Τα μουσεία της χώρας είναι ανοιχτά σε όλες και όλους σήμερα με ενδιαφέρουσες δράσεις χάρη στην Παγκόσμια Ημέρα Μουσείων. Ωστόσο, τις υπόλοιπες μέρες θα επιστρέψουν στον κλειστό τους χαρακτήρα. Ποιον ρόλο θα μπορούσαν να επιτελέσουν; Αυτόν που περιγράφει ο Στάθης Γκότσης στο βιβλίο του «Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία» (Εκδόσεις Τόπος) που κυκλοφόρησε πρόσφατα.

Ads

Η γενικευμένη θεσμοθέτηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων σε όλα τα μουσεία ως βασική και διακριτή μουσειακή λειτουργία, δεν είναι η μόνη πρόταση του.

Ads

Ο Στάθης Γκότσης είναι Ιστορικός. Υπηρέτησε για περισσότερα από 30 χρόνια στο Υπουργείο Πολιτισμού, με κύριο τομέα απασχόλησης την μουσειακή εκπαίδευση και έχει σχεδιάσει και υλοποιήσει πληθώρα μουσειακών ερμηνευτικών/εκπαιδευτικών προγραμμάτων για σχολικές αλλά και ευάλωτες ομάδες και στο βιβλίο καταγράφει εμπειρίες, σκέψεις και προβληματισμούς από μια τριαντάχρονη περίπου πορεία του στο πεδίο αυτό και προτείνει «…να ξανανοίξουμε τη συζήτηση για ένα μουσείο ανοιχτό σε όλους και όλες, δημοκρατικό και πλουραλιστικό, ελκυστικό και ευχάριστο σε μικρούς και μεγάλους, ένα μουσείο τόπο συνάντησης με το παρελθόν και το παρόν, χώρο ερμηνείας και κατανόησης του «εαυτού» και του «άλλου», τόπο κριτικής σκέψης και αναστοχασμού, χώρο διαγενεακού και διαπολιτισμικού διαλόγου».

Ads

Στη συνέντευξη που ακολουθεί μιλά για την κατάσταση των μουσείων σήμερα, τις χαμένες ευκαιρίες και τις δυνατότητες που υπάρχουν.

Ads

Πώς θα περιγράφατε τη μουσειακή πολιτική της χώρας;

Θα έλεγα πως η εικόνα που παρουσιάζει ο μουσειακός χάρτης της χώρας είναι πλήρως αντιφατική. Τα τελευταία χρόνια, από την μια αναγείρονται, εγκαινιάζονται ή εξαγγέλλονται νέα μουσεία ανά την χώρα –σε 29 μετράει η υπουργός Πολιτισμού τα νέα ή/και ανακαινισμένα μουσεία αρμοδιότητας του ΥΠΠΟ που εγκαινιάστηκαν από το 2019 μέχρι σήμερα, εργαλειοποιώντας τα ποσοτικά δεδομένα, έναντι των ποιοτικών χαρακτηριστικών–, ενώ από την άλλη δεκάδες παλαιά και νέα μουσεία κάθε λογής (αρχαιολογικά, ιστορικά, λαογραφικά/εθνολογικά, τέχνης), δημόσια, δημοτικά ή ιδιωτικά, καταγράφουν σοβαρά προβλήματα λειτουργίας, αποτέλεσμα της υποχρηματοδότησης και της ακραίας σε πολλές περιπτώσεις υποστελέχωσης. Τι να τα κάνει κανείς τα νέα μουσεία, όταν δεν διαθέτει καν το αναγκαίο φυλακτικό προσωπικό για να τα κρατήσει ανοιχτά;

Δίπλα στην αντίφαση αυτή, θα πρέπει να προσθέσουμε και το πρόβλημα ταυτότητας και προσανατολισμού των μουσείων της χώρας, που φαίνεται πως οξύνεται με γοργούς ρυθμούς. Για να χρησιμοποιήσω την φράση του Καναδού μουσειολόγου Duncan Cameron στο κλασικό άρθρο του «The museum: a temple or the Forum» για τον προσανατολισμό και τον ρόλο των μουσείων, φράση στην οποία παραπέμπω και σε ένα από τα κείμενα του βιβλίου μου:

