Στις αίθουσες των δικαστηρίων από τα νιάτα του και πάντα μάχιμος, ο Αντώνης Ρουπακιώτης,  πρώην πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και πρώην υπουργός Δικαιοσύνης, γράφει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο για τη Δικαιοσύνη, την εξουσία και την κοινωνία.

Ads

Η Ανατομία της Δικαστικής Εξουσίας (εκδόσεις Θεμέλιο) θα παρουσιαστεί την Τρίτη 21 Απριλίου στο Μέγαρο Μουσικής (19.00) από εκλεκτούς ανθρώπους της δικαιοσύνης: Ξένη Δημητρίου, επίτιμη Εισαγγελέας Αρείου Πάγου, Ιωάννης Γράβαρης, επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας,  Θεόδωρος Σχινάς, δικηγόρος, πρώην Αντιπρόεδρος ΔΣΑ

Ads

Την εκδήλωση θα συντονίσει ο Μιχάλης Σταθόπουλος, ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ και ακαδημαϊκός.

Ads

To Τvxs δημοσιεύει ένα απόσπασμα  του βιβλίου, για τη δικαιοσύνη επί χούντας:

Ads

ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ: Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ

Η τήβεννος έγινε καμουφλάζ άδοξων σπαθιών

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ 1915-1917, όπως αναφέρθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο, δημιούργησε οξεία αντιπαλότητα στο δικαστικό σώμα και η αντικομμουνιστική νομοθεσία του Ελ. Βενιζέλου (ν. 4229/29) διαχύθηκε στο έτσι κι αλλιώς ενταγμένο στο κλίμα αυτό δικαστικό σώμα.

Ο Ι. Μεταξάς υπόταξε όσους δεν απολύθηκαν· ο φασισμός, που αποκτού­σε από τη δεκαετία του 1920 ερείσματα στην κοινωνία, κά­θε άλλο παρά άφησε ασυγκίνητους πολλούς δικαστές.

Στην Απελευθέρωση και στη σκληρή πολιτική και κοινωνική αντι­παλότητα, το δικαστικό σύστημα υπήρξε άμεσος συνεργός στην επικράτηση μιας αδυσώπητης και θανατηφόρας τακτι­κής με οδυνηρές συνέπειες σε βάρος εκείνων που αντιστά­θηκαν στον κατακτητή, καθώς και στους ηττημένους του εμ­φυλίου πολέμου.

Μετά τον Εμφύλιο οι ίδιοι δικαστές στήρι­ξαν με τις αποφάσεις τους τη συνέχιση ενός ανώμαλου παρασυνταγματικού καθεστώτος –με Σύνταγμα του 1952 και «παρασύνταγμα» από τους αντικομμουνιστικούς αναγκα­στικούς νόμους και συντακτικές πράξεις– και επικύρωναν την πολιτική δίωξη των αντιφρονούντων.

Από τη μήτρα αυτή γεννήθηκαν οι δικαστές που στελέχω­σαν το δικτατορικό καθεστώς, και στήριξαν τις επιλογές του σε βάρος των δημοκρατικών –όσων είχαν απομείνει– θεσμών και συνήργησαν στις βάναυσες διώξεις των αντιπάλων του κα­θεστώτος, το οποίο, βέβαια, έσπευσε να εκδιώξει και τους δι­καστές εκείνους που θεωρήθηκαν εχθρικοί απέναντι σε αυτό. Ήταν λίγοι αυτοί. Οι πολλοί εντάχθηκαν υποταγμένοι στην κα­θημερινότητά τους.

Κατά συνέπεια, οι δικαστές που στήριξαν παντί τρόπω το δικτατορικό σύστημα είναι γνήσια τέκνα του ιστορικού πα­ρελθόντος του δικαστικού συστήματος.

Για να αγρυπνούν και οι δικαστές της εποχής μας, ας θυμούνται ότι δεν είναι μόνον ο Βούλγαρης, ο Σούτσος και ο Φραγκούλης που θέλουμε να ξεχνάμε, αυτοί οι οποίοι αποτέλεσαν την πλειοψηφία για τη λήψη της καταδικαστικής απόφασης σε θάνατο σε βάρος των Θ. Κολοκοτρώνη και Δημ. Πλαπούτα, αλλά εκτός και από εκείνους τους δικαστές, που έδρασαν με ανάλογο τρόπο σε επόμενες περιόδους, όπως παραπάνω αναφέρεται, είναι και τα μέλη της πρώτης δικτατορικής κυβέρνησης.

