Δεν ξέρω πόσες φορές ξεκίνησα την προσπάθεια να γράψω λίγα λόγια για το αριστουργηματικό «Είκοσι» (εκδόσεις Άγρα) του Παντελή Μπουκάλα και δεν τα κατάφερα.
Άλλες τόσες φορές προηγουμένως, προσπαθούσα να ολοκληρώσω την ανάγνωση και μ’έπνιγε ένας λυγμός. Μετά επέστρεφα να ξαναρουφήξω τους στίχους που με διέλυαν και με διεύρυναν ταυτόχρονα κι έμπαινα όλο και πιο βαθιά στο νόημα του ποιητή μα πιο πολύ στο μοιρολόι του, σ’αυτή την υπέροχη ποίηση του, στην αρχιτεκτονική από την οποία δεν περισσεύει ούτε σημείο στίξης.
Ίσως να μην είναι τυχαίο τελικά που το κείμενο αυτό ολοκληρώθηκε στην Κάρπαθο, εδώ που έχω ζήσει τον σεισμό του μοιρολογιού εκείνων που θρηνούν τα νεκρά παιδιά τους και μαζί τους τα θρηνούμε όλοι στην κοινότητα και τα μνημονεύουμε πάντα. Γράφω χωρίς καμιά καταναγκαστική ψυχραιμία λοιπόν, σίγουρη πλέον για το ότι είναι ανώφελη η οποιαδήποτε απόσταση από τα ποιήματα που θα τα κουβαλώ για πάντα μέσα μου, μαζί με τ’άλλα ιερά μου.
Όλα τα ποιήματα είναι για τον γιο του Σπύρο που έφυγε από τη ζωή στα είκοσί του (εξού και ο τίτλος) σε δυστύχημα με τη μηχανή του. Κι ο ποιητής πατέρας, του μιλά με κάθε γλώσσα που έχει οικειοποιηθεί κι έχει φορέσει κατάσαρκα. Ο Μπουκάλας θρηνεί και με τον δεκαπεντασύλλαβο της δημοτικής μας παράδοσης «Αυτό τον νιο που κίνησε να ρθει στον Κάτω Κόσμο / μην τον αφήσεις μόναχό, μα να μου τον προσέχεις./ Γιατί είναι νιος, κι είν’ άμαθος, δεν ξέρει από σκοτάδι, / δεν ξέρει από παγωνιά κι από το μαύρο χώμα» γράφει απευθυνόμενος στη μάνα του στην οποία δίνει οδηγίες για το πως θα τον υποδεχθεί στον Κάτω κόσμο.
Ανοίγει κουβέντα με τη μάνα και τον πατέρα, για την κατάρα του σογιού, για τον κανακάρη του, μιλά σε εκείνους λες και στην αγκαλιά τους μόνο μπορεί να κουρνιάσει και να εναποθέσει την τεράστια οδύνη και την ευθύνη να τον προσέχουν, να γίνουν οι αγγελιοφόροι του. Μιλώντας σε εκείνους, προετοιμάζει το έδαφος για να τον ακολουθήσει ο αναγνώστης στον σπαρακτικό στίχο:
«Κρυώνεις γιε και καλογιέ; Παγώνεις μες το χώμα./ Κι εγώ να ζω και ν’απορώ πως και βαστάω ακόμα. Και ν’απορώ να θλίβομαι, να ντρέπομαι πουλί μου, να ντρέπομαι για τη φωνή και την αναπνοή μου».
Μετά απευθύνεται στον Θεό ως άθεος κι είναι έτοιμος πια αφού έκλεισε τους λογαριασμούς του με τα θεία και τους προγόνους, να απευθύνθεί αποκλειστικά στον γιο του που έφυγε «Με ληστεμένο το ωραίο / το ιερό δικαίωμα της φθοράς» και στον εαυτό του αναζητώντας ένα ελάχιστο σημείο να σταθεί μέσα στην εσωτερική κοσμοχαλασιά.
Ο Παντελής Μπουκάλας αφήνεται σε έναν παραληρηματικό θρήνο και σαν πρόσωπο αρχαίας τραγωδίας, αδυνατώντας να βρει το νόημα στα βάθη της οδύνης προσπαθεί τουλάχιστον να ψάχνει αντιστοιχίες στα σημάδια.
