O φόβος μπροστά στην κλιματική αλλαγή, το δέος μπροστά την ομορφιά της φύσης. Μια ξεχωριστής ευαισθησίας ταινία, μια σπουδή στο οικολογικό πένθος, το σεβασμό και την καθυστερημένη προσπάθεια να προστατεύσουμε ό,τι κάποτε διαμόρφωσε την ύπαρξή μας, ένα ρέκβιεμ για ένα κόσμο που χάνεται, το La Pieta,των Ράφα Μολές και Πέπε Αντρέου– συμπαραγωγή Ισπανίας-Ισλανδίας-Λιθουανίας-συμμετέχει στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στις 13 Μαρτίου.
Η ταινία
Στους πρόποδες του μεγαλύτερου παγετώνα της Ευρώπης, επτά αδέρφια από την Ισλανδία ζούσαν κάποτε σε ηθελημένη απομόνωση, αφιερώνοντας τη ζωή τους στην παρατήρηση του πάγου και της φύσης, πολύ πριν η κλιματική αλλαγή αποκτήσει όνομα. Το εγκαταλελειμμένο αγρόκτημά τους μετατρέπεται σε ένα ζωντανό αρχείο, το οποίο ξεδιπλώνεται μέσα από φωτογραφίες, αντικείμενα και ένα 16mm φιλμ που επαναφέρει κινήσεις, χώρους και έναν τρόπο ζωής που έχει πια εξαφανιστεί. Οι Ισπανοί Ράφα Μολές και Πέπε Αντρέου, στενοί φίλοι και συνεργάτες πάνω από μια δεκαετία, δημιουργοί της ισλανδικής ταινίας του 2020 Σούπα αστακού, επιστρέφουν στον αρκτικό βορρά για να συνθέσουν μια ποιητική, στοχαστική ελεγεία στην οποία συγκλίνουν ο χρόνος, η μνήμη και η ύλη.

Η ιστορία
Πάνω από έναν αιώνα πριν, ο Flosi Björnsson και τα οκτώ αδέλφια του απομονώθηκαν στους πρόποδες του Vatnajökull, του μεγαλύτερου παγετώνα της Ισλανδίας. Κανείς από αυτούς δεν παντρεύτηκε ούτε έκανε παιδιά. Αφιέρωσαν τη ζωή τους στον παγετώνα πολύ πριν αρχίσει να γίνεται λόγος για το λιώσιμό του.
Σαν σκελετός φάλαινας στην ακτή, η φάρμα τους παρέμεινε κλειστή μέχρι σήμερα. Ο φωτογράφος Ragnar Axelsson επιστρέφει στον τόπο όπου πέρασε τα καλοκαίρια της παιδικής του ηλικίας. Καθώς ανοίγει τις πόρτες της φάρμας, η φωνή του Flosi αντηχεί ξανά, καλώντας αόρατα άλλους προσκυνητές που έρχονται στον παγετώνα. Το σπάσιμο του συνθέτει ένα ρέκβιεμ. Ένα τεράστιο λευκό σεντόνι καλύπτει την επιφάνεια του παγετώνα, σαν σάβανο πάνω από το σώμα ενός ετοιμοθάνατου γιου.

Σκηνοθέτης, σεναριογράφος και δημοσιογράφος, ο Ράφα Μολές μιλάει στο tvxs
Είναι η πρώτη σας επίσκεψη στην Ελλάδα;
Ευτυχώς, είναι η τέταρτη. Είναι μια χώρα που αγαπώ, όπου νιώθω σαν στο σπίτι μου και στην οποία θέλω πάντα να επιστρέφω.
Θα είναι, επίσης, η τρίτη φορά που θα παρευρεθώ στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Την πρώτη φορά ήμουν σκηνοθέτης με την ταινία μας Lobster Soup, μετά παραγωγός με την ταινία Domingo Domingo. Τώρα επιστρέφουμε για την παγκόσμια πρεμιέρα της τελευταίας μας ταινίας, La Pietà και ανυπομονώ να δω πώς θα την υποδεχτεί το υπέροχο ελληνικό κοινό.
Ποιες είναι οι αναμνήσεις σας από τα παιδικά σας χρόνια, στο Καστεγιόν;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια μικρή πόλη, μέσα σε μια θάλασσα από πορτοκαλεώνες, που ονομάζεται Alquerías del Niño Perdido (αγροκτήματα του χαμένου παιδιού) Το να γεννηθείς σε ένα τέτοιο μέρος – με πορτοκαλιές, τη Μεσόγειο και ένα τόσο παράξενο όνομα πόλης – σε σημαδεύει για πάντα… Υπάρχει κάτι αστείο και ταυτόχρονα γοητευτικό, αλλά και πολύ αυθεντικό, στο να κατάγεσαι από ένα τέτοιο μέρος.
