Η ταινία μικρού μήκους του Γιάννη Καρπούζη σε σενάριο Άκη Κλαμούρη και Κωστή Πλεύρη, «Αρκάνσας», που κάνει αύριο πρεμιέρα στο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας είναι ένα δείγμα του πως μπορεί ο σύγχρονος κινηματογράφος να είναι πολιτικός χωρίς να χάνει τη μαγεία και το χιούμορ του.
Ο Θέμης και η Μπέτυ, συνάδελφοι σε ένα μαρμαράδικο, επισκέπτονται Σαββατόβραδο το νυχτερινό κέντρο «Αρκάνσας» για να ακούσουν τον διάσημο τραγουδιστή που λατρεύουν. Μέσα σε αυτό το γιορτινό κλίμα, ο Θέμης σκοπεύει να δείξει στην Μπέτυ το ενδιαφέρον του γι’ αυτήν. Οι ώρες όμως περνούν και ο διάσημος τραγουδιστής δεν βγαίνει, καθώς δεν εμφανίζεται ποτέ αν δεν γεμίσει το πρώτο τραπέζι. Οι υψηλοί καλεσμένοι αργούν και η αναμονή δημιουργεί ένταση στον χώρο.
«Με την πλήρη αδιαφορία της άρχουσας τάξης, οι «από κάτω», οι μη-προνομιούχοι, διεξάγουν έναν πόλεμο μεταξύ τους που απεικονίζεται σε κάθε λέξη, βλέμμα και φράση. Η ανάγκη των ηρώων να υποτιμήσουν και να απαξιώσουν τον συνομιλητή είναι χαρακτηριστική – σε κάθε σκηνή. Και εδώ είναι που παίρνουμε τα μεγάλα μαθήματα από τον Μπέργκμαν» λέει ο Γιάννης Καρπούζης στο tvxs.
Ο θεατής αισθάνεται πως το αίσθημα ασφυξίας που κορυφώνεται όσο ο κοινωνικός αυτοματισμός στο Αρκάνσας χτυπάει κόκκινο, είναι ένα αίσθημα γνώριμο, από τη γειτονιά του, τον εργασιακό του χώρο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο σκηνοθέτης φροντίζει ωστόσο την ίδια ώρα να εμφανίσει την κωμική πλευρά του πράγματος, αξιοποιώντας υφολογικά εργαλεία, με έντονη αναφορά στο «Mulholland Drive» του Ντέιβιντ Λιντς όπου ο γρίφος, η σάτιρα και ο ονειρικός κόσμος γίνονται ένα. Ο Γιάννης Καρπούζης, εικαστικός, σκηνοθέτης και παραγωγός, βραβευμένος για το ντοκιμαντέρ του «Νίκος Καρούζος – Ο δρόμος για το έαρ» μιλάει στο tvxs.gr με αφορμή τη νέα του ταινία η οποία είναι ενταγμένη στο διαγωνιστικό τμήμα της φετινής διοργάνωσης.

Πως προέκυψε η ιδέα του πρώτου τραπεζιού; Γνωρίζω ότι συνέβαινε σε σκυλάδικα της επαρχίας να περιμένουν το πρώτο τραπέζι για να βγει το πρώτο όνομα, αλλά συμβαίνει ακόμα;
Φυσικά και συμβαίνει ακόμα! Όχι μόνο στα σκυλάδικα αλλά και στα μεγάλα κέντρα. Πώς θα βγει η Βίσση και ο Ρέμος χωρίς το «πρώτο τραπέζι» να κάνει σαματά;
Η ιδέα ήρθε στους σεναριογράφους μας, τον Άκη Κλαμούρη και τον Κωστή Πλεύρη, μετά από μια βραδιά στη Σαλονίκη όπου ο Μάκης (Χριστοδουλόπουλος) άργησε να βγει στην πίστα δύο ώρες – καθώς στο πρώτο τραπέζι δεν ερχόταν κανείς. Όταν γέμισε ωστόσο, ο Μάκης βγήκε. Και ξεκίνησε με το «Απορώ με την καρδιά μου».
Τι σου άρεσε στην ιδέα του σεναρίου και το επέλεξες;
Η ταινία αυτή είναι πολύ διαφορετική από ότι άλλο έχω κάνει μέχρι τώρα ή από όσα δουλεύω στο παρόν. Συνεπώς πείστηκα, κυρίως, από την φιλία και την παρέα. Σκέφτηκα… ας φτιάξουμε ένα σκυλάδικο και ας φέρουμε όσους/ες αγαπάμε να το γεμίσουν. Κυρίως ανθρώπους της γενιάς μας. Έτσι θα χτίσουμε μια κιβωτό που θα μας πάει, όλους μαζί, στο μέλλον.