«Οδός Κέλσου. Μα ποιος χαιρέκακος σαρκαστής
μερίμνησε να βγάζει ο Κέλσος στο Πρώτο
για να λέει νεκροταφείο το νεκροταφείο
κι όχι κοιμητήριο υποσχετικό;»
ή μια ελάχιστη παρηγοριά στον τρόπο που «ένα τίποτα γίνεται νόημα».
Είναι ολιγόλογος και μες την λεκτική οικονομία του υπέροχα ρυθμικός.
Αλλάζει φόρμα και αναμετριέται ξανά και ξανά με την ίδια του την αντοχή «Το τρέμω το κτήνος που γίνεται ο άνθρωπος για ν’αντέξει…». Αναμετριέται με την κάθε μέρα, την κάθε ώρα, ποτίζει δέντρα που ξέρει πως δεν θα ξαναδώσουν καρπούς.
Αναμετριέται με τη μοίρα και την ενοχή αυτών που μένουν πίσω «κι ας νιώθουν άνοστο τον κόσμο, κι άχρηστο, κι αστείο, κι ας τη μετράνε σαν βρισιά την άνοιξη, σαν προστυχιά το καλοκαίρι και τις γιορτές σαν αμαρτία…».
Στο σύμπαν του «Είκοσι» ο Σπύρος, το αστέρι, το αστεράκι, ο χωματούλης, το πανέμορφο, το άξιο, το ονειράκι, είναι πανταχού παρών, είναι η θεότητα στο εικονοστάσι και συνδέεται με το κάθε τι. Με τη θέα μιας μουριάς «…άλλη από’κείνη που’λεγες να φυτέψεις στην αυλή μας, στο πλην ήρθε τώρα και μοιράζεστε το ίδιο νερό, το ίδιο χώμα». Με την οθόνη του υπολογιστή που χάζευε, με τον Θρύλο, με τη μηχανή, με τα παιδικά του παιχνίδια με τα οποία ο ποιητής συνδέεται σε έναν σχεδόν ερωτικό χορό «Αχ και να ΄μουν η μπασκέτα σου. Να με πονούσαν τα καρφώματα σου…Να μουν το στυλό που τσάκιζες στα νεύρα σου».
Στο σύμπαν του Είκοσι, ο ποιητής ψάχνει σχήμα να χωρέσει αυτά τα μέσα του, που πουθενά δεν θα βολευτούν. Αυτά που αν ήταν νερό θα ξεχύλιζαν ποταμούς, αν ήταν φωτιά θα έκαιγαν τον κόσμο όλο. Διαστέλλει και συστέλλει τον χρόνο, διακτινίζεται σε κάθε εποχή που θα μπορούσε να του δώσει μια ανάμνηση από το νέκταρ του σύντομου βίου του γιου του. Γίνεται Οδυσσέας και Θησέας, η Δήμητρα που τρέχει στον Κάτω Κόσμο για την Περσεφόνη της, γίνεται πρόθυμα και Προμηθέας.
Στο σύμπαν του Είκοσι, τα σπουργίτια στο νεκροταφείο αποκτούν ονόματα και τα παγκάκια λιώνουν από τα δάκρυα. «Τα ουρλιαχτά έχουνε σάρκα. Τη σάρκα μου/ Αφώνητα τ’αφήνω για να τ’ ακούς μονάχα εσύ πού».
Κι αυτό το που με τον τόνο, το άφησε μετέωρο ο Μπουκάλας, χωρίς επεξήγηση, χωρίς να ξέρει ο αναγνώστης αν ρωτάει ή αν κάνει θέλει κάτι να εξηγήσει. Το ίδιο κάνει ο ποιητής και μ’άλλους στίχους του που δεν καταλήγουν κάπου σαν να μένουν μετέωρα τα νοήματα στην άκρη ενός γκρεμού. Σαν να μην χρειάζεται τίποτα να ολοκληρωθεί αφού δεν ολοκληρώθηκε ο κύκλος του Σπύρου. Ή σαν να μη χρειάζεται να μάθουμε εμείς, αυτό που ήδη έχει καταλάβει ο Σπύρος ακούγοντας εκεί που είναι τον πατέρα του να του μιλά με έναν κώδικα δικό τους.
