθαρρύνει η ίδια η γυναίκα τον εαυτό της, υποκύπτοντας σε ενσωματωμένα αρνητικά κοινωνικά στερεότυπα για το φύλλο της.

Για όλα αυτά και άλλα πολλά θα με ενδιέφερε να μιλήσω, επειδή μου σφίγγεται η καρδιά όταν συναντώ το 2026, νέα κορίτσια να παλεύουν ακόμα για το αυτονόητο. Και πιστέψτε με, συναντώ πολλά.


Ποιο βιβλίο άλλου συγγραφέα εύχεστε να είχατε γράψει εσείς και γιατί;

Σε πρώτη αντίδραση, διαβάζοντας την ερώτηση, ένας καταιγισμός βιβλίων πλημμύρισε το μυαλό μου.

Μετά όμως σκέφτηκα, πως κανένα από τα αμέτρητα βιβλία που έχω λατρέψει δεν θα ήταν έξυπνο να το έχω γράψει η ίδια, επειδή έτσι θα είχα χάσει την πανάκριβη απόλαυση της ζωής, να διαβάζεις για πρώτη φορά τα βιβλία που αγαπάς.

Ποια λέξη ή ποια φράση πιστεύετε ότι σας χαρακτηρίζει περισσότερο ως άνθρωπο;

«Δεν κλαίμε πάνω από το χυμένο γάλα» ή όπως λέει η Φράνση στο Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλυν : «Όσο κι αν κλάψει κανείς, κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσει και να σηκωθεί να κάνει και καμιά δουλειά».

Όταν κάποιος κλείσει ένα βιβλίο δικό σας, ποιο είναι το συναίσθημα που θα θέλατε να του μείνει τελευταίο;

Επειδή τελικά διαπιστώνω – γιατί ποτέ δεν ξεκινά από συνειδητή πρόθεση – ότι ως τώρα, στον πυρήνα όλων των ιστοριών που πλάθω βρίσκεται ένα μεγάλο ή μικρό ηθικό δίλημμα με το οποίο θα κονταροχτυπηθούν οι χαρακτήρες μου, θα ήθελα, ο αναγνώστης, αν έχω καταφέρει να τον κερδίσω, να εμπλακεί προσωπικά στην περιπέτεια των χαρακτήρων, να τη βιώσει ως δική του ηθική εμπειρία.

Έτσι ο συγγραφέας κατά κάποιο τρόπο υποχωρεί και ο αναγνώστης διαβάζει το βιβλίο ξαναγράφοντάς το ο ίδιος, με τη δική του ψυχική και διανοητική σκευή και φυσικά στη συγκεκριμένη χρονικότητα που το διαβάζει.

Αν αυτός ο μεγαλεπίβολος στόχος επιτευχθεί, ο κάθε αναγνώστης θα κλείσει το βιβλίο με το μοναδικό συναίσθημα που μόνο εκείνος, τη συγκεκριμένη στιγμή, μπορεί να νιώσει, συναίσθημα του οποίου ο συγγραφέας δεν έχει ούτε τον έλεγχο ούτε την ευθύνη, ίσως ούτε το έχει καν υποψιαστεί/ φανταστεί / ελπίσει ή απευχηθεί.