Έτσι μπήκαν στην κιβωτό φίλοι σας αλλά και γνωστοί ηθοποιοί. Η επιλογή πρωταγωνιστών όπως ο Μπακιρτζής κι ο Μπισμπίκης σημαίνουν από τη μεριά σου μια αναφορά στον Τσιώλη και τον Οικονομίδη; Γενικά με ποια κριτήρια έκανες το κάστινγκ;
Ναι σίγουρα! Ο Κωστής και ο Άκης που γράψανε το σενάριο έχουν μεγάλη αγάπη για τις ταινίες του Σταύρου (Τσιώλη) και του Γιάννη (Οικονομίδη). Νομίζω και ο ίδιος ο Γιάννης αγαπάει τις ταινίες του Σταύρου. Θέλαμε συνεπώς οι συντελεστές να έρχονται από αυτούς τους κινηματογραφικούς κόσμους με αναφορά βέβαια και στο μνημειώδες «Όλα είναι Δρόμος». Πέρα από τον Αργύρη και τον Βασίλη, την διεύθυνση φωτογραφίας υπογράφει ο Γιώργος Φρέντζος (Όλα είναι Δρόμος) και το μοντάζ ο Γιάννης Χαλκιαδάκης (Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς, Σπασμένη Φλέβα).
Να προσθέσω όμως ότι και εκτός των μετα-κινηματογραφικών λόγων, όσο διάβαζα το σενάριο, ήμουν βαθιά πεπεισμένος ότι ο Μπακιρτζής κι ο Μπισμπίκης ήταν τα μόνα κατάλληλα πρόσωπα να ερμηνεύσουν αυτούς τους ρόλους. Δεν ξέρω τί θα είχαμε κάνει αν δεν μας βοηθούσαν – και συνεπώς τους οφείλω μεγάλη ευγνωμοσύνη.

Οι θαμώνες δεν έχουν ακριβώς την εικόνα και το ύφος, ανθρώπων από το λαϊκά στρώματα, έγινε εσκεμμένα αυτό για κάποιον λόγο;
Πάντα έβλεπα το ΑΡΚΑΝΣΑΣ σαν έναν μαγικό – ονειρικό τόπο που βιώνεται μέσα από τον κύριο «Αφηγητή», που είναι η Μπέτυ (Ελεάνα Καυκαλά). Αν όλα αυτά υπάρχουν ή γεννιούνται μέσα στον ονειρόκοσμο της, είναι στον κάθε θεατή να το αποφασίσει.
Παρά τις αναφορές στους παραπάνω η κινηματογραφική σου γλώσσα με πήγε στον Ντέιβιντ Λιντς και ειδικά στο «Mulholland Drive». Πως κινήθηκες μέσα σου ώστε να καταλήξεις στην εικόνα, στην κινηματογράφηση;
Είναι η αγαπημένη μου ταινία. Και ίσως η καλύτερη ταινία (μυθοπλασίας μεγάλου μήκους) που έχει γυριστεί ποτέ. Ένα άλλο έργο βέβαια, που μας οδηγούσε διαρκώς, ήταν η Persona (Ίνγκμαρ Μέργκμαν). Οπότε, αναγκαστικά ανέτρεξα στις επιρροές μου κατά την κατασκευή του ΑΡΚΑΝΣΑΣ, όπως αντίστοιχα έχω τον Marker στο μυαλό μου όταν φτιάχνουμε δοκιμιακού και υβριδικού τύπου έργα.
Η αναμονή ως συνθήκη και τα όσα προκαλεί στους θαμώνες είναι κυρίαρχη στην ταινία. Θεωρείς πως ως κοινωνία είμαστε σε μια αναμονή ενός μεγάλου που δεν εμφανίζεται;
Φυσικά. Είμαστε καθηλωμένοι σε ένα καθεστώς αναμονής, με ένα μέλλον που βαλτώνει στους ερημότοπους της εποχής μας. Έτσι νιώθω τουλάχιστον από το 2010 και την κρίση. Είναι σαν να μπήκαμε, σε ένα χρονικό – ας πούμε – Μπαγιού. Όπως γράφει ο Γουίλιαμς στο Στόουνερ, αναμένουμε ένα ταξίδι που δεν έχουμε καμία όρεξη να κάνουμε, αλλά αισθανόμαστε μία παράξενη ανυπομονησία να ξεκινήσει.
Η ταξική διάσταση επίσης και οι σχέσεις εξουσίας είναι στο κέντρο της ταινίας. Από τον μεγάλο που δεν τον βλέπουμε σαν να πρόκειται για τον Θεό, έως το φάσμα της ιεραρχίας ανάμεσα στους καλλιτέχνες, ανάμεσα στους προϊσταμένους του μαγαζιού και τους υφισταμένους του, ανάμεσα στους προνομιούχους και μη πελάτες. Το Αρκάνσας είναι ένα σχόλιο κοινωνικό;
Ναι. Έτσι γράφτηκε από τους σεναριογράφους, με ξεκάθαρα πολιτικό και ταξικό σχολιασμό. Με την πλήρη αδιαφορία της άρχουσας τάξης, οι «από κάτω», οι μη-προνομιούχοι, διεξάγουν έναν πόλεμο μεταξύ τους που απεικονίζεται σε κάθε λέξη, βλέμμα και φράση. Η ανάγκη των ηρώων να υποτιμήσουν και να απαξιώσουν τον συνομιλητή είναι χαρακτηριστική – σε κάθε σκηνή. Και εδώ είναι που παίρνουμε τα μεγάλα μαθήματα από τον Μπέργκμαν.
Στην Ελλάδα τα ΜΜΕ που στηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χρημαδοτούνται από το ... κράτος. Tο tvxs.gr στηρίζεται στους αναγνώστες του και αποτελεί μια από τις ελάχιστες ανεξάρτητες φωνές στη χώρα. Mε μια συνδρομή, από 2.9 €/μήνα,ενισχύετε την αυτονομία του tvxs.gr και των δημοσιογραφικών του ερευνών. Συγχρόνως αποκτάτε πρόσβαση στα ντοκιμαντέρ και το περιεχόμενο του 24ores.gr.
Δες τα πακέτα συνδρομών >