Πού ζείτε τώρα;
Ζω στη Βαλένθια εδώ και 34 χρόνια. Σπούδασα δημοσιογραφία εδώ, δούλεψα ως δημοσιογράφος και αποφάσισα να αλλάξω τη ζωή μου για τον κινηματογράφο. Από το 2013, ο σύντροφός μου Πέπε και εγώ σκηνοθετούμε και παράγουμε ταινίες. Το να γυρίζεις ταινίες από τη Βαλένθια είναι μια ακτιβιστική πράξη, αλλά μας δίνει και μια προοπτική – να βλέπουμε αυτόν τον κόσμο και αυτή τη βιομηχανία από μια μικρή απόσταση.
Το 2012 πήρατε το βραβείο «Δημοσιογράφος της χρονιάς» – τι σημαίνει αυτό για εσάς;
Το βραβείο μας απονεμήθηκε για το σύνολο του έργου μας. Ήμασταν στην δημόσια τηλεόραση της Βαλένθια και ήμασταν μια μικρή ομάδα – δύο δημοσιογράφοι και ένας εικονολήπτης – που ασχολούμασταν με την ερευνητική δημοσιογραφία σε μια εποχή που η δημόσια τηλεόραση, η δημοσιογραφία και η κοινωνία μας βρισκόταν σε κρίση, με μεγάλες υποθέσεις διαφθοράς και ένα είδος υπερβολικής μεγαλομανίας. Πάντα θεωρούσαμε αυτό το βραβείο ως βραβείο αντίστασης: για την αναζήτηση των ρωγμών σε ένα σύστημα που, εκείνη την εποχή, ήταν πολύ μονολιθικό, και για την ικανότητα να αφηγούμαστε σχετικές ιστορίες.
Η δημοσιογραφία και το ντοκιμαντέρ ήταν πάντα συνδεδεμένα με εσάς;
Φυσικά, τα 17 χρόνια ως τηλεοπτικός δημοσιογράφος με βοήθησαν να δω τον κόσμο από κοντά, με τις πολλές του πτυχές, και να μάθω τη γλώσσα της οπτικοακουστικής αφήγησης και τις δυνατότητές της. Και παρόλο που παραμένω μόνιμα συνδεδεμένος με την επικοινωνία και τη δημοσιογραφία, βιώνω τον κινηματογράφο ως κάτι πολύ μακριά από την ενημέρωση. Για μένα, ο κινηματογράφος έχει να κάνει με την τέχνη – με την καλλιτεχνική έκφραση ως επαναστατική πράξη.
Σαφώς, ο κινηματογράφος – η τέχνη – καθοδηγεί τον τρόπο με τον οποίο βλέπω και αισθάνομαι τον κόσμο. Αλλά η δημοσιογραφική ψυχή, η εμμονή με την παρατήρηση και την ανάλυση, παραμένει.
Γιατί επιλέξατε τον τίτλο «La Pieta»;
Ο φίλος και συν-σκηνοθέτης μου ήταν αυτός που πρότεινε πρώτος τον τίτλο «La Pietà». Η προσέγγισή μας στην κλιματική αλλαγή μέσω της ομορφιάς του παγετώνα και η σύνδεσή της με τη συγκινητική ομορφιά της τέχνης, βοήθησαν αυτή την εικόνα της La Pietà να εξελιχθεί σε κεντρική μεταφορά. Από τότε, βλέπαμε πάντα τον παγετώνα ως το χλωμό, ετοιμοθάνατο σώμα ενός πεσμένου γιου.
Η Pietà προφανώς θυμίζει τον Μιχαήλ Άγγελο και την Pietà του από λευκό μάρμαρο, με τις πτυχώσεις των ενδυμάτων και το σχεδόν άψυχο σώμα που εκπνέει την τελευταία του πνοή. Αν έχετε σταθεί ποτέ μπροστά σε έναν παγετώνα, είναι αδύνατο να μην δείτε αυτά τα σχήματα και να μην νιώσετε το ίδιο συναίσθημα απώλειας. Αλλά η Pieta δεν είναι μόνο Μιχαήλ Άγγελος: είναι μια εικόνα που απεικονίζεται στη ζωγραφική και τη γλυπτική, σε πολλές στιγμές της ιστορίας της τέχνης και από πολλούς καλλιτέχνες. Για εμάς αντιπροσωπεύει την απώλεια – τον πόνο της απώλειας – αλλά και την αίσθηση ότι φτάσαμε πολύ αργά σε κάτι που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων;
Το πιο δύσκολο για εμάς ήταν να διατηρήσουμε τον παγετώνα ως πρωταγωνιστή, παρόλο που οι ανθρώπινοι χαρακτήρες της ταινίας έχουν ισχυρές ιστορίες και έντονη παρουσία. Θέλαμε ο παγετώνας να είναι πάντα ο κεντρικός χαρακτήρας. Έτσι, υπήρχε μια πολύ περίπλοκη ισορροπία μεταξύ των πληροφοριών για τους χαρακτήρες και της συντριπτικής παρουσίας του παγετώνα.
