Το ταξίδι του βιβλίου Λήμματα για μεγάλους της Όλγας Μ. Φωτεινού ξεκίνησε ουσιαστικά τον Απρίλιο του 2024 στις Βρυξέλλες από τη θεατρική σκηνή διότι τρεις από τις ιστορίες της παρουσιάστηκαν εκεί σε μορφή Θεατρικού Αναλογίου με τη συμβολή του Τάσου Νυχά, του Atelier Théâtral Grec και της Θεατρικής Ομάδας ΑλΜΑ.

Ads

Η θερμή αυτή υποδοχή οδήγησε τελικά στην έκδοση του βιβλίου από την Κάπα Εκδοτική, με τη φροντίδα του Θοδωρή Κουλεδάκη και της Σωτηρίας Αποστολάκη.

Ads

Η Φωτεινού, έχοντας η ίδια διανύσει μια γεωγραφική και επαγγελματική πορεία σε διαρκή κίνηση (από την Αθήνα στο Παρίσι, στο Λονδίνο και έπειτα στις Βρυξέλλες), καταφέρνει να κοιτάξει την ελληνική κοινωνία με μια διαυγή, ψύχραιμη ματιά.

Ads

Ανατέμνει έναν κόσμο που συχνά ισορροπεί πάνω από εκκωφαντικές σιωπές και τη «νομοτέλεια του καθωσπρέπει», μέσα από 24 ιστορίες – όσες και τα γράμματα του αλφαβήτου – για το πώς, τελικά, ενηλικιωνόμαστε «λαθραία και τυχαία».

Ads

Υπήρξαν αμέτρητες στιγμές κατά την ανάγνωση όπου ταυτίστηκα με τα γραφόμενα, διότι επανερχόταν διαρκώς το ερώτημα της παιδικής θέασης του κόσμου: πώς βιώναμε την πραγματικότητα ως μια «ξένη ταινία χωρίς υπότιτλους», όπου τα δρώμενα εκτυλίσσονταν ενώπιόν μας και οι λέξεις αιωρούνταν, ηχώντας στα αυτιά μας ως ακατάληπτα σημαίνοντα;

Αναγκαζόμασταν διαρκώς να ερμηνεύσουμε τους ψιθύρους και τα μισόλογα των ενηλίκων, και να εκλογικεύσουμε τις δικές μας παρανοήσεις.

Έννοιες με «ειδικό βάρος», ειπωμένες με μπόλικους υπαινιγμούς, όπως η ανικανότητα, το διαζύγιο, η ηθική, ο θάνατος, το καθήκον, ο ξεπεσμός, η ομοφυλοφιλία, το συνοικέσιο και η ωραιοπάθεια, ή ακόμα και γλωσσικοί γρίφοι που υπέκρυπταν έναν ολόκληρο αξιακό κώδικα – σε τι ακριβώς διαφέρει άραγε η συμπεριφορική επιταγή να κάθεσαι «φρόνιμα» με γιώτα, από την καλλιέργεια υψηλού «φρονήματος» με ήτα; – λειτουργούσαν ως ανεξερεύνητα θραύσματα πληροφορίας, τα οποία εγγράφονταν στο υποσυνείδητο.

Με την πάροδο των ετών και τη γνωστική ωρίμανση, τα ανερμήνευτα αυτά σημεία άρχισαν σταδιακά να αποσαφηνίζονται.

Πρόκειται για μια αέναη διαδικασία παραγωγής νοήματος, η οποία μας ακολουθεί διαρκώς κατά τη συγκρότηση της ταυτότητάς μας. Μέσα από αυτή την πορεία, προσπαθούμε να διαβάσουμε, να αποκωδικοποιήσουμε και να αρθρώσουμε τους κανόνες της κοινωνίας.

Το παραπάνω πλαίσιο συνδέεται άρρηκτα με την έννοια της «αργής γνώσης» και τη διαρκή επανασύνδεση των θραυσμάτων της μνήμης.

Όπως επισημαίνουν οι προσεγγίσεις της γνωστικής ψυχολογίας, οι εμπειρίες που καταγράφονται ασυνείδητα κατά την παιδική ηλικία δεν παραμένουν στατικές.

Μέσω της «μεταγενέστερης επεξεργασίας», οι πρώιμες αναμνήσεις αναδιαμορφώνονται και ανανοηματοδοτούνται, καθώς το υποκείμενο κατανοεί βαθύτερα τον κόσμο.

Συντελείται, επομένως, μια ουσιαστική διασταύρωση ανάμεσα στη μνήμη, την αναπτυξιακή πορεία και την ερμηνεία, η οποία αναδύεται σχεδόν νομοτελειακά ετεροχρονισμένη.