Ο πρωθυπουργός της χούντας, είχε κατηγορηθεί για δοσίλογος

Πρωθυπουργός ο εισαγγελέας του ΑΠ Κωνσταντίνος Κόλλιας, ο οποίος, επα­ναλαμβάνω, είχε κατηγορηθεί ως δωσίλογος, υπουργοί οι αρε­οπαγίτες Λ. Ροζάκης, Κ. Καλαμπόκιας, Ν. Οικονομόπουλος, ο αντεισαγγελέας του ΑΠ Π. Τσαρούχης και ο επίτροπος φορο­λογικής δικαιοσύνης Ι. Τσαντίλας.

Έτσι ανέλαβαν οι ταγμένοι στην υπεράσπιση της συνταγμα­τικής νομιμότητας να υπερασπιστούν την κατάργησή της, για να επιβεβαιωθεί η ειρωνική όσο και πικρή ρήση, ότι «η τή­βεννος έγινε καμουφλάζ άδοξων σπαθιών».

Στην πρώτη μετά την κήρυξη της δικτατορίας περίοδο απο­λύθηκαν, μεταξύ άλλων, οι Αντώνης και Αθανάσιος Μιχαλα­κέας και από το ΣτΕ ο πάρεδρος Σπ. Πλασκοβίτης και οι εισηγητές Γ. Κουβελάκης και Γ. Κοσμάς.

Σε επόμενη περίοδο μεταξύ των απολυθέντων ήταν ο πρό­εδρος του ΑΠ Στ. Μαυρομιχάλης, οι αρεοπαγίτες Κ. Αναγνω­στόπουλος, ο Χρ. Αποστολόπουλος, ο Κ. Παπαϊωάννου.

Αντ. Φλώρος, ο Δ. Μαργέλος και ο αντεισαγγελέας του ΑΠ Ανδρέας Τούσης. Εκτός από αυτούς απολύθηκαν και οι πρό­εδροι Εφετών Ι. Ανδρουτσόπουλος και Κ. Χριστοδουλιάς, ο εισαγγελέας Εφετών Α. Γκαζέτας, ο αντεισαγγελέας Εφετών Π. Δελαπόρτας, ο εφέτης Λ. Κατσάρας, οι πρόεδροι Πρωτοδι­κών Γ. Κώνστας και Α. Πρόκος, οι εισαγγελείς πρωτοδικών Δ. Βουρνάς, Γ. Ξενάκης, Δ. Παπαντωνίου, Α. Τρίπας, Αλ. Φλώ­ρος και Μιχ. Συμπεθέρου, οι πρωτοδίκες Α. Ατματζίδης, Γ. Βελλής, Χρ. Σαρτζετάκης, Ι. Τσιρίκος, Ν. Χατζάκης, Β. Κιλά­κος, Β. Αποσκίτης και Σπ. Λυμούρης, καθώς και ο αντεισαγ­γελέας πρωτοδικών Ι. Τούμπανος.

Η αιτιολογία για την απόλυσή τους, ίδια για όλους: «Ως μη εμφορούμενοι υγιών κοινωνικών αρχών», «ως στερούμενοι του απαιτουμένου ηθικού κύρους», «η συμπεριφορά τους δεν συμβιβάζεται προς τα καθήκοντα και την αξιοπρέπεια του λειτουργήματός τους, με αποτέλεσμα τη μείωση του κύρους τους μεταξύ των συναδέλφων τους και των πολιτών».

Η συνομιλία Στυλ. Παττακού με τον αρεοπαγίτη Κων. Παπαϊωάννου:

«Στ. Παττακός: Γνωρίζω ότι είσαι γενναίος και καλός δικαστής. Η κυβέρ­νησή μας, όμως, δεν είναι όπως οι άλλες. Είναι επαναστατική. Αφού δεν συμφωνείς με την επανάσταση, σε καλώ να παραιτηθείς. Να το σκεφτείς καλά. Αν δεν θες να απαντήσεις τώρα, να μας απαντήσεις ώς αύριο το πρωί. Η απάντηση του Κων. Παπαϊωάννου είναι άμεση και γενναία:

