Η παράσταση «Η κατάρρευση», βασισμένη στο ομώνυμο βιογραφικό δοκίμιο του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, παρουσιάζεται στο θέατρο RABBITHOLE , σε διασκευή, σκηνοθεσία και σκηνογραφία του Γιώργου Σίμωνα. Η παραγωγή της ομάδας Νοσταλγία μεταφέρει για πρώτη φορά στην ελληνική σκηνή το ιδιαίτερο αυτό κείμενο του Αμερικανού συγγραφέα, φωτίζοντας τη σταδιακή ψυχολογική και υπαρξιακή του κατάρρευση.
Με αφορμή την παράσταση μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη Γιώργο Σίμωνα, ο οποίος μας εξήγησε πώς ανακάλυψε το κείμενο του Φιτζέραλντ και τι τον οδήγησε να το μεταφέρει στο θέατρο. Συζητήσαμε επίσης για τη μετατροπή ενός εξομολογητικού δοκιμίου σε θεατρική δράση, για την έννοια της κατάρρευσης που διατρέχει το έργο, αλλά και για το πόσο επίκαιρο παραμένει σήμερα, σε μια εποχή που πολλοί βιώνουν έντονη ψυχολογική και κοινωνική εξάντληση.
Πως επιλέξατε το δοκίμιο του Σκοτ Φιτζέραλντ για να το μεταφέρεται στο θέατρο;
Ο Φιτζέραλντ ήταν εδώ και καιρό ανάμεσα στα ονόματα της αμερικάνικης λογοτεχνίας που ήξερα πως θα ασχοληθώ κάποια στιγμή. Κατά τύχη βρήκα αυτό το μικρό κείμενο σε ένα αγαπημένο βιβλιοπωλείο και μόλις το διάβασα κατάλαβα ότι θα ήταν το επόμενο έργο που θα καταπιαστούμε. Το βασικό του θέμα, η εξάντληση και ο εθελούσιος ψυχολογικός «πνιγμός» νιώθω ότι κατατρώει τις ζωές μας καθημερινά και αυτός ο συγγραφέας το περιέγραψε τόσο γλαφυρά και σχεδόν ανάλαφρα.
Πώς μετατρέπεται ένα εξομολογητικό δοκίμιο σε θεατρική δράση χωρίς να χαθεί η εσωτερικότητά του;
Υπάρχουν διάφοροι τρόποι στην δραματουργική επεξεργασία. Σαφέστατα όταν ένα λογοτεχνικό κείμενο παίρνει τον δρόμο για την σκηνή πρέπει, κατά την γνώμη μου, να έχουν αποκαλυφθεί έστω και πρόχειρα τα στοιχεία εκείνα που το κάνουν θεατρικά πραγματοποιήσιμο. Αυτό δεν έχει να κάνει με το ίδιο το κείμενο αλλά με τον άνθρωπο που ασχολείται με την μετατροπή του κειμένου, με τις γνώσεις και την εμπειρία του και με την διαίσθησή του αν θέλετε.
Το θέμα δηλαδή στο ερώτημα αν όλα μπορούν να γίνουν θέατρο δεν είναι ακριβές. Το θέμα είναι αν ο άνθρωπος που ασχολείται με την δραματουργία μπορεί να κάνει ένα κείμενο θεατρικά παρουσιάσιμο. Σε αυτό, εμένα προσωπικά με βοήθησε ο συγγραφέας: είδα μέσα στο κείμενο τις ιστορίες που θέλω να πω, γιατί πρώτος τις είπε, με γλαφυρό τρόπο αυτός. Ανέφερε τα ονόματα, περιέγραψε τα επεισόδια, εξέλιξε την σκέψη του με τρόπο εικόνων. Η απόφαση του πώς θα τα κάνω μια ενιαία ιστορία δημιουργήθηκε από την αρχή και κατόπιν έμελλε να σχηματίσω απόψεις και αποφάσεις σχετικά με τα πρόσωπα. Πήγα κατευθείαν στην σκιαγράφηση χαρακτήρων. Η παράσταση έχει υποπλοκή βασικά, η δράση είναι οι χαρακτήρες.