Αυτήν ακριβώς την ετεροχρονισμένη κατανόηση, το γνωστικό «σοκ» της επιφοίτησης, είναι που βίωνε συστηματικά η Όλγα Μ. Φωτεινού. Και το μείζον επίτευγμα του βιβλίου έγκειται στο ότι κατορθώνει να αποτυπώσει αυτή τη μετάβαση στο χαρτί με έναν τρόπο απολύτως ανεπανάληπτο.

Αυτή λοιπόν η ανάγνωση άνοιξε έναν πολύ προσωπικό διάλογο. Ίσως η συνειδητοποίηση ότι δεν ήμουν μόνη σε αυτές τις παιδικές ακατανοησίες να μου έδωσε μια βαθιά αίσθηση κατανόησης, σχεδόν συμπόνιας, προσφέροντάς μου μια ουσιαστική σύνδεση με το κείμενο.

Δεν υπήρξε, ειλικρινά, ούτε ένα λήμμα στο οποίο να μην έκανα τη δική μου προσωπική αναγωγή. Κάποιοι, βέβαια, ίσως επιθυμούν να ξεχάσουν εκείνη την εποχή, δεκαετίες του ’60, ’70 και ’80, και αναμφίβολα η λειτουργία της λήθης είναι και χρήσιμη και λυτρωτική τόσο για το άτομο όσο και για την ίδια την κοινωνία, κάποιες φορές.

Και μιας και αγγίξαμε το πεδίο των Σπουδών Μνήμης, αξίζει να σταθούμε στην οπτική του βιβλίου απέναντι στο παρελθόν. Στην περίπτωση της Φωτεινού δεν συναντάμε αυτό που η Svetlana Boym, στο εμβληματικό της The Future of Nostalgia, ονομάζει «αποκαταστατική νοσταλγία» (restorative nostalgia) – εκείνη τη στατική, εξιδανικευμένη προσκόλληση στο παρελθόν που τόσο συχνά συναντάμε στα αυτοβιογραφικά λογοτεχνήματα.

Η αποκαταστατική νοσταλγία μοιάζει να συνομιλεί ιδανικά με την πολιτισμική κριτική του Mark Fisher και την ντεριντιανή έννοια της Hauntology, αναδεικνύοντας πώς τα «φαντάσματα» των παρελθοντικών προσδοκιών και των παλιών κοινωνικών συμβάσεων εξακολουθούν να στοιχειώνουν και να διαμορφώνουν το παρόν μας.

Αντιθέτως, εδώ έχουμε να κάνουμε με την «αναστοχαστική νοσταλγία» (reflective nostalgia): η συγγραφέας αναπολεί, αλλά ταυτόχρονα ασκεί ουσιαστική κριτική στο ίδιο το παρελθόν που μας μεγάλωσε, απελευθερώνοντας το αφηγηματικό υποκείμενο από το βάρος των «φαντασμάτων».

Σε αυτήν ακριβώς τη διαδικασία, αποκτά επιπλέον εξαιρετικό ενδιαφέρον η «μεταμνήμη» (postmemory) της συγγραφέως, σύμφωνα με τον όρο που εισήγαγε η Marianne Hirsch, και κυρίως αυτή που αναδύεται και μεταβιβάζεται μέσα από τις μνήμες του πατέρα της.

Αυτές ακριβώς οι μνήμες δεν παραμένουν σε ένα θεωρητικό κενό, αλλά αποκρυσταλλώνονται στην ίδια την υλικότητα της εποχής. Τα λήμματα της Φωτεινού συνθέτουν, κατ’ ουσίαν, ένα «κρυφό λεξιλόγιο» – μια εξαιρετική μεταφορά για το πώς αναπτύσσονται οι κοινές εμπειρίες που δεν χρειάζονται ποτέ ρητή εξήγηση.

Λειτουργούν σαν ένα μυστικό νόημα, μια γλώσσα που πηγάζει από την ίδια την εμπειρία και τους συμβολισμούς της, επιτρέποντάς μας να επικοινωνούμε βαθύτερα, χωρίς να αναλύουμε κάθε λεπτομέρεια.

Πρόκειται για μια μυστική γλώσσα φτιαγμένη από λεκέδες από λιωμένο πασχαλινό κερί, από την κολόνια με άρωμα λεμόνι, από εκείνα τα περιτυλιγμένα δώρα με τα ποτά, που γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι για χρόνια και δεν ανοίγονταν ποτέ.

Είναι μια γλώσσα που αναδύεται μέσα από τις ατελείωτες και αμέτρητες επισκέψεις των ονομαστικών εορτών, τα καλοκαίρια στο χωριό, τη ραπτομηχανή Singer σε μια γωνιά κάθε σπιτιού, το περιοδικό Ρομάντζο που βρισκόταν παντού για να καταλήξει κάποτε προσάναμμα στη σόμπα, ή τον γνώριμο αναβρασμό όταν έρχονταν οι Αμερικάνοι συγγενείς για να τους φιλοξενήσουμε και φερόμασταν σαν να ερχόταν ο ίδιος ο Ρήγκαν.