«Τα μουσεία μας έχουν ανάγκη επείγουσας ψυχοθεραπείας. Υπάρχουν επαρκή στοιχεία που δείχνουν ότι πολλά σημαντικά ιδρύματα βρίσκονται σε κρίση ταυτότητας, ενώ άλλα είναι σε προχωρημένη κατάσταση σχιζοφρένειας. Αυτές, βέβαια, είναι σχετικά νέες ασθένειες των μουσείων, ενώ παράλληλα είμαστε ακόμη αναγκασμένοι να ζούμε με πιο παραδοσιακές παθήσεις – παραληρήματα μεγαλείου από τη μία και ψυχωσική απόσυρση από την άλλη. Στην παρούσα φάση όμως τα μουσεία και οι πινακοθήκες μας απλούστατα δεν ξέρουν ποια ή τι είναι. Τα ιδρύματα είναι ανίκανα να λύσουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στην προσπάθειά τους να αποσαφηνίσουν τον ρόλο τους».

Νομίζω πως στην Ελλάδα βρισκόμαστε ακριβώς μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση κι ας έχουν περάσει 55 χρόνια από την παραπάνω διαπίστωση του Cameron. Κι αυτό είναι αποτέλεσμα της μουσειακής πολιτικής που χαράσσεται και υλοποιείται κεντρικά και η οποία κινείται προς δύο βασικές κατευθύνσεις: αφενός προς την υποταγή στα κελεύσματα της μαζικής τουριστικής επέλασης και της αγοραίας «αξιοποίησης» του μουσειακού πλούτου και αφετέρου προς την αναδιατύπωση –μέσα από έναν αποπροσανατολιστικό εκσυγχρονισμένο λόγο και σε ολοκαίνουργιο τεχνολογικό περιτύλιγμα– εύπεπτων αφηγήσεων για ένδοξους προγόνους και θαυμαστά δημιουργήματα ή εξιδανικευμένων αναπαραστάσεων ηρωικών παρελθόντων.


Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό δίπολο ο μορφωτικός και κοινωνικός ρόλος του μουσείου, που στην Ελλάδα δώσαμε μάχη για να κατοχυρωθεί, μοιάζει να υποχωρεί. Η μετατροπή των μουσείων από μορφωτικά ιδρύματα και κοινωνικά εργαλεία σε πεδία κατανάλωσης πολιτισμού, τα μετασχηματίζει από φορείς διαχείρισης κοινών αγαθών σε μηχανισμούς παραγωγής πολιτιστικών προϊόντων, τα μετατοπίζει με άλλα λόγια στον χώρο της λεγόμενης πολιτιστικής βιομηχανίας. Η πορεία αυτή επηρεάζει βαθιά, σε αρνητική κατεύθυνση, και την μουσειακή εκπαίδευση.

Παγκόσμια ημέρα Μουσείων σήμερα. Στο πλαίσιο αυτό κάποια μουσεία θα πραγματοποιήσουν δράσεις για το κοινό, ίσως και εκπαιδευτικές. Πως αξιολογείτε τις υπάρχουσες δράσεις των μουσείων;

Η παγκόσμια ημέρα Μουσείων στις 18 Μαΐου, όπως και μερικές ακόμη ημέρες κατά τη διάρκεια του χρόνου (Διεθνής Ημέρα Μνημείων στις 18 Απριλίου, Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομίας το τελευταίο σαββατοκύριακο κάθε Σεπτέμβρη κοκ) είναι πράγματι μια από τις ευκαιρίες για να σχεδιαστούν από τα μουσεία εκπαιδευτικά προγράμματα για μικρούς και μεγάλους ή και για ειδικές ομάδες κοινού, για να υλοποιηθούν δράσεις προσέγγισης με τμήματα της κοινότητας, για να διοργανωθούν ποικίλες εκδηλώσεις ανοίγματος των μουσείων σε ευρύτερες πληθυσμιακές ομάδες. Πολλές από τις δράσεις αυτές είναι πολύ ενδιαφέρουσες, πρωτότυπες και ποιοτικές.

Το μεγάλο, ωστόσο, ερώτημα είναι τι γίνεται τις υπόλοιπες ημέρες του χρόνου, όταν τα φώτα των γιορταστικών ημερών σβήσουν. Δυστυχώς, σε πάρα πολλά μουσεία της χώρας οι εκπαιδευτικές δράσεις που υλοποιούνται σε σταθερή και καθημερινή βάση είναι ανύπαρκτες και σε άλλα λιγοστές. Ο μορφωτικός ρόλος των μουσείων, όμως, δεν μπορεί να επαφίεται στο φιλότιμο λιγοστών στελεχών που μέσα στο βαρυφορτωμένο από άλλες υποχρεώσεις πρόγραμμά τους θα ξεκλέψουν λίγο χρόνο για να υποδεχθούν μια σχολική ομάδα ή για να σχεδιάσουν ένα εκπαιδευτικό φυλλάδιο.

