Οι άνθρωποι της Υπαίθρου θρηνούν. Η Κατερίνα Μητροπούλου είναι ένας από αυτούς. Μεγάλωσε μέσα στα ζώα και στα χωράφια, όπως και όλη η οικογένειά της.
Το βιβλίο της «Με την ψυχή καθαρή απ’ τα βάσανα» εκδόσεις Δερέ, είναι ένας ύμνος στην Ύπαιθρο. Έστειλε αυτό το κείμενο, που καταδεικνύει τον πόνο και την απόγνωση που νιώθουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Καταδεικνύει όμως και την ανάγκη να νιώσουμε ποιοί είναι αυτοί οι άνθρωποι που συνήθως τους ξεχνάμε, ή ακόμη χειρότερα ποτέ δεν τους σκεφτήκαμε, ποτέ δεν τους γνωρίσαμε.
Αυτούς, τη γη και τα ζώα τους.:
Έγειρε για να ισιώσει στους ώμους την κάπα του, αυθεντική φορεσιά του μόχθου του, ο τσοπάνης απ’ το Μικρό Μοναστήρι, που στην Αγία Τριάδα συμβολίζει τον Πατέρα Θεό. Με ουρανό συννεφιασμένο, πήγαινε να ρίξει βροχή σαν να προετοιμαζόταν να σπαράξει απ’ τη σφαγή.
Πήρε τη γκλίτσα του, την ιερή ποιμαντορική ράβδο κάθε βοσκού και κάλεσε τα ζώα του να βγουν έξω απ’ το μαντρί. Μπροστά πορεύτηκε το κριάρι που στην Αγία Τριάδα συμβολίζει το Χριστό ο οποίος οδηγεί το κοπάδι, και από πίσω ακολούθησαν τα πρόβατα και τα κατσίκια. Έβγαιναν, έβγαιναν. Δεν τελείωναν με τίποτα. Τόσα πολλά ήταν. Όλα αθώα. Τα περισσότερα κινούνταν σιωπηλά και κάποια βέλαζαν. Άλλα κοντοστάθηκαν και κοίταζαν γύρω τους, σαν να ένιωθαν πως έβλεπαν το μαντρί τους και τον Μακεδονικό κάμπο για τελευταία φορά. Όλα πήγαιναν για θυσία και ας φαίνονταν υγιέστατα και ζωηρά. Ο βοσκός τους, περίμενε να βγει μέχρι και το τελευταίο.
Στάθηκε όρθιος και κοίταξε τα ζώα. Δεν τα σαλάγησε για να γυρίσουν πίσω. Η κάπα του έγειρε ξανά στο πλάι, σαν να μην μπορούσε να κρατήσει την ισορροπία στους ώμους, σαν να κατέβαζε και εκείνη το κεφάλι της απ’ τον πόνο. Με βλέμμα γεμάτο δάκρυα έστειλε τα ζωντανά του «στο καλό», ενώ τα πήγαιναν στο θάνατο.
Χτύπησε με δύναμη τη γαλότσα του στο χώμα που έθρεφε τα ζώα και τον οίκο του και αγέρωχος έστρεψε τη ματιά του στο Θεό. Οι μύες του προσώπου έσπασαν απ’ το πόνο. Ξεκίνησε βροντόφωνα το θρήνο. Με αξιοπρέπεια, όμως. «Θεέ τσοπάνη τα φύλαξα από λύκους, πείνα, από τα πάντα» εξομολογήθηκε χτυπώντας με σθένος τη γκλίτσα στο χώμα. Μιλούσε για το χρέος του απέναντι στα ζώα του, ένα χρέος που τίμησε με αυταπάρνηση ως το τέλος. «Το άδικο είναι βαρύτερο από τη ζημία» συνέχισε. Πόσο μεγάλη κουβέντα. Πόσο δίκαια δίκασε σε μια χώρα που οι κυβερνώντες της υπηρετούν ανερυθρίαστα καθημερινά το άδικο.
«Δεν γονάτισα ποτέ» τόνισε υπερήφανα, κοιτώντας μας στα μάτια. Οι άνθρωποι της υπαίθρου δεν γονατίζουμε. Οι άνθρωποι της υπαίθρου δεν υποκύπτουμε. «Από αυτό το φονικό εγώ είμαι αθώος! Τα χέρια μου είναι αθώα!».
Αθώος και καθαρός ήταν και είναι. Και ας ζήτησε απ’ τη γυναίκα του εκείνη τη στιγμή να του ρίξει νερό για να πλύνει τα καθάρια και προπάντων, τίμια χέρια του. Καθαρός, σαν το γάργαρο νερό που έρρεε στις δουλεμένες παλάμες του και στα σκληρά απ’ τον αγώνα νύχια του.
Καθαρός στην ψυχή και στην συνείδηση. «Ποτέ δεν έκλαψα, ποτέ δεν γονάτισα» δηλώνει με τα δάκρυα στο πρόσωπο του.
Μέχρι τώρα δεν είχε λόγο να κλάψει. Ήταν ευτυχισμένος ως φυσικός άνθρωπος πλάι στα γιδοπρόβατά του. Μια ευτυχία που του στέρησαν απ’ τη στιγμή που έσυραν το κοπάδι του στο μακελλειό. Τραβάει για το καρότσι που άλλοτε κουβαλούσε τροφές για να θρέψει τα ζωντανά του και τώρα είναι γεμάτο καμπάνια.