“Μόνο δειλοί και ένοχοι παραιτούνται. Δεν είμαι ούτε δειλός, ούτε ένοχος. Όπως ο στρατιώτης, όταν τον καλεί ο εχθρός να εγκαταλείψει τη θέση του, για να σώσει τη ζωή του, δεν την εγκαταλείπει, έτσι και ο δικαστής δεν εγκα­ταλείπει το οχυρό που έχει ταχθεί να υπηρετήσει. Ιδιαίτερα όταν η ανε­ξαρτησία της δικαιοσύνης κινδυνεύει και τα ανθρώπινα δικαιώματα καταπατώνται. Και εσείς, ως καλός αξιωματικός, δεν έπρεπε να εγκατα­λείψετε τη θέση σας και σήμερα να είστε εδώ”. Στο άκουσμα της απάντη­σης έξαλλος και όρθιος ο δικτάτορας του βάζει τις φωνές: ´Έξω, έξω, φύγε και θα υποστείς τις κυρώσεις που σου αξίζουν!». Μιλτ. Παπαϊωάννου, ό.π., σ. 114 κ.ε.

Εκτοπισμοί και διώξεις των τίμιων δικαστών

Από όσους απολύθηκαν, κάποιοι κατέθεσαν προσφυγή στο ΣτΕ για ακύρωση των σχετικών υπουργικών αποφάσεων, οι οποίες και έγιναν δεκτές με αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού, πλην όμως αρνήθηκαν αυτοί που ασκούσαν εξουσία στα δικαστήρια να εφαρμόσουν τις αποφάσεις αυτές, υπα­κούοντας σε απόφαση του Γ. Παπαδόπουλου, ο οποίος εν συ­νεχεία με νομοθετικό διάταγμα θεώρησε τις αποφάσεις ανυπόστατες. Μετά τη δημοσίευση των αποφάσεων του ΣτΕ εκτοπίστηκε ο αντεισαγγελέας ΑΠ Αλ. Φλώρος και τρεις από τους δικηγόρους που είχαν παρασταθεί ως υπερασπιστές στη δίκη των δικαστών, οι Γ. Β. Μαγκάκης, Ευάγ. Γιαννόπουλος και Θεόφ. Ζούκας.

Μετά την έκδοση των παραπάνω αποφάσεων του ΣτΕ ο Γ. Παπαδόπουλος απαίτησε από τον πρόεδρό του Μιχ. Στασι­νόπουλο να παραιτηθεί, ο οποίος όμως αρνήθηκε, απαντώντας ότι: «Η παραίτησίς μου θα ήταν αντίθετη προς την δικαστικήν μου συνείδηση και προς τας βαρείας υποχρεώσεις μου έναντι του δικαστικού λειτουργήματος και έναντι των συναδέλφων μου».

Ωστόσο η δικτατορική κυβέρνηση αγνόησε τη δήλωση αυτή του Προέδρου και με διάταγμά της όρισε ότι… γίνεται δεκτή η παραίτησή του! Αμέσως ανέλαβαν έργο οι υποτακτικοί, που ανέμεναν στον προθάλαμο και έτσι ορίστηκαν τον Ιούνιο 1969 πρόεδρος του ΣτΕ ο Αλέξανδρος Δήμιτσας και αντιπρόεδροι οι Ηλίας Γλυκοφρύδης και Άθως Τσούτσος.

Σε ένδειξη διαμαρτυρίας, αλλά και συμπαράστασης προς τον Μιχ. Στασινόπουλο παραιτούνται ο Αντιπρόεδρος και επτά μόνο Σύμβουλοι του ΣτΕ.

Ο αντιπρόεδρος Δ.. Καρβελλάς, οι σύμβουλοι Γ. Μαραγκόπουλος, Γ. Σπυρόπουλος, Δ. Τσιμαράτος, Όθων Κυριακός, Ν. Μπουρόπουλος, Γ. Πα­ναγιωτόπουλος και Γ. Αγγελίδης.

Ο ..αιώνιος Αρειος Πάγος

Ως προς τον Άρειο Πάγο, τηρώντας όπως πάντα την τα­κτική υποταγής του στην κυβερνητική εξουσία, η Ολομέλειά του αναγνώρισε το δικτατορικό καθεστώς ως «επανάσταση», «επικύρωσε» τα νόθα δημοψηφίσματα του 1968 και 1973, τη σχετική δε απόφαση για το δεύτερα από αυτά δημοσίευσε (!!) ο αντιπρόεδρος του ΑΠ Λύσανδρος Κανελλάκος σε πανη­γυρική εκδήλωση και την παρέδωσε στον δικτάτορα Γ. Πα­παδόπουλο ως «Πρόεδρο της Δημοκρατίας» πλέον, στη Μη­τρόπολη Αθηνών, εν είδει δικαστικής αίθουσας. Κατόπιν αυτών θα αποτελούσε λεπτομέρεια η αναφορά, ότι ο εν λόγω Αντιπρόεδρος τοποθετήθηκε Πρόεδρος του ΑΠ.