Ούτε είναι δυνατόν, μετά από περισσότερα από 40 χρόνια που μετρά πια η μουσειακή εκπαίδευση στη χώρα μας, να μην έχουν θεσμοθετηθεί τμήματα ή γραφεία εκπαιδευτικών προγραμμάτων σε όλα τα μουσεία, τα οποία να είναι στελεχωμένα με ειδικευμένο προσωπικό που να σχεδιάζει και να υλοποιεί ερμηνευτικά/ εκπαιδευτικά προγράμματα σε σταθερή βάση για κάθε κατηγορία κοινού, να «τρέχει» δράσεις και καμπάνιες, τοπικά, εθνικά ή διακρατικά προγράμματα συνεργασίας με σχολεία και άλλες δομές εκπαίδευσης, δομές υγείας, κοινωνικής προστασίας, πολιτισμού κοκ.

Ο μορφωτικός ρόλος των μουσείων μπορεί να αποδεικνύεται με τις επετειακές ή περιστασιακές δράσεις, αλλά ριζώνει, εμπεδώνεται και πολλαπλασιάζεται μόνο με σταθερότητα και συνέπεια, με διάρκεια και δέσμευση. Κι αυτά απουσιάζουν από την μουσειακή πολιτική της χώρας.

Διαβάζουμε στο βιβλίο σας πως είναι σχεδόν εντελώς αποκομμένα τα μουσεία από την σχολική εκπαίδευση. Περιγράψτε μας τι γίνεται στο εξωτερικό και τι δυνατότητες υπάρχουν αναξιοποίητες.

Στην ελληνική περίπτωση, πράγματι, τα μουσειακά εκπαιδευτικά προγράμματα καθορίζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τα εκθέματα, τις συλλογές και τις προτεραιότητες των μουσείων, χωρίς να συνδέονται οργανικά και επί της ουσίας με τους στόχους και τις επιδιώξεις των σχολικών αναλυτικών προγραμμάτων. Αυτό δεν είναι κατά ανάγκη αρνητικό, μια που τα μουσεία είναι θεμιτό και λογικό να διατηρούν την σχετική αυτονομία τους ως προς τις μορφωτικές τους προτάσεις.

Εκείνο που είναι προβληματικό, ωστόσο, είναι πως σε πολλές περιπτώσεις οι σχεδιαστές των μουσειακών εκπαιδευτικών προγραμμάτων αγνοούν πλήρως τα δεδομένα της σχολικής εκπαίδευσης και, αντίστροφα, οι εκπαιδευτικοί επαφίενται στις ερμηνευτικές προτάσεις των μουσείων δίχως να πολυασχολούνται με τις συνάψεις που μπορεί να έχουν αυτές με όσα διδάσκουν στο σχολείο. Αυτό είναι που γεννά στρεβλώσεις και ακυρώνει μεγάλο μέρος της δουλειάς που γίνεται.

Σε διεθνές επίπεδο συναντάμε διάφορα μοντέλα συνεργασίας της μουσειακής με την σχολική εκπαίδευση, από το αγγλικό μοντέλο της στενής σύνδεσης των δύο, όπου η μουσειακή εκπαίδευση προσπαθεί συστηματικά να ανταποκριθεί (έως και να ευθυγραμμιστεί, θα έλεγε κανείς) στους γνωστικούς και άλλους στόχους που θέτει το σχολικό αναλυτικό πρόγραμμα ανά ηλικιακή ομάδα μαθητών και μαθητριών, μέχρι το γαλλικό, που είναι περισσότερο προσανατολισμένο στην αισθητική καλλιέργεια, παράλληλα με την επίτευξη γνωστικών στόχων.

Φυσικά, οι παραλλαγές ανάμεσα στα δύο μοντέλα, όπως σχηματικά αναφέρθηκαν εδώ, είναι πολλές. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η συνεργασία μουσείου-σχολείου θεωρείται αυτονόητη και δεδομένη, πράγμα που στην ελληνική περίπτωση απουσιάζει.

