Ενας γέροντας στην ακροθαλασσιά της Σαρδηνίας, θεματοφύλακας του μέλλοντος.

Ads

Η ιστορία στην ταινία είναι φαινομενικά απλή. Αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινή.

Ads

Μια χρυσαφένια παραλία, μια σμαραγδένια θάλασσα κι ένας τεράστιος κατασκευαστικός όμιλος που θέλει να κάνει εκεί ένα “resort”. Η παραλία είναι στη Σαρδηνία και ο όμιλος στο Μιλάνο. Το “resort” είναι ένα τεράστιο έργο για να έρχονται οι φραγκάτοι τουρίστες να ξεκουράζονται και να απολαμβάνουν την παραλία και τη θάλασσα.

Ads

Όταν το επιτελείο παρουσιάζει στον πρόεδρο του ομίλου το σχέδιο του resort, μέσα στα δεκάδες κτίσματα, υπάρχει και ένα που είναι κόκκινο. Ίσως συμβολικά; Θα δούμε..

Ads

-Αυτό εκεί τι είναι; ρωτάει ο ψηλός παχύς πρόεδρος.
-Α τίποτα κύριε, το σπίτι ενός βοσκού.
-Είναι μες στη μέση, θα μας δημιουργήσει πρόβλημα;
-Αποκλείεται κύριε είναι θέμα 2-3 ημερών.

Ένας βοσκός, ένας χωριάτης, ενάμιση μέτρο μπόι, που κάθε μέρα με την πατατούκα του κάθεται σε μια πέτρα κι αγναντεύει τη θάλασσα ενώ γύρω του βόσκουν τα γελάδια του. Μια εικόνα καθημερινή, μια εικόνα σουρεαλιστική, γιατί άντε να ΄ναι κατσίκια, τα γελάδια όμως τι να βοσκήσουν στην άμμο; Αλλά ας μην ξεχνάμε την παροιμία “Ο ύπνος θρέφει τα παιδιά κι ο ήλιος τα μοσχάρια” Κάτι ήξεραν οι δικοί μας οι παλιοί, κάτι ξέρει κι ο παππούς της ταινίας μας. Της ταινίας που έχει τον ωραίο τίτλο “La viτα va cosi” δηλαδή “Ετσι ειν΄η ζωή” ή και “Ετσι προχωράει η ζωή”.

Έτσι προχωράει η ζωή, όταν ένας γέροντας που βόσκει γελάδια και φτιάχνει συνέχεια ντομάτες λιαστές, υψώνει το ανάστημα του στον πανύψηλο πρόεδρο και λέει ΌΧΙ. Όχι δεν δίνω το σπίτι μου όχι δε σας αφήνω να περάσετε από δω, όχι δε σας αφήνω να καταστρέψετε αυτή την παραλία που ανήκει σε όλους.

Αυτό το όχι θα το πει πολλές φορές στη διάρκεια της ταινίας- δε σας λέω πόσες. Και θα αρνείται συνέχεια τις οικονομικές προσφορές που ανεβαίνουν συνεχώς. Θα του προσφέρουν παράλογα ποσά γι’ αυτό το μικρό σπίτι και το κτηματάκι του Θα τον παρακαλάει η γυναίκα του, ο ξενιτεμένος γιος του με την σύζυγο Ελίζαμπεθ και τα παιδιά Ντύλαν και Τέηλορ !!! (Τρελαίνομαι γι΄αυτό το υποχθόνιο χιούμορ ), ο παπάς, ο φαρμακοποιός, ο καφετζής, η μανάβισσα θα εκδικείται το ¨ΟΧΙ του, το χωριό ολόκληρο θα στήνεται έξω από την πόρτα του για να περνάνε ένας- ένας να τον παρακαλούν “δώσε το σπίτι, πάρε τα λεφτά, βοήθα το χωριό, βοήθα τους νέους που φεύγουν, θα ανοίξουν δουλειές για όλους μας”. Ο παππούς καθισμένος στο κατώφλι του με μακάριο ύφος θα απαντάει όχι μονολεκτικά ΟΧΙ.

