Η νέα γαλλική δραματική ταινία Την Έλεγαν Μαρία (Being Maria) της σκηνοθέτιδας Τζέσικα Παλούντ έρχεται να φωτίσει μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας του κινηματογράφου, αφηγούμενη την ιστορία της ηθοποιού Μαρίας Σνάιντερ μετά τα τραυματικά γεγονότα στα γυρίσματα της ιστορικής (για όλους τους λάθος λόγους) ταινίας Το Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι.

Ads

Το Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι (1972), σε σκηνοθεσία Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, συγκλόνισε το κοινό όχι μόνο για τις τολμηρές σκηνές αλλά κυρίως για ένα αποτρόπαιο παρασκήνιο: τον ψυχολογικό και σεξουαλικό εξαναγκασμό της 19χρονης τότε Μαρίας Σνάιντερ από τον 48χρονο Μάρλον Μπράντο, με συνένοχο τον σκηνοθέτη, ο οποίος επέλεξε να δημιουργήσει μια εμβληματική σκηνή τύπου «σινεμά βεριτέ», παρά να προστατέψει την νεαρή πρωταγωνίστρια από μια πράξη βιασμού που απλώς «καταγράφηκε από τις κάμερες».

Ads

Η διαβόητη «σκηνή με το βούτυρο», όπως έγινε γνωστή, δεν υπήρχε στο σενάριο και αποκαλύφθηκε δεκαετίες αργότερα πως η νεαρή ηθοποιός δεν είχε ενημερωθεί για το τι θα συνέβαινε. Ήταν μια προμελετημένη πράξη ταπείνωσης που η ίδια χαρακτήρισε «βιασμό» – ψυχολογικό και σωματικό.

Ads

Ο Μπερτολούτσι παραδέχτηκε δημόσια το 2013 ότι είχε σχεδιάσει την «αυθόρμητη» σκηνή ερήμην της Σνάιντερ, με σκοπό «να προκαλέσει την αντίδρασή της ως γυναίκα, όχι ως ηθοποιό».

Ads

Η Μαρία Σνάιντερ δεν ξεπέρασε ποτέ το τραύμα αυτό: Οδηγήθηκε σε κατάρρευση, απόπειρες αυτοκτονίας, εξάρτηση από ναρκωτικά και απομόνωση από τον κινηματογραφικό χώρο.

«Ένιωσα ότι με βίασαν», δήλωνε μέχρι το τέλος της ζωής της, το 2011 — ένα τέλος σιωπηλό για μια γυναίκα που το σύστημα κατασπάραξε για χάρη της «τέχνης».

Η νέα λοιπόν ταινία, βασισμένη, σε γενικές γραμμές, στα απομνημονεύματα της ξαδέλφης Βανέσα Σνάιντερ My Cousin Maria Schneider, τολμά να αντιμετωπίσει το δύσκολο δίλημμα της αναπαράστασης της κακοποίησης στην οθόνη. Η σκηνοθέτις Παλούντ επιλέγει να αναπαραστήσει την επίμαχη σκηνή, μια απόφαση που σκοπό έχει να εγείρει σημαντικά ηθικά ερωτήματα για τα όρια μεταξύ καλλιτεχνικής έκφρασης και εκμετάλλευσης.

Η Αναμαρία Bαρτολομέι, στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Μαρίας Σνάιντερ, προσφέρει μια συγκλονιστική ερμηνεία που αποτυπώνει με εξαιρετική ευαισθησία το ψυχολογικό τραύμα της 19χρονης τότε ηθοποιού. Σε κοντινά πλάνα που κόβουν την ανάσα, η Βαρτολομέι μεταφέρει στην οθόνη όλο το φάσμα των συναισθημάτων – από το σοκ και τη δυσφορία μέχρι το φόβο και την ντροπή.

Ο Ματ Ντίλον, στο ρόλο του Μάρλον Μπράντο, αποδίδει με ακρίβεια την αμηχανία του διάσημου ηθοποιού μετά το περιστατικό, ενώ ο Τζουζέπε Μάτζιο ως Μπερνάρντο Μπερτολούτσι παρουσιάζει την αμετανόητη στάση του σκηνοθέτη που υπερασπίζεται τις καλλιτεχνικές του επιλογές.