Είναι κάτι που δεν ενδιαφέρει την πολιτεία, τα υπουργεία Παιδείας και Πολιτισμού, ή τις ίδιες τις διοικήσεις των μουσείων;

Η αλήθεια είναι πως η αποτελεσματικότερη και με προοπτική συνεργασία μεταξύ σχολείου και μουσείου, επιχειρήθηκε και στην Ελλάδα τη δεκαετία του ΄90. Ήταν η εποχή που πραγματοποιήθηκαν τα έξι περιφερειακά σεμινάρια «Μουσείο-Σχολείο» (το τελευταίο έγινε στην Καβάλα το 2002), μια εμβληματική επιμορφωτική δράση του ελληνικού τμήματος του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων – ICOM, σε συνεργασία με τα υπουργεία Παιδείας και Πολιτισμού, ήταν η εποχή που υλοποιήθηκαν οι πιλοτικές φάσεις των εξαιρετικών και φιλόδοξων συνεργατικών δράσεων «ΜΕΛΙΝΑ – Εκπαίδευση και Πολιτισμός» και «Το Σχολείο υιοθετεί ένα Μνημείο». Δυστυχώς, η γενίκευση, διάχυση και θεσμοθέτηση όλων των παραπάνω, παρά τα θετικά τους αποτελέσματα, δεν προχώρησε ποτέ.

Για την εξέλιξη αυτή υπάρχουν προφανώς πολιτικές ευθύνες στις ηγεσίες των συναρμόδιων υπουργείων. Η απουσία ενός συνεκτικού, μακροχρόνιου και απτού σχεδιασμού που να θέτει ως προτεραιότητα την μορφωτική αξιοποίηση του μουσειακού και μνημειακού πλούτου της χώρας, αλλά και ζητήματα νοοτροπιών σε αμφότερους τους δυνάμει εταίρους σε μια τέτοια προοπτική, το μουσείο και το σχολείο, θέματα που αναλύονται και στις σελίδες του βιβλίου, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν από τους εμπλεκόμενους τόσο στην διοικητική ιεραρχία όσο και σε επίπεδο πολιτικών ηγεσιών, με αίσθημα ευθύνης απέναντι τόσο στην πολιτιστική κληρονομιά όσο και στις επόμενες γενιές πολιτών. Για την ώρα, κάτι τέτοιο δεν είναι ορατό.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το κεφάλαιο «Μουσείο και ψυχική υγεία: μια πρόκληση». Σήμερα μπορεί ένα μουσείο να υλοποιήσει δράσεις σαν αυτές που αναφέρετε με απεύθυνση σε συγκεκριμένες ομάδες;

Ασφαλώς! Η ψυχοθεραπευτική δύναμη της επαφής με την τέχνη και τον πολιτισμό είναι αποδεδειγμένη από τα ερευνητικά συμπεράσματα εκατοντάδων μελετών διεθνώς. Το διαπιστώσαμε κι εμείς σχεδιάζοντας και υλοποιώντας στο Βυζαντινό Μουσείο τις δράσεις στις οποίες αναφέρεστε, σε συνεργασία με δομές ψυχικής υγείας, όπως το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο της Αθήνας. Το μουσείο έχει τη δύναμη, μέσα από ειδικούς σχεδιασμούς, όχι μόνο να απελευθερώνει τη φαντασία και τη μνήμη, αλλά και να ενθαρρύνει την έκφραση και την επικοινωνία, βασικό ζητούμενο σε κάθε ψυχοθεραπευτικό πρωτόκολλο.

Μάλιστα, η ευεργετική επίδραση των τεχνών στα πρόσωπα που πάσχουν από ψυχικές ασθένειες, αλλά και εξαρτήσεις ή και χρόνιες παθήσεις, έχει αποδειχθεί πως δεν περιορίζεται μόνο σε ατομικό επίπεδο, αλλά επεκτείνεται και σε ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο. Είναι ενθαρρυντικό πως, πρόσφατα, η λεγόμενη πολιτιστική συνταγογράφηση επισκέψεων σε μουσεία, θέατρα και χώρους πολιτισμού (γνωστή διεθνώς ως art on prescription), πρακτική που εφαρμόζεται ήδη σε ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Αγγλία και η Γερμανία, εξαγγέλθηκε πως θα εφαρμοστεί και στη χώρα μας, ως συμπληρωματική μέθοδος θεραπείας και πρόληψης, κυρίως για θέματα ψυχικών νόσων όπως η κατάθλιψη, η αγχώδης διαταραχή κοκ, αλλά και για θέματα νοητικής ευεξίας.