Τα καμπάνια που κουδούνιζαν στον λαιμό των προβάτων του και ξεσήκωναν τον κάμπο με την ηχώ τους. Τώρα σώπασαν κι αυτά, σωριάστηκαν μες στο καρότσι. Παίρνει ένα στο χέρι και το χτυπά για να κελαηδήσουν τα βουνά της Ευρώπης όπως λέει, όχι της Ελλάδας. Αυτά οι κυβερνώντες τα θέλουν βουβά, έρημα, γι’ αυτό θερίζουν τα κοπάδια της πατρίδας. Φεύγει όρθιος, σαν κύριος, παίρνοντας το δρόμο που πήραν πριν τα ζώα του.
Το λόγο παίρνει τώρα η γυναίκα του. Η καμαρωτή Ελληνίδα κτηνοτρόφος. Η γυναίκα αγωνίστρια. Με δάκρυα στα μάτια, μας μιλά για το χρέος της που τήρησε και εκείνη στο ακέραιο στη ζωή της, με τόση φροντίδα. «Τα φυλάξαμε από λύκους, ασθένειες, κακοκαιρία και δεν μπορούν να τα φυλάξουν οι κυβερνώντες. Η Ελλάδα διώχνει τους ανθρώπους του Θεού. Θέλει τους σατανάδες». Είναι ακριβώς όπως το λέει. Άνθρωποι που τους γεμίζει το κακό. Το κακό στον συνάνθρωπο. Άνθρωποι που βαδίζουν με ηδονή το δρόμο της κακίας.
Μετά τη μάνα, σειρά παίρνουν τα νιάτα για να κλάψουν και αυτά για το κακό που τα βρήκε αλλά και να δηλώσουν περήφανα που ήταν παιδιά γονιών τσοπάνηδων. Τα νιάτα που, με τη δολοφονία των ζώων τους, τους έκλεψαν τη μπουκιά απ’ το στόμα. Αλήθεια, με τούτη την πράξη τους πως δίνουν τόπο στα νιάτα; Τι παράδειγμα δίνουν στη νέα γενιά για να μείνει σ’ αυτό τον τόπο και να εργαστεί. Αλλά δεν τους νοιάζει. Να τα απελπίσουν θέλουν. Να τα διώξουν.
Το τσοπανόσκυλο, που στην Αγία Τριάδα συμβολίζει το Άγιο Πνεύμα που φυλά τα έρμα τα ζωντανά απ’ τους λύκους, έμεινε μόνο. Χωρίς ζωή. Να κοιτά γύρω του σα χαμένο. Χωρίς σκοπό πια. Αφού τα ζώα χάθηκαν και δεν είχε τώρα τι να φυλάξει.
Η πόρτα στο μαντρί έκλεισε. Ο στάβλος ερήμωσε. Η γκλίτσα κρεμάστηκε στο φράχτη. Άδειασε ο στάβλος. Ο κάμπος σίγησε. Όλα έμειναν έρμα.
Η Ύπαιθρος άρχισε να κλαίει. Οι σταγόνες της βροχής έπεσαν πάνω στην γκλίτσα. Δάκρυα έγιναν στην άκρη της και έπεφταν πυκνά κάτω στο χώμα. Δάκρυα που γέμισαν τα μάτια των Ελλήνων, βλέποντας και ακούγοντας αυτό το βοσκό° όχι όλων -εξαιρούνται οι κυβερνώντες και οι υπόδουλοί τους- αλλά όσων έχουν φιλότιμο, απ’ αυτό που τιμά το λαό μας.
Βλέπω συνέχεια το βίντεο του τσοπάνη απ’ το Μικρό Μοναστήρι αυτές τις μέρες που το έκανε να φαίνεται τόσο μεγάλο και τρανό. Τον ακούω που τραγωδεί και τραντάζεται το μέσα μου, ως κόρη κτηνοτρόφων, ως παιδί που μεγάλωσε μέσα στα πρόβατα, ως υπερήφανη κόρη γονέων τσοπάνηδων και γω. Μέσα στα αυτιά μου ακούω συνέχεια τα λόγια της μάνας μου (ενεργής κτηνοτρόφου, 64 χρονών), τις τελευταίες μέρες. «Δεν θέλω να φεύγω απ’ το μαντρί παιδί μου. Θέλω να είμαι συνέχεια δίπλα στα προβατάκια μου και στα αρνάκια μου. Φοβάμαι μην αρρωστήσουν και τα χάσω. Φοβάμαι μην δεν τα ξαναιδώ»
«Μη στεναχωριέσαι, ρε μαμά!» της απαντώ.
«Εσύ μη στεναχωριέσαι παιδί μου! Τα παιδιά μου να είστε πρώτα καλά. Και αν αρρωστήσουν τα ζωάκια μου και μου τα θανατώσουν…». Εδώ τεντώνει την καμπούρα της απ’ τη πολλή δουλειά για να σταθεί όρθια και με δύναμη μου δηλώνει: «Εγώ παιδί μου θα τα φτιάξω απ’ την αρχή. Δεν θα τους αφήσω, όπως άκουσα μια μέρα στην τηλεόραση, να ταΐσουν τον κοσμάκη σκουλήκια και ακρίδες».
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