Και σταματώ την απαρίθμηση εδώ. Όλη αυτή η κοινή δεξαμενή βιωμάτων δημιουργεί μια ουσιαστική γέφυρα, σαν να μοιραζόμαστε όλοι εμείς αυτό το κρυφό λεξιλόγιο. Είναι μια κοινή γλώσσα εμπειριών που, εν τέλει, μας κάνει να νιώθουμε πιο ορατοί, πιο συνδεδεμένοι, ακόμα κι αν παραμένουμε άγνωστοι μεταξύ μας.

Η Όλγα Φωτεινού γράφει εξαιρετικά. Αν και οι προτάσεις της είναι μεγάλες και πλούσιες, η αφήγηση δεν χάνει ποτέ τη σαφήνειά της. Όλα λέγονται ξεκάθαρα, αλλά με ένα βαθύ συναισθηματικό αντίκρισμα.

Το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο, ωστόσο, στα Λήμματα για μεγάλους είναι η χρήση της κωμικής φόρμας ως συνειδητής λογοτεχνικής στρατηγικής. Η επιλογή αυτή προσδίδει στο έργο μια σύνθετη διαλεκτική ανάμεσα στο τραγικό και το ευθυμολογικό, αναδεικνύοντάς το ως ιδιαίτερα αξιόλογο στο πεδίο της αυτοβιογραφικής λογοτεχνίας.

Ουσιαστικά, η κωμωδία λειτουργεί εδώ ως ένας μηχανισμός άμυνας και αποστασιοποίησης, παρέχοντας τον απαραίτητο χώρο για την ανάδυση τραυματικών – αν και συχνά ιλαρών – εμπειριών. Μέσω αυτής της μεθοδολογίας, η συγγραφέας αποφεύγει την εξιδανίκευση: καθιστά το τραύμα προσιτό, επιτρέποντας στον αναγνώστη να βιώσει τη συγκλονιστική του διάσταση, διατηρώντας παράλληλα τον απαραίτητο ζωτικό χώρο για να αναπνεύσει μέσα στο κείμενο.

Σε αυτό το πρίσμα, η παιδική ηλικία απογυμνώνεται από την ψευδαίσθηση της εξιδανικευμένης αθωότητας. Αναδεικνύεται, αντίθετα, ως ένα αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο το οποίο μας εγκλώβισε σε προκαθορισμένες κανονιστικές δομές.

Η αναγνώριση και η εξωτερίκευση αυτής της συνθήκης αποκτά τελικά απελευθερωτικό χαρακτήρα, καθώς μας επιτρέπει να διαρρήξουμε τα στεγανά του παρελθόντος και να αναστοχαστούμε, με κριτικό πλέον βλέμμα, τις διαδικασίες μέσω των οποίων συγκροτήθηκε ο εαυτός μας.

Συλλογιζόμενη όλα τα παραπάνω, αναρωτιέμαι ειλικρινά πόσοι από εμάς θα διέθεταν το ψυχικό σθένος να εκθέσουν με τέτοια αφοπλιστική ειλικρίνεια τα καλά κρυμμένα μυστικά του οίκου τους.

Πόσοι θα τολμούσαν, εντέλει, να βγάλουν τα οικογενειακά τους «άπλυτα» στη φόρα – ακόμα κι αν έχει μεσολαβήσει μισός αιώνας – αναγνωρίζοντας πως κάποια από αυτά δεν είναι απλώς πολυφορεμένα και φθαρμένα από τον χρόνο, αλλά φέρουν βαθιές και ανεξίτηλες κηλίδες.

Αυτό το θάρρος της συγγραφέως να τοποθετήσει την οικογένεια στο προσκήνιο, φωτίζοντας χωρίς περιστροφές την ευθραυστότητα, τις ρωγμές και τις παθογένειές της, καθιστά την αφήγηση μια πράξη βαθιάς γενναιότητας.

Με όχημα μια υποδόρια κωμικότητα, η Όλγα Φωτεινού εκθέτει στο φως τα δικά της τραύματα, επιτελώντας μια λειτουργία σχεδόν καθαρτική: μας τα προσφέρει ανοιχτά, προκειμένου να μας δώσει τον χώρο να αντικρίσουμε κατάματα και, τελικά, να απομυθοποιήσουμε τα δικά μας.

*Κατερίνα Διακουμοπούλου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Νεοελληνικού Θεάτρου, Φιλοσοφική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών