Τι ήταν οι ελληνικοί Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004; Ποιοι αποφάσισαν τη διεκδίκηση τους και γιατί; Ποιοι τους έφεραν στην Ελλάδα και πως; Γιατί παραλίγο να τους πάρει πίσω η ΔΟΕ και ποιοι τους διέσωσαν;

Ads

Πως έφτασαν οι  Έλληνες στην κορυφή του πλανήτη τον Αύγουστο του 2004 και ποιοι γύρισαν στη συνέχεια την πλάτη στο μεγαλύτερο συλλογικό επίτευγμα   από τη Μεταπολίτευση και γιατί;

Ads

Τις απαντήσεις στα ερωτήματα αναζητά το βιβλίο του δημοσιογράφου Γ. Λακόπουλου: – H μπαλάντα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004- τα πρόσωπα, οι σκιές, η λάμψη και η Γιάννα Αγγελοπούλου»- που κυκλοφορεί από τις  Εκδόσεις Λιβάνη .

Ads

Είναι ένα αποκαλυπτικό πολιτικό δοκίμιο και ταυτόχρονα ιστορικό ρεπορτάζ, για την υπόθεση που απασχόλησε για μισό αιώνα την Ελλάδα: από την πρώτη απόπειρα να αναλάβει η Αθήνα μονίμως την Ολυμπιάδα και την επιδίωξη να της ανατεθεί για δεύτερη φορά από την αναβίωση του  1896, μέχρι την αποτυχία του Ιωβηλαίου και τελικά τη διεκδίκηση και διοργάνωση του 2004- που αναγνωρίσθηκε διεθνώς ως εθνικό επίτευγμα, αλλά δεν είχε συνέχεια.

Ads

Κεντρικό πρόσωπο της διαδρομής ήταν η Γιάννα Αγγελοπούλου που έφερε τους Αγώνες στην Αθήνα, επέστρεψε για να τους οργανώσει κινητοποιώντας τη δυσκίνητη ως τότε δημόσια διοίκηση, την αυτοδιοίκηση, τον ιδιωτικό τομέα, τη νέα γενιά, αλλά και την κοινωνία- και  πήρε από παντού εύσημα για την «καλύτερη διοργάνωση» της νεότερης εποχής.

Για μεγάλο διάστημα, οι ελληνικοί Ολυμπιακοί Αγώνες, ήταν αντικείμενο πολιτικών διαξιφισμών και παραπληροφόρησης που, ενίοτε, προκαλούσαν σύγχυση για τις συνθήκες, τα πρόσωπα και το αποτέλεσμα. Στο προσκήνιο και το παρασκήνιο έγιναν πολλά και τα ερωτήματα που αναδείχθηκαν για δεκαετίες έμεναν μετέωρα.

Πώς έφτασε η Ελλάδα στην ανάληψη των Αγώνων; Ποιοι πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες ενεπλάκησαν και με ποιες επιδιώξεις; Από ποιους κίνδυνους και ποια χέρια, πέρασαν η διεκδίκηση και η διοργάνωση;

Ποιοι συγκρούστηκαν με ποιους και πώς συμπεριφέρθηκαν τα κόμματα και τα ΜΜΕ; Πόσο κόστισαν, ποιος πλήρωσε, ποιοι ωφελήθηκαν, ποιες ευκαιρίες χάθηκαν και ποιο ήταν το τελικό πρόσημο για τη χώρα, την κοινωνία και την οικονομία;

Πώς διαχειριστήκαν τους Αγώνες ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Κώστας Σημίτης και ο Κώστας Καραμανλής ως πρωθυπουργοί, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος και η Ντόρα Μπακογιάννη ως δήμαρχοι-οικοδεσπότες , αλλά και στελέχη του ΠΑΣΟΚ της ΝΔ και της Αριστεράς;

Ποιο ρόλο έπαιξαν ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Θόδωρος Πάγκαλος, ο Κώστας Λαλιώτης, η Αλέκα Παπαρήγα και ο Αλέξης Τσίπρας;

Πώς λειτούργησε μεταξύ  2000 -04 ως μάνατζερ η Γιάννα Αγγελοπούλου, ποιοι διεθνείς παράγοντες την υποστήριξαν και ποια ήταν η συμβολή του Θόδωρου Αγγελόπουλου στη διεκδίκηση;

Το βιβλίο αναζητώντας τις πραγματικές τις απαντήσεις, ανατρέχει στα γεγονότα, αφηγείται την εξέλιξή τους μεθοδικά και  με ευθύ τρόπο  για να καταλήξει στο συμπέρασμα: στην Ελλάδα είναι δυνατό να  γίνουν θαύματα, που  μπορούν στο τέλος να … εξαφανιστούν. Αυτό που κινεί τα πράγματα προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, είναι οι ηγεσίες΄…

Με απόσταση πέραν των δύο δεκαετιών από τον Αύγουστο που η Ελλάδα «πέρασε απέναντι», το βιβλίο  αξιολογεί το πριν και το μετά,  με ονόματα και διευθύνσεις, αφήνοντας στον αναγνώστη την τελική κρίση….

Απόσπασμα από το βιβλίο

Διάσωση εν πτήσει

«Την άνοιξη του 2000 το ζεύγος Αγγελοπούλου  ήταν απασχολημένο πρωτίστως με τις επιχειρήσεις του. Ετσι μόνο που δεν περίμεναν ένα βράδυ στο Σάλτσμπουργκ της Αυστρίας, -που είχαν πάει για Σαββατοκύριακο – την ώρα που δειπνούσαν μετά την όπερα- το τηλεφώνημα της Λένας Ζαχοπούλου από την Αθήνα: «Θέλει να σας  μιλήσει ο Πρωθυπουργός».

Κάλεσε τον Κώστα Σημίτη και όταν του είπε που την πετυχαίνει, πρώτα «ζήλεψε» και μετά  ρώτησε – με τον τυπικό άχρωμο σημιτικό τρόπο – … πότε σχεδιάζουν να βρίσκονται στην Ελλάδα! Δεν είχαν τέτοια σχέδια, αλλά αν υπήρχε λόγος θα το έκαναν.

-« Ελάτε στο  Μαξίμου την Δευτέρα το βράδυ, όπου τα πράγματα είναι πιο ήσυχα και θα έχουν φύγει οι κάμερες και οι δημοσιογράφοι».

Όταν  πήρε τον  Σάμαρανγκ , της ειπε:  «Βρίσκονται κοντά την κόκκινη  κάρτα και είναι στο έλεός σου. Ο Σημίτης σε χρειάζεται και θα συμφωνήσει σε οτιδήποτε ζητήσεις.  Αλλά σε εξορκίζω  να τα πάρεις γραπτά» .

Του απάντησε: «Δεν οργανώνονται Ολυμπιακοί Αγώνες σε τέσσερα χρόνια». Αλλά και όταν δέχθηκε να τους διασώσει, γραπτές εγγυήσεις δεν ζήτησε- και το μετάνιωσε…

Γνώριζε ότι όλοι είχαν ασκήσει πιέσεις για την  επιστροφή της: η ΔΟΕ, οι χορηγοί, τα τηλεοπτικά δίκτυα, η αθλητική οικογένεια- τα ΜΜΕ , πολλοί υπουργοί. Αλλά και η ελληνική κοινωνία, όπως πρόκυπτε από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Κάπως έτσι βρέθηκε τη Δευτέρα 8 Μαΐου 2000, εκτός προγράμματος, στο μέγαρο Μαξίμου. Ο  Πρωθυπουργός την υποδέχθηκε με το χαμόγελο της αμηχανίας – που τον χαρακτήριζε σ αυτές τις περιπτώσεις. Και άρχισε τη συζήτηση σαν να ήταν κάποιος …τρίτος: τη βολιδοσκοπούσε αν θα δέχονταν την πρόταση να επιστρέψει!

-«Μου προτείνετε  να αναλάβω την ευθύνη της Ολυμπιακής προσπάθειας;» τον ερώτησε ευθέως. – δυο φορές.

Λύθηκε η γλώσσα του και της πρόσφερε την προεδρία της Οργανωτικής Επιτροπής. Με τη διαβεβαίωση ότι η  κυβέρνηση θα στήριζε με κάθε τρόπο τις προσπάθειές της. Θα  είχε πλήρεις εξουσίες και ουδείς υπουργός θα της δημιουργούσε προσκόμματα, όπως στην περίοδο της διεκδίκησης.

Πρακτικά της ζητούσε να αναλάβει μια επιχείρηση διάσωσης εν πτήσει.

Ίσως η δεινή θέση του Σημίτη δεν θα την επηρέαζε, αν δεν και δεινή θέση της χώρας. Υπήρχε πράγματι το ενδεχόμενο να μετακινήσει η ΔΟΕ  τους Αγώνες από την Αθήνα.

Είχε βρει και που: το Σίδνεϋ, είχε ήδη έτοιμες τις εγκαταστάσεις για τη διοργάνωση του 2000, που είχε αναλάβει για το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς. Για την Ελλάδα θα ήταν εξευτελισμός…»