Με αφορμή την παράσταση «Ο λόγος» του Κάι Μουνκ στο BIOS, μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη Γρηγόρη Χατζάκη για τη σύγχρονη δύναμη του έργου, την έννοια της πίστης και το πώς το «θαύμα» μπορεί να λειτουργήσει ως μια βαθιά προσωπική εμπειρία για κάθε θεατή.

Ads

Μέσα από μια ατμοσφαιρική σκηνική προσέγγιση που ισορροπεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το μεταφυσικό, η παράσταση επιχειρεί να ανοίξει έναν εσωτερικό διάλογο γύρω από την ανθρώπινη ανάγκη για ελπίδα, υπέρβαση και σύνδεση.

Ads

Τι ήταν αυτό που σας έκανε να επιστρέψετε σήμερα στο συγκεκριμένο έργο του Κάι Μουνκ;

Ads

Από την περσινή προετοιμασία για την παράσταση στην εκκλησία ήδη είχα την επιθυμία μίας άλλης πιο θεατρικής προσέγγισης. Όταν έκλεισε ο πρώτος αυτός κύκλος παραστάσεων, μέσα μας δεν είχε κλείσει. Κάτι που επιβεβαίωνε και η προσέλευση και αντίδραση του κόσμου. Έτσι, με την επιμονή και του Βαγγέλη, προχωρήσαμε στην επανεξέταση του έργου για τη σκηνή του Bios. Η πρόθεση ήταν να λειτουργήσει ως μη χώρος, ως ένα σύστημα που κατά κάποιον τρόπο αψηφά τις διαστάσεις.

Ads

Πόσο σύγχρονα θεωρείτε τα ζητήματα που πραγματεύεται;

Πανανθρώπινα και εκτός εποχής. Η πίστη, η ζωή, ο θάνατος, ο Θεός, ο άνθρωπος, το Εγώ, η ελπίδα και το τι κάνουμε με όλα αυτά, είναι κάτι ανεξάντλητο και χωρίς επαρκές βαθύμετρο.

Στη δική σας ανάγνωση, ποιο είναι τελικά το «θαύμα» του έργου;

Το πώς μπορεί να οικοδομηθεί στον καθένα. Η παράσταση έχει ως στόχο το «μέσα». Δίνει εναύσματα που το πώς δουλεύουν στον κάθε θεατή είναι απολύτως προσωπικό. Αλλά στόχος είναι η παράσταση να λειτουργήσει ως αίσθηση, όχι ως κάτι το κλειστό, ως μία αποσκευή που παίρνει κάποιος αλλά ακόμα δεν έχει απαραίτητα ανοιχθεί.

Θεωρείτε ότι σήμερα οι άνθρωποι αναζητούν ακόμη «θαύματα»;

Πώς γίνεται αλλιώς; Το ότι περιμένεις να ξυπνήσεις την επόμενη μέρα, το ότι περιμένεις να ερωτευτείς, να κάνεις οικογένεια, να κάνεις αυτά που ονειρεύεσαι, να ονειρεύεσαι και μόνο, να περιμένεις να βρεις απαντήσεις, να βρεις λόγο να εξελιχθείς ή να αλλάξει ο κόσμος, ακόμα και μόνο κάποιος φίλος σου, είναι απλώς μία τέτοια αναζήτηση.

Η παράσταση κινείται σε μια ατμόσφαιρα μαγικού ρεαλισμού. Πώς δουλέψατε αυτή τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το μεταφυσικό;

Νομίζω πως όλο ξεκινάει από τη σωματοποίηση των χαρακτήρων. Η δυσκολότερη δουλειά που κάναμε με τον Βαγγέλη, δεν ήταν τόσο το να εκφέρει και να ανασαίνει όλους τους χαρακτήρες του έργου, όσο το να κινείται ασυντόνιστα σε σχέση με τον λόγο. Το τελικό αποτέλεσμα αυτού, είναι το πρώτο που δίνει αυτή την υπερβατική «μαγική» αίσθηση. Φυσικά, ο χώρος, ο φωτισμός, η λειτουργία των φωνών της χορωδίας εν μέσω των θεατών, όλα αυτά συμβάλλουν. Αν όμως δεν υπήρχε αυτή η υποκριτική/σωματική υπέρβαση ως άξονας, δε θα μπορούσε να λειτουργήσει παρά μόνο στην επιφάνεια.

Πώς προσεγγίσατε δραματουργικά ένα έργο τόσο στενά συνδεδεμένο με τη θρησκευτικότητα χωρίς να εγκλωβιστεί σε μια μονοδιάστατη ανάγνωση;

Το θέμα της πίστης είναι μείζον και απαραίτητο στο έργο. Ο ίδιος ο συγγραφέας ενδιαφέρεται να αποτινάξει τη θρησκοληψία και τις ταμπέλες και να αναζητήσει την πίστη εκτός αυτών και στο πλαίσιο μιας πιο προσωπικής διεργασίας. Από κει και πέρα, προσπαθήσαμε να προσεγγίσουμε το θέμα της σύγκρουσης ως κάτι που λαμβάνει χώρο στο εσωτερικό ακόμη και ενός ανθρώπου, ως κάτι που επεκτείνεται πέρα από τα όποια δεδομένα.

Υπάρχουν στοιχεία της ταινίας του Carl Theodor Dreyer που σας επηρέασαν άμεσα ή θελήσατε συνειδητά να αποφύγετε;

Δεν συνδεθήκαμε άμεσα με στοιχεία της ταινίας όσο δουλεύαμε το έργο. Θελήσαμε να πιάσουμε την πηγή, το θεατρικό κείμενο του Munk, να ενσκύψουμε σε αυτό και να μιλήσουμε άμεσα για αυτά που απασχολούν εμάς προσωπικά και καλλιτεχνικά.

Το έργο φαίνεται να θέτει συνεχώς το ερώτημα της πίστης. Εσείς το αντιμετωπίζετε περισσότερο υπαρξιακά, πολιτικά ή κοινωνικά;

Άπαξ και τίθεται θέμα πίστης, άρα και βαθιά προσωπικής επιλογής, το πώς θα δουλέψει αυτό στον καθένα δε θα έπρεπε να προκαταλυφθεί.

Υπάρχει κάποιος χαρακτήρας ή ιδέα του έργου με την οποία αισθανθήκατε προσωπικά πιο κοντά;

Ναι, με τον Γιοχάνες, ο οποίος προσπαθεί μέσα στην οχλοβοή να μιλήσει για αυτό που δημιουργεί η ίδια η οχλοβοή, αλλά που πρέπει να επιλέξεις να απομακρυνθείς από αυτήν για να ακούσεις.

Τι θα θέλατε να κουβαλά μαζί του ο θεατής φεύγοντας από το BIOS;

Μεγαλύτερη ανοιχτότητα. Πιο ανοιχτό βλέμμα. Η διαφορά του «κοιτάζω» με το «βλάπω», που συχνά πραγματευόμαστε, είναι απλώς πως στη μία εκδοχή προεπιλέγω, ενώ στην άλλη αφήνομαι να δεχτώ. Ας μπορέσει να αφήσει το βλέμμα να δεχτεί περισσότερο.