Η ομιλία της Νατάσσας Μποφίλιου δόθηκε στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Ακούς τα τραγούδια τους… Άκου και τη φωνή τους!», την οποία διοργάνωσε η πολιτική ομάδα της Αριστεράς (The Left) στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με πρωτοβουλία του αντιπροέδρου της, ευρωβουλευτή Κώστα Αρβανίτη.

Ads

Καλησπέρα σας και ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση.

Ads

Βρίσκομαι εδώ και με την ιδιότητα μου ως γραμματέας του οργανισμού συλλογικής διαχείρισης ΕΡΑΤΩ, αλλά και ως πρόεδρος του σωματείου τραγουδιστών.

Ads

Σήμερα όμως θα σας μιλήσω με την ιδιότητα μου ως καλλιτέχνης που ζει και εργάζεται σε αυτήν την ψηφιακή εποχή, την εποχή της πλατφόρμας και της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Ads

∆ιάβασα πριν από κάποια χρόνια ένα βιβλίο του Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν, που λεγόταν «Η κοινωνία της παρηγοριάς».

Αυτό το βιβλίο με έβαλε σε μεγάλες σκέψεις, που δεν έχουν πάψει μέχρι σήμερα να με απασχολούν.

Το βιβλίο πραγματεύεται τον σύγχρονο άνθρωπο που υποβάλει τον εαυτό του σε εθελοντική εξάντληση από την κατάχρηση της θετικότητας. ‘Ο σύγχρονος σκλάβος έχει σε μεγάλο βαθμό επιλέξει ο ίδιος την υποδούλωση του.’ Αναφέρει μεταξύ άλλων.

Όταν το διάβαζα σκέφτομουν πόσο μεγάλο γίνεται το τραύμα , που οδήγει τη ζωή μας στην κενότητα της επιβίωσης, όταν ο άνθρωπος, όλο και πιο πολύ, παυσιπονεί.

Προσπαθεί μόνο να απομακρύνει τη ζωή του από οποιαδήποτε διαδικασία πόνου και εμβάθυνσης, διαδικασίες που τον οδηγούν στην αυτογνωσία και τον βοηθούν να αποκτήσει τη συνειδητότητα και την ευελιξία που χρειάζεται για να αντεπεξέλθει σε μια ζωή με ουσιαστικό νόημα.

Η τέχνη έρχεται εκεί ακριβώς ως φάρος να τον παρηγορήσει, χωρίς, όμως, να τον απομακρύνει από τον πόνο. Φωτίζει το συναίσθημα και τον οδηγεί σ’ αυτήν την εξελικτική διαδρομή.

Αφού και η ίδια η τέχνη παράγεται μέσα από διαδικασίες επίπονες. Από εσωτερικό σκάψιμο και αναζήτηση. Σκέφτεσαι, νιώθεις, δημιουργείς, πετάς, εγκαταλείπεις, απογοητεύεσαι, εκφράζεσαι. Όλα αυτά είναι που σε κάνουν να σηκώνεσαι και να ξαναρχίζεις.

Και ίσως αυτή ακριβώς να είναι η διαδικασία που χρειάζεται για να παράξεις κάτι που θα μπορέσει κάποτε να παρηγορήσει έναν άνθρωπο και, σε πολλές περιπτώσεις, μια ολόκληρη κοινωνία.

Είναι ελαφρώς παράδοξο πως το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό, όταν έλαβα αυτή την πρόσκληση να πω δυό λόγια σήμερα, ήταν ακριβώς αυτή η ανθρώπινη αξία της προσπάθειας και της διαδικασίας.

Αυτά τα δύο που ακυρώνονται, σχεδόν από τα παρασκήνια, με την είσοδο της Τεχνητής Νοημοσύνης στη δημιουργία.

∆εν σκέφτηκα πρώτα το προφανές, δηλαδή το δικαίωμα του καλλιτέχνη να διαφυλάξει το πρόσωπό του, τη φωνή του, την εργασία του.

Σκέφτηκα την ανάγκη να διαφυλάξει το δικαίωμά του, και μαζί το δικαίωμα όλων μας, στον προσωπικό κόπο και στον προσωπικό του πόνο για να δημιουργήσει. Το δικαίωμά του να φτιάξει κάτι αποτυχημένο, που καμία μηχανή δεν θα διορθώσει και δεν θα μετατρέψει σε κάτι αψεγάδιαστο.

Ίσως μου βγήκε αβίαστα ως πρώτη σκέψη γιατί ακριβώς αυτό είναι, για μένα, η πεμπτουσία της τέχνης. Το λάθος.

Η βαθιά ανθρώπινη αδυναμία που σε συγκινεί και σε μαθαίνει. Που σε κάνει να αισθάνεσαι κοντά στον άλλον.

Ο καπιταλισμός αρέσκεται στην απανθρωποποίηση με σκοπό το κέρδος. Λατρεύει την ευκολία, την ταχύτητα, όσα καταναλώνονται γρήγορα και γεννούν αμέσως νέες ανάγκες. Λειτουργεί, ως σύστημα, στην αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη της δημιουργίας.

Μέχρι την Τεχνητή Νοημοσύνη, το σύστημα απομυζούσε και απομυζεί το ανθρώπινο δημιουργικό δυναμικό του. Τώρα ετοιμάζεται να μην το έχει καθόλου ανάγκη.