Μένει βέβαια, να δούμε πως θα υλοποιηθεί στην πράξη η κατεύθυνση αυτή, μια που δυστυχώς στη χώρα μας, πολλές εξαγγελίες θετικών κοινωνικών μέτρων σχεδιάζονται για επικοινωνιακούς λόγους και μένουν τελικά στα χαρτιά.

Ας μην μείνει ασχολίαστο και κάτι που δεν προκαλεί ιδιαίτερη αισιοδοξία: η πιλοτική φάση της ελληνικής εκδοχής της πολιτιστικής συνταγογράφησης, που υλοποιήθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού σε συνεργασία με διάφορους φορείς, χρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο Ανάπτυξης και ανθεκτικότητας, με αρχικό προϋπολογισμό 5,4 εκ ευρώ, που συρρικνώθηκε στη συνέχεια στα 2,8 εκ. ευρώ, ενώ ήταν ενταγμένη στην ευρύτερη Δράση με τίτλο «Αξιοποίηση της τέχνης ως συνταγογραφούμενης θεραπείας για την προαγωγή της κοινωνικής συνοχής και ενεργοποίηση της «Ασημένιας Οικονομίας», δίπλα σε ψευδεπίγραφα έργα πολλαπλάσιου προϋπολογισμού και αμφίβολης χρησιμότητας, όπως τα αχρείαστα φαραωνικά και καταστρεπτικά για το περιβάλλον και τις αρχαιότητες έργα τοποθέτησης τελεφερίκ στη Μονεμβασιά και στο Δικταίο Άντρο… Ίδωμεν!

Παρατηρούμε στο εξωτερικό μικρά μουσεία να γίνονται πόλος έλξης νέων ανθρώπων χάρη στον εκσυγχρονισμό αλλά και σε μια πολιτική που πείθει πως τα μουσεία δεν είναι για λίγους, μορφωμένους κάποιας ηλικίας. Γιατί δεν το βλέπουμε αυτό στην Ελλάδα;

Η Ελλάδα έχει προφανώς μια διαφορετική από πολλές ευρωπαϊκές και άλλες χώρες ιστορική διαδρομή, στο πλαίσιο της οποία δεν καλλιεργήθηκε ποτέ συστηματικά σε ευρύτερες κατηγορίες του πληθυσμού η κουλτούρα των επισκέψεων σε μουσεία, αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία, ως μια μορφή ευχάριστης και χρήσιμης κοινωνικής και μορφωτικής εμπειρίας. Όπως είδαμε, σημαντικό μερίδιο ευθύνης για αυτό έχουν οι πολιτικές που επί δεκαετίες ασκούνται στο θέμα της διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η μουσειακή εκπαίδευση μπορεί να γίνει το κατεξοχήν εργαλείο για την αντιστροφή αυτής της πραγματικότητας, καθώς πρόκειται για την δημοφιλέστερη ζωντανή και διαδραστική εξωστρεφή δράση των μουσείων και ευρύτερα των χώρων πολιτισμικής αναφοράς, που έχει την ευελιξία να προσαρμόζεται στις διαφορετικές ανάγκες και αγωνίες των ανθρώπων, να ανταποκρίνεται στα ζητούμενα όλων των δυνάμει επισκεπτών από όλες της πληθυσμιακές ομάδες. Για να δούμε, λοιπόν, την εικόνα που περιγράφετε να αλλάξει, απαιτείται ριζική αλλαγή πολιτικών προτεραιοτήτων, χρειάζεται συστηματική επένδυση ανθρώπινων και υλικών πόρων προς αυτήν την κατεύθυνση.

Αυτός, εξάλλου, ήταν και ο βασικότερος λόγος που με οδήγησε στην απόφαση για την έκδοση του βιβλίο «Μουσείο, εκπαίδευση και πολιτισμός», που καταγράφει εμπειρίες, σκέψεις και προβληματισμούς από μια τριαντάχρονη περίπου πορεία μου στο πεδίο αυτό: να ξανανοίξουμε τη συζήτηση για ένα μουσείο ανοιχτό σε όλους και όλες, δημοκρατικό και πλουραλιστικό, ελκυστικό και ευχάριστο σε μικρούς και μεγάλους, ένα μουσείο τόπο συνάντησης με το παρελθόν και το παρόν, χώρο ερμηνείας και κατανόησης του «εαυτού» και του «άλλου», τόπο κριτικής σκέψης και αναστοχασμού, χώρο διαγενεακού και διαπολιτισμικού διαλόγου.