Ωστόσο στο σημείο αυτό είναι ωφέλιμο να αναφερθεί ότι η Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ, τον Ιούνιο 1968, με ομόφωνη από­φασή της διατύπωσε τη διαμαρτυρία της για την απόλυση των δικαστών με τη μέθοδο άρσης της ισοβιότητας και γενικότερα για την αναστάτωση που είχε δημιουργηθεί στο δικαστικό σώμα.

Η υποταγή

Όμως δεν είναι μόνο οι ανώτατοι δικαστές που στη συντρι­πτική πλειονότητά τους συνεργάστηκαν και έγιναν υποτακτι­κοί του δικτατορικού καθεστώτος, αλλά και οι δικαστές κάθε βαθμίδας –με εξαιρέσεις– οι οποίοι, άβουλοι και μοιραίοι, συ­μπεριφέρθηκαν χωρίς εναντίωση απέναντι στο καθεστώς.

Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα, ότι το 1972, σε συγκέντρωση δικαστών και Εισαγγελέων που πραγματοποιήθηκε για να «τιμήσουν» την πέμπτη «επέτειο» από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, ήταν κατάμεστες οι αίθουσες του Εφετείου και Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως και των δικαστηρίων όλης της χώρας.

Γι’ αυτό είναι δικαιολογημένη η πίκρα του Μιλτ. Παπαϊωάννου που γράφει ότι: «Ποτέ στο παρελθόν δεν συμ­μετείχαν σε αντίστοιχες εκδηλώσεις για τις εθνικές επετείους της 25ης Μαρτίου 1821 και της 28ης Οκτωβρίου 1940, είχαν όμως αθρόα συμμετοχή στην “εθνική εορτή”, όπως ανακηρύ­χθηκε η επέτειος της 21ης Απριλίου 1967». (Μιλτ. Παπαϊωάννου, ό.π., σ. 122)

Δεν είναι μόνο αυτά, αλλά με την 470/1970 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου θεωρήθηκαν «ανυπόστατες» οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες, όπως παραπάνω αναφέρεται, οι απολύσεις των δικαστών, με­ταξύ των οποίων και πέντε αρεοπαγιτών, κρίνονται άκυρες.

Απαιτούνται σχόλια; Αρκεί ο πικρός στοχασμός του μετέπειτα προέδρου ΑΠ, Δ. Μαργέλλου για την απόφαση αυτή ότι: «Το αίμα, το οποίο εισρέει ή κινείται από τις αρτηρίες του ανώ­τατου δικαστηρίου δεν είναι πλέον υγιές». Διατυπώνεται, βέ­βαια, το δικό μου ερώτημα «πότε ήταν;», αλλά ας μείνουμε τιμητικά στην αναφορά του ανώτατου αυτού δικαστή, που αντιστάθηκε στη δικτατορία και απολύθηκε.

Εκτακτα και τακτικά στρατοδικεία

ΙΙ. ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ του δικτατορικού καθεστώτος λειτούρ­γησαν τα έκτακτα Στρατοδικεία, που είχαν συσταθεί κατ’ εφαρμογήν στρατιωτικών νόμων της 21.4.1967 και 21.11.1973, και τα διαρκή, που συνέχιζαν να είναι τακτικά Στρατοδικεία σε καιρό ειρήνης.

Όσο για το Συνταγματικό Δικαστήριο, στην πραγματικότητα ήταν πολιτικό όργανο, που λειτουργούσε υπό τον μανδύα του δικαστικού, αποτελούνταν δε από 11 ή 15 μέλη, τα οποία διόριζε το υπουργικό συμβούλιο από δικα­στές, καθηγητές των Νομικών Σχολών και «διακεκριμένους» νομικούς. Τα έκτακτα, τα οποία δίκαζαν αμετάκλητα, ήταν πενταμελή, στα οποία συμμετείχε ως πρόεδρος δικαστής καριέρας τακτικής ή στρατιωτικής δικαιοσύνης.

