Την κινηματογραφική της πρεμιέρα κάνει την Πέμπτη το ντοκιμαντέρ του Στέλιου Κούλογλου «Γεννημένος δυο φορές». Είναι μια συγκινητική ιστορία για τη μνήμη, τη συγχώρεση, τη φιλία και τη αγάπη ενός ανθρώπου για τη ζωή.

Ads

Στα δύο Φεστιβάλ που έχει παρουσιαστεί, κέρδισε το βραβείο καλύτερης ταινίας μεγάλου μήκους, φωτογραφίας και μουσικής στην Ιεράπετρα και το βραβείο που απονέμεται από τους  φοιτητές στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Ads

“Μας άλλαξε τη ζωή” αιτιολόγησε τη βράβευση η κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ.

Ads

Η πρεμιέρα θα γίνει Cinobo – Οπερα. Ακαδημίας 57 Πέμπτη 15/10 στις 21.00. Μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση με τους συντελεστές του φιλμ.

Ads

Προβολές: Cinobo-Οπερα. Παρασκευή- Σάββατο- Κυριακή στις 6μμ

Περισσότερες πληροφορίες για το ντοκιμαντέρ: https://borntwice.tvxs.gr/

Η ταινία προβλήθηκε σε μια ειδική βραδιά στις Βρυξέλλες. Ο πρωταγωνιστής, ο 94χρονος Σιμον Γκρονόφσκι, έπαιξε μετά την προβολή τζαζ με το γκρουπ του (όπως φαίνεται στην κεντρική φωτογραφία).

Η Βούλα Καγιάσα έγραψε στο περιοδικό Newsville των Βρυξελλών:

Στις 8 Δεκεμβρίου 2025 είχα την τιμή και τη χαρά να βρεθώ ανάμεσα σε φίλους και θαυμαστές του Στέλιου Κούλογλου, στις Βρυξέλλες και στο ιστορικό Cinema Vendôme, για την avant-première του νέου του ντοκιμαντέρ, Naître 2 fois – Γεννημένος 2 φορές.

Η ιδέα γεννήθηκε πριν από τρία χρόνια, όταν ένα άρθρο για τον 94χρονο σήμερα Simon Gronowski τράβηξε την προσοχή του έμπειρου σκηνοθέτη. Ο Gronowski, κατά την περίοδο της πανδημίας, έπαιζε πιάνο στο ανοιχτό παράθυρο του σπιτιού του στις Βρυξέλλες, χαρίζοντας ανάσα αισιοδοξίας στους περαστικούς.

Η λαχτάρα του για ζωή ελεύθερη και άξια διεκδίκησης αποκτά ειδικό βάρος όταν γνωρίσει κανείς την αρχή της ιστορίας του: παιδί εβραϊκής οικογένειας, διέφυγε από το ναζιστικό τρένο που μετέφερε εκείνον και τη μητέρα του σε στρατόπεδο εξόντωσης χάρη στην απεγνωσμένη αλλά ηρωική κίνηση της μητέρας του, η οποία τον ώθησε να πηδήξει από το κινούμενο βαγόνι.

Ο τίτλος Naître 2 fois δεν είναι τυχαίος. Ο πρωταγωνιστής πορεύτηκε με την ακλόνητη πεποίθηση πως «η μητέρα μου δε με γέννησε για δεύτερη φορά για να ζήσω δυστυχισμένος· της οφείλω να είμαι χαρούμενος». Ο χρόνος και ο πόνος δεν τον εγκλώβισαν· τον διαμόρφωσαν δίνοντάς του τη δύναμη να αντισταθεί στην τραγική μοίρα.

Ο Στέλιος Κούλογλου δεν περιορίζεται στην κινηματογραφική αφήγηση της βαριάς ιστορίας ενός παιδιού που επέζησε του Ολοκαυτώματος, ούτε στην αναπαραγωγή των ήδη γνωστών ιστορικών στοιχείων της ναζιστικής περιόδου. Αντιθέτως, στρέφει το βλέμμα στην ενήλικη ταυτότητα του Gronowski, στη συγκρότηση της προσωπικότητάς του και στον τρόπο με τον οποίο διαμόρφωσε μια φιλοσοφία ζωής που υπερβαίνει το τραύμα.

Το ντοκιμαντέρ φωτίζει επίσης τη συγκλονιστική φιλία του με τον Koenraad Tinel, γιο ενός διαβόητου Βέλγου δωσίλογου, θέτοντας στο προσκήνιο τις αντιφατικές μνήμες που βαραίνουν και τους δύο άνδρες: ο ένας κουβαλώντας την οικογενειακή ενοχή, ο άλλος την απώλεια από την οικογενειακή τραγωδία. Μια φιλία όπου η προσωπική αλήθεια υπερβαίνει τους ρόλους θύτη και θύματος.

Αυτός ο σπουδαίος άνθρωπος, σύμβολο για τους Βέλγους, επέλεξε όχι μόνο να ανοίξει χώρο στην καρδιά του για να λυτρώσει από την ενοχή όσους κουβαλούσαν την κληρονομιά του ναζιστικού παρελθόντος, αλλά βρήκε τη δύναμη να συγχωρήσει και πρόσωπα συνδεδεμένα με τις σκοτεινές σελίδες εκείνης της εποχής.

Τα εξαιρετικά πλάνα, που εναλλάσσονται ανάμεσα στις γειτονιές των Βρυξελλών και σε ένα σχεδόν δυστοπικό τοπίο το οποίο ζωντανεύει μέσα από τα εμπνευσμένα σκίτσα του Koenraad Tinel, συνθέτουν εικόνες όπου το κάδρο μετατρέπεται σε αφήγηση από μόνο του. Την ευαίσθητη σκηνοθετική ματιά συνοδεύει άξια η πρωτότυπη μουσική του καταξιωμένου συνθέτη Παναγιώτη Καλαντζόπουλου.

Όλα αυτά δημιουργούν μια κινηματογραφική εμπειρία, η οποία δικαίως απέσπασε το θερμό χειροκρότημα όσων είχαμε την τύχη να την ζήσουμε, παρουσία του Gronowski και του σκηνοθέτη Στέλιου Κούλογλου.

Ακολούθησε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με το κοινό, από την οποία ο Στέλιος Κούλογλου ήθελε να πάρει ιδέες και feedback για την τελική κόπια της ταινίας του. Η βραδιά έκλεισε με τζαζ νότες στο πιάνο από τον ίδιο τον Gronowski, συνοδεία της μπάντας του.

Η διοργάνωση της προβολής έγινε από τον Paul Emile Dupret και το Buen Vivir.

«La vie est belle. Πρέπει να ζήσεις ευτυχισμένος». Simon Gronowski