Είναι τέτοιος ο θησαυρός της τέχνης που έχει δημιουργήσει ιστορικά η ανθρωπότητα, ώστε μια μηχανή μπορεί να αντλεί, από οτιδήποτε πεπραγμένο, ανεξάντλητο υλικό για νέα παραγωγή, αλλάζοντας απλώς εντολές και συνδυασμούς.

Να παράγει, ληστεύοντας τον κόπο και τον πόνο των δημιουργών. Τους ήχους τους. Τις φωνές τους. Τα χαρακτηριστικά τους. Τον τρόπο με τον οποίο έμαθαν να κοιτάζουν τον κόσμο.

Να παράγει μια τέχνη άμεσης κατανάλωσης, που δεν προλαβαίνει να ριζώσει και δεν καλύπτει πραγματικά την ανάγκη για την οποία γεννήθηκε: την επαφή με τον εσωτερικό μας κόσμο, τη συλλογικότητα, τη συνύπαρξη, την ανύψωση του φρονήματος.

Υποθέτω, με τις πενιχρές μου γνώσεις καφενείου, ότι δεκάδες επιτεύγματα θα φέρει η Τεχνητή Νοημοσύνη στην ανθρωπότητα. Σε τομείς όπως η υγεία, η επιστήμη και αλλού.

Όμως, είμαι εδώ ως καλλιτέχνης και σε κάτι τόσο βαθιά ατελές και ανθρώπινο όσο η τέχνη, αναρωτιέμαι πόσο χώρο μπορεί πραγματικά να έχει το τέλειο, το άψυχο, το μηχανικό, το τεχνητό.

Κανείς δεν μας ρώτησε εμάς τους καλλιτέχνες πώς νιώθουμε με την Τεχνητή Νοημοσύνη.

Βρεθήκαμε ξαφνικά να τρέχουμε πίσω από έναν αγώνα ήδη τετελεσμένο και συμφωνημένο χωρίς εμάς.

Να τρέχουμε διεκδικώντας τα αυτονόητα. Την ανάγκη να προστατευτούν τα πνευματικά και συγγενικά δικαιώματά μας. Η εργασία μας. Η επιβίωσή μας. Το δικαίωμά μας στη συναίνεση. Το δικαίωμα να γνωρίζουμε πού, πώς και για ποιον σκοπό χρησιμοποιείται το έργο μας. Το δικαίωμα στη διαφάνεια. Το δικαίωμα στην αμοιβή.

Όλα αυτά έχουν παρακαμφθεί στον βωμό του κέρδους, της ισχύος πανίσχυρων εταιρειών, της ανεξέλεγκτης επιβολής τους και μιας παράξενης, σχεδόν αυτονόητης, αίσθησης ότι τους ανήκουμε. Ότι μπορούν να χρησιμοποιούν τις φωνές μας, τα πρόσωπά μας, τα έργα μας, σαν να είμαστε καλοκάγαθες μαριονέτες ενός κόσμου που έχει ήδη αποφασιστεί χωρίς εμάς.

Ανεξάρτητα από τις προσωπικές απόψεις και το ιδεολογικό υπόβαθρο του καθενός, η Τεχνητή Νοημοσύνη ανησυχεί. Και ανησυχεί όλο και περισσότερο.

Τους οργανισμούς μας, σίγουρα.

Κρίνουμε ότι η υπάρχουσα νομοθεσία είναι τουλάχιστον ανεπαρκής και σε μεγάλο βαθμό, δεν έχει ουσιαστική εφαρμογή στην πράξη.

Παλεύουμε χρόνια και θα συνεχίσουμε να παλεύουμε για τα δικαιώματά μας. Συλλογικά και ατομικά.

Θα μας βρίσκει απέναντι οτιδήποτε καταπατά την αξία, την επιβίωση και την υπαρξιακή ταυτότητα του καλλιτέχνη.

Γιατί τελικά δεν μιλάμε μόνο για το αν ένας άνθρωπος θα συνεχίσει να αμοίβεται για τη δουλειά του. Μιλάμε για το αν θα συνεχίσουμε να θεωρούμε σημαντικό το γεγονός ότι πίσω από ένα έργο υπάρχει ένας άνθρωπος.

Ένας άνθρωπος που έζησε κάτι. Που σκέφτηκε. Που φοβήθηκε. Που απέτυχε. Που επέμεινε. Που άλλαξε γνώμη. Που έφτιαξε κάτι και μετά το ανέτρεψε. Που ξαναξεκίνησε από την αρχή. Που κουβάλησε μέσα στο έργο του ολόκληρη την ύπαρξη του. Την ατέλεια του. Και ίσως αυτό ακριβώς να είναι που αξίζει περισσότερο να προστατεύσουμε.

Την ατέλεια μας. Γιατί μέσα σε αυτήν αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλον.

Κι επειδή, όπως λέει ο Μπρεχτ, ο άνθρωπος έχει ένα ελάττωμα ξέρει να σκέφτεται θα δώσουμε όλες τις μάχες για να υπερασπιστούμε το μεγαλύτερό μας ελάττωμα.

Το δικαίωμα στην ελεύθερη σκέψη.

Στην ελεύθερη δημιουργία.

Στη μοναδική, ακοπιάριστη υπαρξιακή μας ταυτότητα. Λευτεριά στην Παλαιστίνη