Αφού τέλειωσε η ταινία, νιώσατε ότι έχετε αλλάξει και πώς;
Κάθε ταινία μας μεταμορφώνει, αλλά με το La Pietà νιώθω ότι έχουμε πραγματοποιήσει ένα όνειρο. Το να γυρίσουμε μια ταινία στην οποία θα μπορούσαμε να ανθρωποποιήσουμε έναν παγετώνα και να τον μετατρέψουμε σε μια μεταφορά και έναν εξαιρετικά όμορφο χαρακτήρα είναι κάτι που ο Πέπε και εγώ επιδιώκαμε για περισσότερο από μια δεκαετία. Νιώθω μια κάποια ηρεμία, ένα παράξενο είδος προσωπικής ωριμότητας, με αυτή την ταινία.
Ο Αρκτικός Βορράς έχει ιδιαίτερη σημασία για εσάς;
Ο βορράς, ο πάγος, τα απέραντα τοπία, η συντριπτική φύση – όλα αυτά σημαίνουν πολλά για μένα και τον Πέπε. Μας συνδέουν με έναν τρόπο να βλέπουμε τον κόσμο στον οποίο οι άνθρωποι είναι ασήμαντοι, δεν βρίσκονται στο επίκεντρο, και στον οποίο η παρουσία μας φέρει μια μεγάλη ευθύνη.
Λέτε σε μια συνέντευξη «Υπάρχει κάτι συναρπαστικό, συγκλονιστικό και σχεδόν μυστικιστικό στο να στέκεσαι μπροστά σε έναν παγετώνα. Είναι το πιο κοντινό πράγμα στο να πιστεύουμε οι σκηνοθέτες στον Θεό όταν ήμασταν παιδιά. Είναι κάτι όμορφο και ισχυρό. Και όταν έχεις την τύχη να το βιώσεις, το βλέπεις για το υπόλοιπο της ζωής σου».
Το 2006 επισκέφτηκα την Ισλανδία για πρώτη φορά. Θυμάμαι πολύ καλά τη μέρα που βγήκα από το μικρό αυτοκίνητο που είχαμε νοικιάσει. Ήταν σχεδόν νύχτα, υπήρχε πολύ λίγο φως. Περπατούσα μόνος μου πάνω σε ένα λόφο από ηφαιστειακά χαλίκια και μορένες και, ξαφνικά, χωρίς να το περιμένω, βρέθηκα μπροστά στον τεράστιο παγετώνα Svínafell. Ήταν συγκλονιστικό – δεν μπορούσα να αντιληφθώ το μέγεθος αυτής της όμορφης μπλε παγωμένης μάζας. Οι ήχοι, οι τριγμοί αυτού του όντος που ήταν σαφώς ένα κινούμενο ον, που αναπνέει με κάποιο τρόπο… Ήταν τόσο συγκλονιστικό που ξαφνικά θυμήθηκα εκείνο το πλήρες, παράλογο συναίσθημα που νιώθεις όταν πιστεύεις στον Θεό. Έχω σταματήσει να πιστεύω στον Θεό εδώ και πολλά χρόνια, αλλά ξέρω – έχω βιώσει αυτό το συναίσθημα, και το να βρίσκομαι εκεί μπροστά στον παγετώνα με γέμισε με τον ίδιο τρόπο που η ιδέα του Θεού γεμίζει έναν πιστό: με ένα αφηρημένο αλλά σίγουρο αίσθημα πληρότητας.
Όλοι θα έπρεπε να βιώνουμε μια οικολογική θλίψη… Είστε αισιόδοξος ότι η θλίψη μπορεί κάποια μέρα να τελειώσει; Επειδή η πραγματικότητα είναι διαφορετική…Και εσείς αναφέρεστε σε ρέκβιεμ στην ταινία.
Δυστυχώς, πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν είμαι αισιόδοξος. Αλλά έχω πίστη ότι άλλοι είναι – και ότι θα αποδείξουν ότι κάνω λάθος.