Και τότε το Μιλάνο θα βάλει μπροστά τα μεγάλα μέσα: θα αρχίσουν τα έργα γύρω απ’ το σπίτι του. Θα έρθουν τεράστιοι εκσκαφείς και μπουλντόζες- και ίσως να βάλετε τα κλάματα όπως εγώ όταν θα ξεριζώνουν τις ελιές, όταν θα ξεριζώνουν αλύπητα τα δέντρα σύμβολα της ζωής και της ειρήνης τα αιωνόβια δέντρα, σήμα κατατεθέν της Μεσογείου.

Ο παππούς συνεχίζει να λέει όχι. Τότε του κλείνουν και την πρόσβαση προς τη θάλασσα. Κλείνουν το μονοπάτι που κατέβαζε τα γελάδια του, με την πρόφαση ότι εκεί ακριβώς θα κάνουν την ρεσεψιόν του resort.

Και τώρα τι θα κάνει ο γέροντας; Στο περίφημο ποίημα του “ένας γέροντας στην ακροποταμιά” ο Σεφέρης λέει στον πρώτο στίχο “κι όμως τώρα πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε”

Ο παππούς έχει κερδίσει τη συμπαράσταση της κόρης του και θέλει να πορευτεί προς το δρόμο των εγγονιών του, που φεύγοντας πάλι για το Λονδίνο, έσκυψαν και του είπαν στο αυτί “παππού μην το δώσεις το σπίτι εδώ, περνάμε τις πιο όμορφες μέρες μας”.

Γιατί το μέλλον είναι οι όμορφες μέρες, γιατί το μέλλον είναι τα παιδιά, γιατί το μέλλον είναι η θάλασσα που είναι όμορφη μόνο όταν ανήκει σε όλους, όπως λέει ο γέροντας στην κόρη του.

Ποιος θα νικήσει; Ο Δαβίδ ή ο Γολιάθ; Και για πόσο;

Συνέχεια επί της οθόνης όπου από την Πέμπτη 3 Σεπτέμβρη, θα προβάλλεται αυτή υπέροχη Ιταλική ταινία με την οποία θα κλείσει πανηγυρικά νομίζω, η καλοκαιρινή σεζόν για την Weird Wave.

H ιστορία είπαμε είναι πέρα για πέρα αληθινή και ο παππούς είναι ο Γκιουζέππε Ιγνάσιο Λόι, ένας 84χρονος βοσκός από τη Σαρδηνία, ερασιτέχνης, που τον ανακάλυψε ο σκηνοθέτης Ρικάρντο Μιλάνι.Υποδύεται τον πεισματάρη Εφίζιο Μούλας, δηλαδή τον Οβίδιο Μάρας, όπως είναι το όνομα του πραγματικού βοσκού που εναντιώθηκε για χρόνια σε μια ανάλογη κατασκευαστική και πέθανε πέρσι σε ηλικία 93 ετών.

Τον Ρικάρντο Μιλάνι δεν τον γνώριζα ως τώρα, αλλά αξίζει συγχαρητήρια, γιατί νομίζω είναι εξαιρετικά δύσκολο, αληθινό επίτευγμα να θίγεις ένα θέμα φλέγον, καθοριστικό, πανανθρώπινο χωρίς να χρησιμοποιείς ούτε τρομοκρατικά Chi Fi ούτε συνωμοτικά θρίλερ, ούτε απλουστευτικά κωμειδύλλια.

Με χιούμορ τόσο- όσο, χιούμορ όπου γελάς από την πρώτη σκηνή δηλαδή, αλλά χιούμορ που σε αφήνει να αναπνεύσεις και να δεις το σκοτεινό βάθος της εποχής που ζούμε. Ηθοποιοί εξαιρετικοί και ο κοντοστούπης στριμμένος παππούς, κάτι το ασύλληπτο. Εγινε κατευθείαν σταρ και περπάτησε στην πασαρέλα της περίφημης εβδομάδας μόδας του Μιλάνου. Δήλωσε δε “στα 84 τα παρατάω όλα και γίνομαι ηθοποιός!” Τον αγαπώ!