Ως προς τις δίκες αυτές γίνεται αναφορά σε άλλο κεφάλαιο του βι­βλίου, στο σημείο αυτό ωστόσο δημοσιεύεται μικρό απόσπασμα από τα πρακτικά της δίκης της φοιτήτριας τότε –γεωπόνου αργότερα– Μαργαρίτας Γεραλή, η οποία είχε παραπεμφθεί στο Έκτακτο Στρατοδικείο μαζί με την Πόπη Τζεμπελίκου, τον Νικόλα Βουλέλη και τον Χρήστο Βακράκη, μέλη της αντιστασιακής οργάνωσης «Ρήγας Φεραίος», για παράβαση του ν. 509/47.

Πρόεδρος: Κάτσε κάτω.

Γεραλή: Μα δεν είπα τίποτα.

Πρόεδρος: Κάτσε.

Γεραλή: Δεν μου επιτρέπετε να καταγγείλω τα βασανιστήρια στην Ασφάλεια.

Πρόεδρος: Θα σε αποβάλλω της αίθουσας.

Βασιλικός Επίτροπος: Θέλετε να μας κάνετε πλύση εγκεφάλου. Θέ­λετε να μεταβάλετε την αίθουσα σε γιάφκα. (Δημήτρης Ψαράς, Εφημερίδα των Συντακτών, 26.10.2023)

Ωστόσο, παρότι θα περίμενε κανείς περισσότερες εγγυήσεις από τα διαρκή Στρατοδικεία, αυτό δεν συνέβη στις συνθήκες που επικρατούσαν, κατά συνέπεια η αντικατάσταση των πρώ­των από τα δεύτερα δεν είχε ιδιαίτερη σημασία.

Έτσι, με βάση τα επίσημα στοιχεία του Στρατοδικείου Αθη­νών, το οποίο είχε οριστεί τόσο ως έκτακτο, όσο και ως τα­κτικό, είχαν εκδικαστεί από αυτό 670 υποθέσεις το 1967, 517 το 1968, 516 το 1969, 192 το 1970, 24 το 1971, 23 το 1972, 105 το 1973 και 206 το 1974. Σύμφωνα δε με έκθεση, που υποβλήθηκε από την Ελληνική Πρεσβεία στο Αμερικανικό Κο­γκρέσο, δικάστηκαν από στρατοδικείο το 1967 1.261 άνθρω­ποι και καταδικάστηκαν 837, το 1968 αντίστοιχα 966 και 561, το 1969 808 και 459, το 1970 308 και 180 και το 1971 21 και 8. Ποινές πολιτικών κρατουμένων, που καταδικάστηκαν για παραβίαση του α.ν. 509/47 από το 1967-1971: Θανατική ποινή 1, ισόβια κάθειρξη 26, κάθειρξη 20-25 ετών 24, κάθειρξη 15-20 ετών 34, κάθειρξη 10-15 ετών 36, κάθειρξη 5-10 ετών 67 και φυλάκιση έως 5 ετών 17. (Γ. Κατηφόρης, ό.π. και Ν. Αλιβιζάτος, ό.π.)

Οι «συνήθεις» κατηγορίες ήταν η παράβαση του α.ν. 509/47 «Περί μέτρων ασφαλείας του Κράτους, του Πολιτεύματος, του Κοινωνικού Καθεστώτος και προστασίας των ελευθε­ριών των πολιτών», η «προσφορά» σε κατασκοπεία, προσφι­λής για τη δικτατορία κατηγορία σε βάρος των κομμουνιστών, τους οποίους συνόδευε ο α.ν. 375/36, είναι δε χαρακτηριστικό ότι αυτοί είχαν εξαιρεθεί από την αμνηστία που αποφάσισε το καθεστώς το 1973.

Πέραν των κατηγοριών αυτών, σε πρώτη αξιοποίηση ήταν και η συμμορία και σύσταση για τη διά­πραξη εγκλημάτων του άρθρου 187 ΠΚ, και η οποία απαγ­γελλόταν συνήθως σε βάρος φοιτητών, η διασπορά ψευδών ει­δήσεων, η εξώθηση σε διάπραξη πλημμελημάτων ή κακουργημάτων, η κατοχή εκρηκτικών υλών κ.ά.