Ένα ρέκβιεμ είναι ο πιο όμορφος τρόπος για να αντιμετωπίσει κανείς την πραγματικότητα μιας απώλειας… αλλά μερικές φορές ο θάνατος δεν είναι το τέλος. Ο θάνατος μπορεί να είναι αυτό που μας κάνει να αντιδράσουμε. Η ιστορία της ζωής μας είναι γεμάτη από μικρές ή μεγάλες απώλειες που, σε πολλές περιπτώσεις, έχουν λειτουργήσει ως ακραία ώθηση για να κάνουμε κάτι καλύτερο. Όπως σας είπα και πριν, πιστεύω στους άλλους.
Ο χρόνος, η μνήμη και η ύλη συγκλίνουν. Με ποιον τρόπο;
Ο κινηματογράφος έχει αυτή τη δύναμη: είναι χρόνος, είναι απτός και σταθεροποιεί τη μνήμη. Πιστεύουμε ότι αυτό που είχαμε στα χέρια μας ήταν να κάνουμε μια ταινία για έναν παγετώνα που εξαφανίζεται, αλλά και για τους ανθρώπους που στο παρόν και στο παρελθόν έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μας προειδοποιήσουν για το τι κάναμε στη φύση που μας προστατεύει. Ελπίζουμε ότι η μικρή μας κινηματογραφική συμβολή θα είναι η υλοποίηση, στο παρόν, της μνήμης ενός χρόνου που δεν υπάρχει πια, αλλά που μπορεί να ταξιδέψει σε ένα μελλοντικό χρόνο όπου κάποιος καλύτερος από εμάς θα αποφασίσει να αλλάξει αυτό που εμείς δεν καταφέραμε να αλλάξουμε στο παρόν.
Η ιστορία του Flosi Bjornsson ήταν το κίνητρο για την ταινία;
Πριν από μερικά χρόνια ήμασταν στο Ρέικιαβικ και συζητούσαμε συνεχώς για το πώς θα μπορούσαμε να μετατρέψουμε έναν παγετώνα σε πρωταγωνιστή μιας ιστορίας… Δεν μπορούσαμε να βρούμε τον τρόπο, ήταν μόνο μια επιθυμία, μια διαίσθηση… και αφού το είπαμε τόσες φορές, μια μέρα ο Ισλανδός φίλος και συμπαραγωγός μας Ólafur Rögnvaldsson ανέφερε τον Flosi Björnsson και την οικογένειά του, που ζούσαν απομονωμένοι στο αγρόκτημά τους χωρίς να παντρευτούν ή να κάνουν παιδιά, και που αφιέρωσαν τη ζωή τους στη μελέτη και τη φροντίδα του παγετώνα και της φύσης γύρω τους. Την επόμενη μέρα ο Ólafur είχε πάρει το κλειδί της εγκαταλελειμμένης φάρμας και οδηγήσαμε έξι ώρες για να φτάσουμε εκεί. Όταν ανοίξαμε την πόρτα της φάρμας, νιώσαμε ότι άνοιξε και η πόρτα αυτής της ιστορίας.
Αν τον είχατε μπροστά σας, τι θα θέλατε να τον ρωτήσετε;
Δεν θα του μιλούσα για τον παγετώνα. Θα τον ρωτούσα τι πιστεύει για τον άνθρωπο.
Πιστεύετε ότι ήταν ευτυχισμένος με τον τρόπο του;
Νομίζω ναι, πιστεύω ότι αυτός και η οικογένειά του ήταν ευτυχισμένοι. Πήραν αποφάσεις που μπορεί να μας φαίνονται πολύ δραστικές σήμερα. Αλλά αφού πέρασα κάποιο χρόνο στη φάρμα τους, καταλαβαίνω ότι η ευτυχία βρίσκεται εκεί.
Τι μήνυμα θέλετε να μεταδώσετε με την ταινία σας;
Θα ήθελα η ταινία να προσφέρει σε όσους την δουν μια στιγμή ομορφιάς – και αυτή η ομορφιά, όπως συμβαίνει με εμένα, τον Πέπε και άλλους ανθρώπους σε πολλά μέρη, να τους παρακινήσει να κάνουν κάτι για τους άλλους.
Τι θα ακολουθήσει μετά τη Θεσσαλονίκη;
Θα ταξιδέψουμε πολύ, σε άλλα φεστιβάλ κινηματογράφου. Θα μοιραστούμε την ταινία με άλλους τρόπους σκέψης, άλλους τρόπους να βλέπουμε τον κόσμο… αυτό μας κρατά σε εγρήγορση, αλλά μας συγκινεί και βαθιά.
Τα επόμενα σχέδιά σας;
Φέτος θα συνεχίσουμε να δουλεύουμε σε μια ταινία στην οποία μια γυναίκα μιλάει για τον εαυτό της μέσω της ζωγραφικής και για το πώς η τέχνη έχει γίνει ο τρόπος της να εκφράζει τον μεγάλο πόνο της, αλλά και το μεγάλο πάθος της για τη ζωή.
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