Η ταινία δεν περιορίζεται στα γεγονότα του Το Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι, αλλά εξερευνά σε βάθος τη δεκαετία που ακολούθησε στη ζωή της Σνάιντερ. Μέσα από μια ατμοσφαιρική αφήγηση, παρακολουθούμε την πάλη της με τον εθισμό, τις νύχτες στα κλαμπ και τις εμπειρίες της σε άλλα κινηματογραφικά πλατό.

EPA/ANGEL MEDINA G.

Η μουσική του Μπενζαμέν Μπιολέ, αν και κατά στιγμές υπερβολικά συναισθηματική, πλαισιώνει μια κατά τα άλλα νηφάλια προσέγγιση στην ιστορία. Η ταινία επιτυγχάνει να μεταφέρει την αίσθηση μιας γυναίκας που περιπλανιέται σαν υπνωτισμένη στη ζωή της, προσπαθώντας διαρκώς να ξυπνήσει από τον εφιάλτη.

Παρά την περιπλανώμενη φύση της αφήγησης, που ίσως κάνει τις ψυχολογικές επιπτώσεις να φαίνονται κάπως διάσπαρτες, το Being Maria καταφέρνει να παρουσιάσει ένα δυνατό πορτρέτο μιας γυναίκας που παλεύει να επανακτήσει τον έλεγχο της ζωής της μετά από ένα βαθύ τραύμα το οποίο καθόρισε όλη την υπόλοιπη ζωή της.


Η συνέντευξη με την Αναμαρία Bαρτολομέι

Η ΕΡΤ δημοσίευσε συνέντευξη με την ηθοποιό Αναμαρία Bαρτολομέι, στον δημοσιογράφο Αλέξανδρο Ρωμανό Λιζάρδο, η οποία, όπως τονίζεται, παραλληλίζει με σεβασμό και ευαισθησία τη δική της εμπειρία στην ταινία με τα γεγονότα που περιγράφονται, και αναφέρεται στα όρια της τέχνης, την ανάγκη προστασίας των ηθοποιών και τη σημασία της συναίνεσης.

Actor Anamaria Vartolomei. (EPA/SEBASTIEN NOGIER)

Κάτι που βρίσκω πολύ ενδιαφέρον στην ερμηνεία σου και στην ίδια την ταινία είναι πως υπάρχει σαφής τοποθέτηση για τη σημασία των ορίων στην τέχνη. [Με αυτό ως παράδειγμα] συνειδητοποιούμε πόσο επώδυνη ήταν αυτή η εμπειρία για τη Μαρία, καθώς της άλλαξε ολόκληρη τη ζωή. Ποια είναι η άποψή σου για τα όρια στην τέχνη;

Ο καθένας έχει τα δικά του όρια. […] Αυτό που προσπαθήσαμε να δείξουμε είναι ότι κανείς, πέρα από τον σκηνοθέτη, δεν είχε την εξουσία να σταματήσει μια σκηνή. [Ευτυχώς] αυτό σήμερα έχει αλλάξει. Πλέον βλέπουμε την ομάδα που συμμετέχει σε ένα γύρισμα ως συλλογικότητα, ενώ τότε όλα εξαρτιόνταν από τον σκηνοθέτη. Η μορφή μιας «δημιουργικής ιδιοφυΐας» που είχε απόλυτη εξουσία αρχίζει να υποχωρεί.

Πέρυσι, πολλές ενωμένες Γαλλίδες (σ.σ. κυρίως ακτιβίστριες) ακύρωσαν προβολές της ταινίας «Το Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι» στην Ταινιοθήκη, δηλώνοντας πως μια ταινία που περιέχει πραγματικό βιασμό δεν πρέπει να προβάλλεται. Ποια είναι η άποψή σου;

Πιστεύω πως όλες οι ταινίες μπορούν να προβάλλονται χωρίς απαγορεύσεις, αλλά πρέπει να τίθενται μέσα στο σωστό πλαίσιο. Δεν είμαι υπέρ της λογοκρισίας. Κάθε έργο τέχνης έχει δικαίωμα να παρουσιαστεί, αλλά με τη σωστή πληροφόρηση και τοποθέτηση στο ιστορικό και κοινωνικό του πλαίσιο.