Οι αντιστασιακοί

Οι κατηγορούμενοι ήταν αντιστασιακοί, μέλη του Πατριω­τικού Αντιδικτατορικού Μετώπου (ΠΑΜ – που είχε ιδρυθεί αμέσως μετά την επιβολή της δικτατορίας από τους Μίκη Θε­οδωράκη, Χρόνη Μίσσιο, Αριστείδη Μανωλάκο, Γιώργο Βότση και Θ. Μπανούση), της Δημοκρατικής Άμυνας (Γεώργιος-Αλέ­ξανδρος Μαγκάκης, Σάκης Καράγιωργας, Νίκος Κωνσταντό­πουλος κ.ά.), του Πανελληνίου Απελευθερωτικού Κινήματος (ΠΑΚ), των οργανώσεων των φοιτητών «Ρήγας Φεραίος» (Νίκος Κιάος, Παύλος Κλαυδιανός, Θανάσης Αθανασίου, Φρίντα Λιάππα κ.ά.), Αντι-ΕΦΕΕ, Λαϊκής Άμυνας, 28ης Οκτώβρη (Νίκος Μανιός κ.ά.), συνδεόμενων με το ΠΑΜ (Μίμης Δαρει­ώτης, Σωτήρης Αναστασιάδης κ.ά.), καθώς και άλλων ομάδων πατριωτών, ή μεμονωμένων αντιστασιακών, όπως ο πολυβα­σανισμένος στρατιωτικός Σπύρος Μουστακλής, κ.ά.

Ας επιτραπεί τιμητική αναφορά σε έναν αδάμαστο δημο­κράτη αντιστασιακό, τον Αλέκο Παναγούλη.

Από τα παραπάνω φαίνεται, ότι η δικτατορία δεν τήρησε την τακτική του Ι. Μεταξά, ο οποίος κρατούσε για μακρό χρο­νικό διάστημα πολιτικούς αντιπάλους του χωρίς δίκη, για να διαδίδονται οι δίκες ως γεγονότα σε βάρος του καθεστώτος, αλλά και γιατί φοβούνταν μήπως και συνέβαινε να μην τηρή­σουν πειθαρχημένη συμπεριφορά κάποιοι δικαστές.

Ωστόσο, όπως γράφει και ο Ν. Αλιβιζάτος οι δίκες κατά τη διάρκεια της δικτατορίας καταδιωγμένων και βασανισμένων συμπολι­τών μας γίνονταν πολιτικά γεγονότα, τα οποία με βάση όσα αποκτούσαν δημοσιότητα, δεν θέρμαιναν μόνο τις ελπίδες του ελληνικού λαού, αλλά χρέωναν και το δικτατορικό καθεστώς απέναντι στις δημοκρατικές χώρες. Είναι χαρακτηριστική η αποβολή της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης, που αξιοποίησε σειρά αποδεικτικών στοιχείων, όπως τις καταθέ­σεις του Περικλή Κοροβέση και άλλων.

Τιμητική αναφορά: Σε όλους τους δικαστές που απολύθηκαν από αυταρχικές κυβερνήσεις, ή με αυθαίρετες και αντιδημο­κρατικές διαδικασίες από τη σύσταση του ελληνικού κράτους.

Στους δικαστές εκείνους, που δικάστηκαν και φυλακίστη­καν ή απολύθηκαν από τη δικτατορία της 21ης Απριλίου, αλλά και σε εκείνους, οι οποίοι παντί τρόπω αντιστάθηκαν ή δια­φοροποιήθηκαν από αυτήν κατά την εκτέλεση του έργου τους.

Τιμητική αναφορά και στον Νικόλαο Γεωργίλη, ο οποίος στη διάρκεια της δικτατορίας υπηρετούσε ως Πρωτοδίκης στο Πρωτοδικείο Χανίων. Ως πλημμελειοδίκης κατά την εκδίκαση ποινικής υπόθεσης τροχαίου ατυχήματος με κατηγορούμενο τον εισαγγελέα Γ. Ξενάκη, ο οποίος είχε απολυθεί από τη δι­κτατορία, έκρινε ότι δεν ήταν αρμόδιο το Πλημμελειοδικείο, αλλά το Εφετείο Πλημμελημάτων, επειδή ο κατηγορούμενος διατηρούσε τη δικαστική ιδιότητά του, άρα είχε ειδική δωσι­δικία.

Έτσι έκρινε ο δικαστής ότι είναι αντισυνταγματική η διοικητική πράξη απόλυσης του κατηγορουμένου, κατ’ επέ­κταση και ο νόμος με την επίκληση του οποίου εκδόθηκε.