Εξάλλου στα διαλογικά μέρη των ποιημάτων έρχονται αποσπασματικά φράσεις που απηύθυνε στον πατέρα του. Η γλώσσα του Σπύρου («γεια σου ρε φάδερ, λυρικέ μου ποιητή με τ’αναβολικά σου») έχει απλώσει ρίζες στην ποίηση του πατέρα. Με τις λέξεις του γιου επαναφέρει την εικόνα του, μας τον παρουσιάζει ολοζώντανο, ακμαίο «τι έγινε ρε πατέρα; ισχύει τελικά εκείνη η κατάρα; Σημαδεμένοι είμαστε;» και προσπαθεί να λύσει γρίφους. Με τη ζωντανή του γλώσσα μας τον συστήνει τον Σπύρο και ξεχνάμε για λίγο το μοιρολόι του πατέρα, ακούμε τον γιο να τραγουδά τους Πέντε Έλληνες στον Άδη, νιώθουμε τον κεραυνό που τον κυβερνά, τον αγαπάμε.
Οι λέξεις, η πρώτη ύλη του Μπουκάλα, το καύσιμο του. Που νιώθει να τον κυνηγούν «…αδυσώπητες για να μου πάρουν πίσω το αίμα που τους έκλεψα». Μα αμετανόητος επιστρέφει πάλι σε ένα λήμμα: αμάραντος «Ποιο νήμα και ποιους κόμπους να ξαναβρώ καημέ μου αμάραντε;»
«Ο θάνατος σου να’μουν και να πέθαινα.
Εγώ να πέθαινα ζωούλα μου».
Δεν υπάρχει κείμενο του Παντελή Μπουκάλα που να μη με αφορά. Από την ποίηση έως τα δοκίμια του. Ωστόσο θεωρώ το «Είκοσι» την επιτομή του έως τώρα έργου του.
Τον ακούω να συνομιλεί με τον Γιάννη Ευσταθιάδη που έγραφε με αφορμή τον θάνατο του δικού του γιου «Εδώ γυρνάω μόνος γέροντας Νώε με μιαν άδεια κιβωτό. / Κύριε με εξαπάτησες τι να διασώσω πια αφού έχει προ πολλού συντελεστεί ο Κατακλυσμός» αλλά και με τον Παλαμά.
Οι στίχοι του Μπουκάλα με διέλυαν και με διεύρυναν ταυτόχρονα, όπως έγραψα στην αρχή. Κι αυτό γιατί η υπαρξιακή κραυγή του, δεν μένει στα μεγάλα ερωτήματα, ούτε στην αναψηλάφηση της οδύνης. Προχωράει στα ενδότερα δωμάτια μιας μύητικής διαδρομής. Εκεί όπου ο λαβωμένος από τον βαρύτερο πόνο, χωρίς ψευδαισθήσεις πια για τον χρόνο που δήθεν τα γιατρεύει όλα, και με τη γνώση πως «ο θάνατος δεν έχει χρόνους και εγκλίσεις», όχι απλά δεν καταδέχεται τη ζήλια και τον φθόνο για εκείνους που δεν χτυπήθηκαν από την ίδια μοίρα, αλλά τους ευγνωμονεί κιόλας.
«Έχετε πάει ποτέ στον επιτάφιο καλοί μου
και να’ναι εντάφιος ο γιος σας;
Δεν έτυχε
Και ευτυχώς
Δεν σας ζηλεύω.
Σας ευγνωμονώ που υπάρχετε
και μου δωρίζετε μια σκέψη
μιαν αγάπη
πέντε λέξεις
για το αδόκητο….».
Γι’αυτό η ποίηση του Μπουκάλα, δεν συγκινεί απλά. Σε διαπερνά σαν ρεύμα, με τον τρόπο και την ένταση που μόνο η μεγάλη λογοτεχνία μπορεί. Σε παραδίδει στον στοχασμό με τέτοια τέχνη και μεγαλοσύνη, που αυτό που σε κυριεύει στο τέλος της ανάγνωσης σαν αίσθημα, είναι η αγάπη και κυρίως η ευγνωμοσύνη.
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


