Ο William Orbit, ο Βρετανός μουσικός και παραγωγός που συνέδεσε το όνομά του με μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές ποπ κυκλοφορίες των τελευταίων δεκαετιών, πέθανε σε ηλικία 69 ετών, όπως γνωστοποιήθηκε την Παρασκευή.

Ads

Η είδηση έγινε γνωστή μέσω ανακοίνωσης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, την οποία υπέγραψαν συγγενείς και φίλοι του. Σύμφωνα με αυτή, ο Orbit πέθανε στο σπίτι του στις 23 Ιουλίου.

Ads

«Θα μας λείψει πολύ, όπως και σε τόσους ανθρώπους των οποίων τη ζωή άγγιξε μέσα από τη μουσική, τη φιλία και την καλοσύνη του», αναφέρεται στην ανακοίνωση. Η αιτία θανάτου δεν γνωστοποιήθηκε.

Ads

Ο Orbit έμεινε περισσότερο γνωστός για τη συνεργασία του με τη Madonna στο άλμπουμ Ray of Light του 1998, έναν δίσκο που θεωρείται σήμερα από πολλούς το κορυφαίο έργο της καριέρας της.

Ads

Ο ιδιαίτερος ήχος του, που συνδύαζε trip-hop, jungle, techno, trance, ηλεκτρονικούς πειραματισμούς και ακουστικά όργανα, βοήθησε τη Madonna να επαναπροσδιορίσει ριζικά τη μουσική της ταυτότητα.

Από τη συνεργασία τους προέκυψαν τραγούδια όπως τα Frozen, The Power of Goodbye και το ομώνυμο Ray of Light.

Ο δίσκος γνώρισε πολυπλατινένιες πωλήσεις σε όλο τον κόσμο και χάρισε στη Madonna τρία από τα πέντε Grammy για τα οποία ήταν υποψήφια το 1999.

Η ίδια είχε περιγράψει τον Orbit ως «μια ολοκληρωτικά τρελή ιδιοφυΐα», θυμούμενη ότι συχνά του έδινε απλώς μια μελωδία ή μια ιδέα και τον άφηνε να πειραματιστεί μόνος του στο στούντιο.

«Μερικές φορές πήγαινε προς την κατεύθυνση που ήθελα και άλλες φορές έστριβε κάπου εντελώς διαφορετικά», είχε πει.

Ο Orbit επέστρεψε αργότερα σε συνεργασίες μαζί της στα άλμπουμ Music και MDNA, ενώ είχε αναλάβει και δύο ιδιαίτερα επιτυχημένα τραγούδια από κινηματογραφικά soundtrack, το «Beautiful Stranger» και τη διασκευή του «American Pie».

Μόλις φέτος είχε δηλώσει για τη Madonna: «Θα αγαπώ πάντα αυτή τη γυναίκα. Πραγματικά. Εκείνη δημιούργησε την καριέρα μου».

Από τους Blur στους All Saints και τους U2

Η δουλειά του, ωστόσο, απλώθηκε πολύ πέρα από τη Madonna.

Το 1999 ανέλαβε την παραγωγή του 13 των Blur, ενός από τα πιο τολμηρά και συναισθηματικά φορτισμένα άλμπουμ του συγκροτήματος.

Ο Ντέιμον Άλμπαρν είχε χαρακτηρίσει αργότερα τον Orbit «ψυχίατρο» του δίσκου, στον οποίο περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων τα «Tender» και «Coffee & TV».

Ο Orbit υπέγραψε επίσης δύο από τα πιο αγαπημένα τραγούδια των All Saints, τα Pure Shores και Black Coffee, που ανέβηκαν και τα δύο στο Νο 1 των βρετανικών charts.

Συνεργάστηκε ακόμη με καλλιτέχνες όπως οι U2, Pink, Britney Spears, Robbie Williams, Melanie C, No Doubt, Chris Brown και Katie Melua.

Για τους U2 παρήγαγε τα Electrical Storm και The Hands That Built America, ενώ συνεργάστηκε με τον Beck στο Feel Good Time της Pink.

Παράλληλα διατηρούσε έντονη προσωπική δισκογραφική παρουσία. Η ηλεκτρονική διασκευή του στο Adagio for Strings του Σάμιουελ Μπάρμπερ, ενισχυμένη από το trance remix του Φέρι Κόρστεν, έφτασε στο βρετανικό Top 5 το 1999.

Η επιτυχία ήρθε αργά

Ο William Orbit γεννήθηκε ως William Wainwright το 1956 και μεγάλωσε στο βόρειο Λονδίνο, σε οικογένεια εκπαιδευτικών.

Εγκατέλειψε το σχολείο στα 16 του και πέρασε τα νεανικά του χρόνια σε ένα αντισυμβατικό περιβάλλον, ζώντας για ένα διάστημα σε κατάληψη και κάνοντας περιστασιακές χαμηλόμισθες δουλειές.

Το 1980 δημιούργησε το ηλεκτρονικό και ambient σχήμα Torch Song, ενώ αργότερα απέκτησε σημαντική εμπειρία στην ηλεκτρονική παραγωγή και τα remix.

Η μεγάλη εμπορική επιτυχία ήρθε σχετικά αργά, όταν πλέον βρισκόταν στα 40 του, αλλά μέσα σε λίγα χρόνια εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο περιζήτητους και αναγνωρίσιμους παραγωγούς της εποχής.

Συνέχισε να κυκλοφορεί προσωπικά άλμπουμ μέχρι τα τελευταία χρόνια, με πιο πρόσφατο το The Painter του 2022.

Τα τελευταία χρόνια είχε μιλήσει ανοιχτά και για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε με τη χρήση ουσιών, περιγράφοντας μια περίοδο έντονης κατανάλωσης κάνναβης, LSD, μανιταριών, MDMA, κοκαΐνης και κωδεΐνης, η οποία είχε οδηγήσει σε ψυχωτικό επεισόδιο και νοσηλεία. Όπως είχε πει αργότερα, κατάφερε να επανέλθει όταν οι ουσίες έφυγαν από τον οργανισμό του.

Ο William Orbit αφήνει πίσω του μια πολύ ιδιαίτερη μουσική κληρονομιά: υπήρξε ένας από τους ανθρώπους που κατάφεραν να μεταφέρουν τον πειραματισμό της ηλεκτρονικής μουσικής στον πυρήνα της mainstream ποπ, χωρίς να αφαιρούν από αυτή τη μελωδία ή το συναίσθημα.

Και για μια ολόκληρη γενιά ακροατών, ο ήχος του παραμένει άμεσα αναγνωρίσιμος από τις πρώτες κιόλας νότες.