Όταν γυρίσατε εκείνη τη σκηνή του πραγματικού βιασμού – που για πολλούς είναι αβάσταχτη ακόμα και να τη δουν, γνωρίζοντας τι συνέβη στη Μαρία– νιώσατε στήριξη από την ομάδα της ταινίας;

Ναι, απολύτως. Όλοι είχαν επίγνωση του τι είχε συμβεί στη Μαρία. Ακόμα και ο Ματ Ντίλον (υποδύθηκε τον Μάρλον Μπράντο, που στην πραγματικότητα βίασε κατόπιν συμφωνίας με τον σκηνοθέτη τη Μαρία Σνάιντερ), όταν τελείωσε η σκηνή, είπε «Δεν μπορώ να φανταστώ πώς ο Μάρλον Μπράντο το έκανε αυτό».

Πολλοί από το συνεργείο, με την ολοκλήρωση της σκηνής, έβαλαν τα κλάματα από την πίεση. Ήταν κάτι πολύ έντονο για όλους μας. Αλλά ήταν σημαντικό να αναπαραστήσουμε αυτό που συνέβη — όχι με την έννοια της αναπαραγωγής, αλλά της ανακατασκευής.

Εγώ είχα πλήρη γνώση και συναίνεση όταν γύρισα τη σκηνή (σ.σ. κάτι που δεν είχε η Σνάιντερ). Ειδικά για αυτή τη σκηνή, είχαμε «συντονιστή οικειότητας», η σκηνή στη συνέχεια «χορογραφήθηκε». Αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει αν δεν είχαμε μια σκηνοθέτιδα που δεν ήταν χειριστική, σε αντίθεση με τον Μπερτολούτσι που πρόδωσε τη Μαρία.

Είναι ενδιαφέρον ότι η σκηνοθέτριά σου είχε συνεργαστεί με τον Μπερτολούτσι. Συζήτησε ποτέ μαζί του αυτό το περιστατικό;

Όχι, δεν νομίζω. Ήταν μόλις 19 ετών και ασκούμενη στα γυρίσματα (σ.σ. η Jessica Palud δούλευε στην εύρεση τοποθεσιών για την ταινία του Μπερτολούτσι «Οι Ονειροπόλοι»). Είχε ακούσει την ιστορία (της Σνάιντερ), αλλά κανείς δεν μιλούσε ανοιχτά τότε.

Αν είχες την ευκαιρία να συναντήσεις τη Μαρία Σνάιντερ και να της μιλήσεις μετά από όλη αυτή την εμπειρία, τι θα της έλεγες;

Δεν νομίζω πως θα της έλεγα πολλά. Θα της προσέφερα έναν ασφαλή χώρο για να μιλήσει. Γιατί σε όλη της τη ζωή την είχαν φιμώσει. Θα της έδειχνα ότι μπορώ να την ακούσω χωρίς να την κρίνω. Ότι καταλαβαίνω τι πέρασε.

Τι θα ήθελες το ελληνικό κοινό να κρατήσει από αυτή την ταινία;

Θέλω να τους πω ότι υποδύομαι τη Μαρία στην ταινία «Την Έλεγαν Μαρία». Ελπίζω να σας αγγίξει η ταινία και να ακούσετε τη φωνή της Μαρίας, να τη νιώσετε και να την κατανοήσετε.

Ανάμεσα στη συζήτησή μας, η Αναμαρία Βαρτολομέι ξεκαθάρισε τη θέση της σε σχέση με τις επιλογές των ηθοποιών που επιθυμούν να ξεπερνούν τα όρια για να υποστηρίξουν την τέχνη τους:

«Αν κάποιος θέλει να συμμετέχει σε κάτι τέτοιο, πρέπει να είναι απόλυτα σίγουρος (και ενήλικος). Το πιο σημαντικό είναι η συναίνεση. […] Πρέπει να υπάρχει προστασία. [Αν επιλέξουν να κάνουν μια σκηνή με σωματική επαφή] Είναι το σώμα τους, η επιλογή τους — αλλά μόνο όταν είναι σε θέση να αποφασίσουν συνειδητά», θα πει.