Η κατάρρευση του είναι ψυχολογική, κοινωνική ή υπαρξιακή;
Σε ένα στιγμιότυπο της παράστασης λέει ο πρωταγωνιστής λέει στον κολλητό του φίλο: ξέρεις πώς πάνε αυτά, πρώτα τα μυαλό και ακολουθεί το σώμα. Το ενδιαφέρον σε αυτό το κείμενο είναι ότι το πρόσωπο γνωρίζει την κατάρρευση, την παρακολουθεί και την περιγράφει μάλιστα με λόγια. Και όχι μόνο αυτό. Νιώθει ότι τον αλλάζει ως άνθρωπο. Γίνεται πιο κυνικός, πιο σκληρός, ταυτόχρονα όμως «πέφτει». Πέφτει σε όλα τα επίπεδα και καθώς πέφτει κάνει μια περιγραφή των κεφαλαίων της ζωής του, πώς τον άλλαξαν και τι έκανε λάθος ή σωστό. Αν αναλογιστούμε ότι η γλώσσα του Φιτζέραλντ είναι ακριβής και λογοτεχνικά ενδελεχής, το ότι περιγράφει μια τέτοια δύσκολη κατάσταση θέλει τρομερό κουράγιο και διαύγεια μέσα σε θολό περιβάλλον. Για μένα είναι αποκαλυπτικό.
Αν μπορούσατε να αλλάξετε μία μόνο επιλογή της ζωής του ήρωα, ποια θα ήταν;
Να ασχοληθεί περισσότερο με τον εαυτό του και λιγότερο με την εργασία του. Το γεγονός ότι γνωρίζουμε πως αναλώθηκε σε πάρτι, ταξίδια, αλκοόλ και γλέντια, δεν σημαίνει ότι έδωσε χρόνο στην διασκέδασή του και στην προσωπική του ευμάρεια. Ο Φιτζέραλντ ήταν ένα βαθύτατα καταπιεσμένος άνθρωπος και δυστυχισμένος. Ήταν όμως και πραγματικά αισιόδοξος και ονειροπόλος και πίστευε, όπως λέει στον Γκάτσμπυ, στο πράσινο φως, την ελπίδα δηλαδή, την οποία άπλωνε το χέρι να την πιάσει. Και είναι συγκλονιστικό το πώς επαναλαμβάνει το ότι του ξέφυγε κάποτε, αλλά θα συνεχίσει την επόμενη μέρα: το τέλος του Γκάτσμπυ όπως και το τέλος της Κατάρρευσης είναι από τα πιο γλυκόπικρα και συνταρακτικά τέλη λογοτεχνικών κειμένων που έχω διαβάσει.
Θεωρείτε ότι σήμερα ζούμε σε μια εποχή συλλογικής εξάντλησης που καθιστά το έργο ιδιαίτερα επίκαιρο;
Πιστεύω πως ναι. Και πιστεύω πως οι αμερικάνοι το έχουν βιώσει και ξαναβιώσει πολλές φορές – όπως και οι Ευρωπαίοι, αλλά με άλλον τρόπο και κοινωνικά και πολιτικά. Αλλιώς θα βιώσουμε την εξάντληση στον Κάφκα, αλλιώς στον Φιτζέραλντ και τον Χέμινγουεϊ. Στο τέλος όμως (πρέπει να) επικρατεί η αγάπη. Και αυτό είναι το ζητούμενο. Το είπε ο Ροθ: το θέμα είναι η αγάπη, αγάπη, αγάπη και το τραγούδαγε. Ακόμη και ο τελευταίος μεγάλος αμερικανός συγγραφέας, ο Μακάρθι, τόσο σκληρός αλλά και τρυφερός ταυτόχρονα, στο τελευταίο βιβλίο πριν φύγει από τον κόσμο τούτο, το Stella maris γράφει στο τέλος, στον διάλογο της Αλίσια με τον ψυχοθεραπευτή της: – Νομίζω ότι ο χρόνος μας τελείωσε. – Το ξέρω. Κράτα μου το χέρι. – Να σου κρατήσω το χέρι; – Ναι το θέλω. – Εντάξει. Γιατί; – Γιατί αυτό κάνουν οι άνθρωποι όταν περιμένουν κάτι να τελειώσει.

Υπογράφετε διασκευή, σκηνοθεσία και σκηνογραφία. Πόσο μεγάλη είναι η καλλιτεχνική ευθύνη για το αποτέλεσμα;
Δεν πιστεύω ότι είναι θέμα ευθύνης μεγαλύτερης ή μικρότερης. Πιστεύω ότι είναι θέμα απόφασης και άρα, οράματος. Συνήθως όταν σκέφτομαι ένα έργο, το σκέφτομαι σε ένα περιβάλλον, οπότε αυτόματα δημιουργείται ένας χώρος. Στην αρχή είναι σχετικός, όχι απόλυτος, όχι ακριβής. Αλλά στην συνέχεια πλάθεται, τα κομμάτια μπαίνουν στην θέση τους, αρχίζει η φαντασιακή δράση των προσώπων μέσα σε αυτά. Με λίγα λόγια, όλα αυτά γίνονται ένα και έτσι, ορίζεται και η εργασία πάνω στο έργο.
Πιστεύετε ότι κάθε δημιουργός έχει μέσα του μια «κατάρρευση» που τον καθορίζει;
Αλίμονο όχι! Ελπίζω πώς όχι. Δεν πιστεύω καθόλου στην κατάρα του καλλιτέχνη. Υπήρξαν καταραμένοι καλλιτέχνες, ναι, αλλά δεν πιστεύω ως διαδικασία πως κάτι πρέπει να σε τρώει, να σε «ρίχνει» για να δημιουργήσεις. Μπορείς να δημιουργήσεις εξαιρετικά πράγματα και να ζήσεις μια πολύ όμορφη ζωή, υπάρχουν άπειρα παραδείγματα: από τον Σαγκάλ και τον Χόπερ, μέχρι τον Μακάρθι και τον Ροθ που προανέφερα. Τον καλλιτέχνη τον καθορίζει ο δρόμος της αγάπης και σε τι σημείο φτάνει να την μεταδώσει, να την ανακαλύψει ο ίδιος, να την δει εν πάσει περιπτώσει. Φτάνει πια η εποχή της αυτοτιμωρίας και του μαστιγώματος και της εμμονής σε αυτά. Ας καταλάβουμε έναν ιερό σκοπό της τέχνης: είναι ο ρόλος της να εμπνεύσει και να δώσει ελπίδα στο ανθρώπινο είδος και φυσικά, στον ίδιο τον καλλιτέχνη. Δεν έχουμε οσιομάρτυρες εδώ και ούτε μας ενδιαφέρουν. Όταν είχαμε, είδαμε πού πήγε η ανθρωπότητα. Μακριά από μας αυτά.
Τι θα θέλατε να κουβαλήσει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από το RABBITHOLE;
Δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Ίσως και να ξεκουβαλήσει. Αυτό ναι, είναι προτιμότερο. Θα το ήθελα.

Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >



