«Νιώθω πάντα ότι η περίπτωση Χρήστου αφορά πολύ περισσότερους απ’ όσους πιστεύουν ότι τους αφορά, περισσότερους δηλαδή από αυτούς που αποκαλούμε «υποψιασμένους». Με διάφορες αφορμές βλέπω αυτό να επιβεβαιώνεται συχνά, αλλά και να καταγράφει εντυπωσιακή και απρόσμενη ανταπόκριση» λέει στο tvxs o Κωστής Ζουλιάτης, Μουσικός – Ερευνητής – Επιμελητής του Αρχείου Γιάννη Χρήστου και της έκθεσης στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης με τίτλο «Γιάννης Χρήστου: Εναντιοδρομία».

Ads

Ο τίτλος της έκθεσης προέκυψε από το έργο που παρουσίασε ο σημαντικός συνθέτης λίγους μήνες πριν σκοτωθεί σε αυτοκινητιστικό, ανήμερα της γιορτής και των γενεθλίων του. Έργο εμπνευσμένο από την θεωρία του Ηρακλείτου περί της κρυμμένης αρμονίας των αντιθέτων.

Ads

Ο Κωστής Ζουλιάτης που κέρδισε το δύσκολο στοίχημα να μας συστήσει τον συνθέτη όχι μέσα από το έργο του αλλά μέσα από παρτιτούρες, δίσκους, σχέδια, την αλληλογραφία με τον Έλιοτ και τον Μητρόπουλο και άλλα αντικείμενο που αναδεικνύουν σε μεγάλο βαθμό τη σκέψη, τον δύσκολο βίο και το μεγαλείο του καλλιτέχνη, μιλάει στο tvxs με αφορμή την έκθεση.

Ads

Μελετάς 20 χρόνια το έργο του Χρήστου -έχουν περάσει πάνω από 10 χρόνια από την προηγούμενη συνέντευξη που σου έκανα με αφορμή τον συνθέτη-. Τι είναι αυτό που σε κινητοποίησε να ξεκινήσεις αλλά κι εκείνο που σε κράτησε δύο δεκαετίες προσδεμένο στο έργο του;

Ads

Δεν είμαι σίγουρος ότι γνωρίζουμε πάντα τι είναι αυτό που μας κινητοποιεί να ξεκινήσουμε οτιδήποτε. Δεν μπορείς να ξέρεις δηλαδή ποια δύναμη ακριβώς, ποια απ’ όλες, σε έλκει προς την κατεύθυνσή της. Η αρχή των πραγμάτων, ειδικά όσο προχωράς βαθιά στη σπουδή τους και την επεξεργασία τους, αποτελεί πάντα ένα μυστήριο. Και στην υπόθεση Χρήστου μάλιστα, από μυστήρια άλλο τίποτα…

Θυμάμαι όμως καλά, πάνω από 20 χρόνια πριν, κατά τις μουσικές σπουδές μου στην Κέρκυρα, μετά από κάποια εξάμηνα στη χορωδία εξασκούμενος σε έργα Χρήστου αλλά και σε συναυλίες, να αισθάνομαι διαρκώς την ανάγκη να ερευνήσω πολύ βαθύτερα αυτό το υλικό και αυτόν τον δημιουργό, σαν να μην αρκεί ο χρόνος και ο χώρος που χρειάζεται να αφιερώσεις για τη μελέτη ενός μουσικού έργου. Σαν να σου λείπουν κι άλλες πληροφορίες για να κατανοήσεις αυτό που σου ζητείται να κάνεις.

Θυμάμαι να κρατώ στα χέρια μου τα τεκμήρια της πολύ πρώτης σπουδής μου στο έργο του – κείμενα, παρτιτούρες με σχέδια και εικόνες, φωτογραφίες, μυθολογικές αναφορές, η εικόνα ενός δημιουργού να φλέγεται στην πρόβα, οι εντάσεις στα έργα, όλη αυτή η ενέργεια… Κάπως έπρεπε να ανασυνθέσω τα τεκμήρια, την αφήγηση αυτής της ιστορίας, να τη μεταφέρω πρώτα απ’ όλα σε μένα.

Πιστεύω πως αυτό κάνω ακόμα, μόνο που έχει προστεθεί και η ανάγκη να απευθυνθεί αυτή η αφήγηση και προς τους άλλους. Αυτό αισθάνομαι ότι είναι κάτι που οφείλουμε στον κόσμο όταν ερχόμαστε κοντά στην εξερεύνηση μιας αλήθειας.

Όσο για αυτό που με κρατάει προσδεμένο, είναι – αντίθετα με το μυστήριο της αρχής του – εντελώς ξεκάθαρο, αφού ανήκει σε εκείνα που συνεχώς ελέγχεις, που διαρκώς επανακαθορίζεται ή αλλάζει γωνίες, και πάντα βρίσκει μορφές να αποκαλύπτεται.

Συμβαίνει όμως και αυτό: η προηγούμενη συνέντευξή μας, όπως λες, αφορούσε την παρουσίαση του ντοκιμαντέρ μου για τον Χρήστου. Τώρα μιλάμε με αφορμή μια έκθεση. Φαντάζομαι ότι αυτές οι διαφορετικές και οπωσδήποτε συναρπαστικές διαδικασίες, συνιστούν κι αυτές τρόπους να αναζωογονείται συνεχώς η σχέση.

Με δυο λόγια πάντως, η εμπειρία Χρήστου έχει να κάνει με τη δύναμη που σου εμπνέει αυτό το σύμπαν, με την ειλικρίνεια στην αντιμετώπιση των πραγμάτων, με την υπέρβαση κάθε νόρμας. Δεν είναι μια τελειωμένη υπόθεση ερευνητικά, αλλά ένα βλέμμα για κάθε εποχή.

Ποια ήταν η πρόκληση για σένα όσον αφορά στην έκθεση και ποιες οι δυσκολίες με την έννοια ότι δεν εκτίθεται το έργο του στο ΕΜΣΤ αλλά στην πραγματικότητα αποσπάσματα από τη ζωή, το έργο την ιδιοσυγκρασία του.

Το μεγάλο ζήτημα εδώ είναι πως να μιλήσεις για μουσική χωρίς μουσική. Πως δηλαδή υποκαθιστούμε την ηχητική εμπειρία με λεκτική ή εικονική πληροφορία. Γιατί ο Χρήστου είναι πάνω απ’ όλα εμπειρία, και πριν απ’ όλα ηχητική.

Ακόμα πιο δύσκολα στην περίπτωση μιας έκθεσης – και αντίθετα από τις νόρμες μιας εικαστικής έκθεσης – το ζήτημα αφορά το πως το άυλο και αφηρημένο της μουσικής, δηλαδή της κατεξοχήν αφηρημένης και φευγαλέας τέχνης, υποκαθίσταται με το υλικό και το συγκεκριμένο των τεκμηρίων. Αυτό υπήρξε η πρωταρχική δυσκολία, αλλά και η μεγάλη πρόκληση.

Επίσης, δεδομένου ότι είναι στην ουσία η πρώτη έκθεση τέτοιου μεγέθους που γίνεται για τον Χρήστου, μια δεύτερη δυσκολία αφορούσε την αφήγηση που θα προτείναμε. Ας πούμε, θα ήταν σκόπιμο να συστήσουμε τον συνθέτη στο ευρύ κοινό με κάποιο συμβατικό τρόπο, λ.χ. μέσα από μια γραμμική, βιογραφική προσέγγιση;

Μαζί με τους συνεργάτες – την αεικίνητη αρχιτέκτονα Θάλεια Μέλισσα που είχε αναλάβει τον σχεδιασμό αλλά και τους έμπειρους ανθρώπους του ΕΜΣΤ – αντιμετωπίσαμε αμφότερες τις δυσκολίες ως δημιουργικές προκλήσεις.

Ως μουσικός που είμαι, γνώριζα εξ αρχής ότι δεν υπήρχε περίπτωση να παρουσιαστεί ο Χρήστου χωρίς να ξεκινήσουμε από τη μουσική, από την ηχητική του ταυτότητα. Επίσης σε κανένα στάδιο του σχεδιασμού και της προετοιμασίας δεν άφησα να υποχωρήσει η ιδέα της ακρόασης ενός ολόκληρου έργου του – κάτι που δεδομένων των συνθηκών των έργων αυτών, δεν ήταν καθόλου αυτονόητο ή απλό.

Έτσι προέκυψε το δωμάτιο του Μυστηρίου, γύρω από το οποίο αναπτύχθηκε ο σχεδιασμός όλης της έκθεσης. Από εκεί και πέρα, με την ιδιότητα του μουσικού και πάλι, ενορχήστρωσα έναν ηχητικό κολάζ στον χώρο, χρησιμοποιώντας αποσπάσματα από εμβληματικά έργα του Χρήστου και φροντίζοντας αφενός αυτά να ταιριάζουν μεταξύ τους, ως «εναντιοδρόμα», αφετέρου να απαντούν λειτουργικά στις θεματικές ενότητες που αναπτύσσονται στους τοίχους της έκθεσης.

Ο σκοπός του ηχητικού σκέλους είναι να συνεισφέρει σε μια ολοκληρωμένη εμπειρία για τον επισκέπτη καθώς στην ουσία εισερχόμαστε στον χώρο εργασίας του συνθέτη και στοχαστή, στη μέθοδό του, στην έμπνευσή του, παρακολουθώντας και μελετώντας τα τεκμήρια της ζωής του και της πράξης του. Η δική μας δουλειά ήταν να δημιουργήσουμε τη συνθήκη.

Είναι πολύ επιβλητικό το ηχητικό κομμάτι της έκθεσης, το «Μυστήριον» ένα έργο του ’66 του οποίου η έκδοση δεν ολοκληρώθηκε εξαιτίας του θανάτου του. Αισθάνθηκα τη μέρα της ξενάγησης πως όσο κι αν επέμεναν κάποιοι συνάδελφοι να χαμηλώσει για να σε ακούμε, ήθελες να καλύπτει τα όσα λέμε γι’ αυτόν. Είναι αλήθεια;

Καταρχάς δεν άκουσα ποτέ αυτά τα αιτήματα για να χαμηλώσει η μουσική… Απ’ ό,τι φαίνεται δηλαδή, πράγματι κάλυπτε τα πάντα. Κάτι που βρίσκω σωστό, μιας και η δημιουργία αυτή καθαυτήν είναι πάντα και εντελώς πιο σημαντική από όσα εμείς λέμε για εκείνη, και σίγουρα επικοινωνεί καλύτερα τους σκοπούς της ό,τι ερμηνεία κι αν προσπαθούμε εμείς να δώσουμε.

Η έκθεση φιλοξενεί ήδη αρκετή κειμενική πληροφορία – σίγουρα περισσότερη από όση αντιστοιχεί σε κάποιον που το μέσο έκφρασής του υπήρξε πάνω απ’ όλα ο ήχος. Το τονίζω αυτό, γιατί τείνουμε κάπως να το ξεχνάμε, ειδικά όταν κάνουμε λόγο π.χ. για τη φιλοσοφική πλευρά του Χρήστου.

Προφανώς και όλη αυτή η έντονα διανοητική ή πνευματική διεργασία είναι άμεσα σχετική με την περίπτωσή του, καθώς και με τη μουσική της ιστορικής πρωτοπορίας ή τους χώρους της ανθρώπινης εμπειρίας που διαπλέκονται (επιστήμη, φιλοσοφία, ψυχολογία, θρησκεία κλπ). Όμως πρώτα και πάνω απ’ όλα, ο Χρήστου ό,τι έχει να πει στους ανθρώπους, το απευθύνει μέσα από τον οργανωμένο ήχο, τη μουσική – ό,τι κι αν σημαίνει μουσική.

Με αφορμή το συγκεκριμένο έργο ήθελα να σε ρωτήσω τι νέο έβγαλε η καταβύθισή σου στα αρχεία του (αλληλογραφία, ημερολόγιο κλπ) για την πλευρά του αυτή, του εσωτεριστή, του μύστη Χρήστου και πώς αποτυπώνεται στο έργο του;

Να πω εδώ κάτι που ξέρω καλά: κάθε καταβύθιση στον κόσμο του Χρήστου δεν μπορεί παρά να βγάζει πάντα κάτι καινούριο, δηλαδή κάτι ζωντανό. Αυτό είναι άλλωστε που κάνει συναρπαστική την κάθε επαφή με έναν τέτοιο δημιουργό μετά από σχεδόν έξι δεκαετίες απουσίας του.

Είναι επίσης συναρπαστική η διαπίστωση ότι κάθε που αλλάζει η ανάγκη της αναζήτησης, προκύπτουν και νέα ευρήματα, διαφορετικές γωνίες, αποκαλύπτονται νέα δεδομένα. Παρότι το υλικό δεν αλλάζει. Τα υλικά του μύθου παραμένουν τα ίδια.

Δεν ξέρω αν αυτό αφορά απαραίτητα κάποια πλευρά του, λ.χ. τον εσωτεριστή ή τον μύστη Χρήστου. Οπωσδήποτε συνδέεται με την έννοια της τελετουργίας, από όπου κι ο Χρήστου αντλεί και διαμορφώνει τα υλικά του. Από όπου κι εμείς επίσης εμπνεόμαστε τρόπους για να συντάξουμε μια αφήγηση.

Υπάρχουν φερ’ ειπείν στην έκθεση οι νεανικές επιστολές στον Έλιοτ και τον Μητρόπουλο, η Μπαχάουερ, τα ημερολόγια όπου καταγράφονται οι σκέψεις του συνθέτη και η συγκλονιστική παρουσία του μεγάλου αδερφού του, η πρόβα για τον Αγαμέμνονα με τη φωνή του Χρήστου, υπάρχουν τα βιβλιαράκια με τα αρχαιοαιγυπτιακά νεκρικά κείμενα πάνω στα οποία σημειώνονται χειρόγραφα οι σκέψεις από τις οποίες θα προκύψει το ορατόριο Μυστήριον, υπάρχουν τα υλικά αντικείμενα της εργασίας του – το μαγνητόφωνο, οι μαγνητοταινίες, το όργανο Farfisa.

Όλα αυτά δεν αποτυπώνονται στο έργο του. Αυτά είναι το έργο του – είναι οργανικά μέρη του. Γίνεται πιστεύω πολύ καθαρό όταν ακούς μουσική του Χρήστου, το ότι βρίσκεσαι μπροστά ή ακόμα και μέσα σε ένα σύμπαν, ένα σύνολο πράξεων και στοχασμών. Στην ουσία, η έκθεση λειτουργεί ως μια ακτινογραφία αυτού του σύμπαντος.

Πώς αντιμετωπίζεται σήμερα το έργο του διεθνώς;

Φαίνεται πως ο Χρήστου έχει δημιουργήσει ένα cult μέσα στον χώρο της σύγχρονης λόγιας μουσικής, συχνά ξεπερνώντας ακόμα και αυτόν τον χώρο.

Βέβαια, ένας κύκλος εκτελέσεων των έργων του έχει ήδη κλείσει εδώ και αρκετά χρόνια. Αναφέρομαι σε ερμηνευτικές προσεγγίσεις ιστορικής αναφοράς, αφιερωματικές συναυλίες, εκτελέσεις από συνεργάτες του ή σύγχρονούς του κλπ. Αυτό βέβαια ισχύει σε μεγάλο βαθμό σχεδόν για το σύνολο της μουσικής πρωτοπορίας του 20ού αιώνα, και μάλιστα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Τα έργα της πρωτοπορίας ολοένα και απομακρύνονται από το ρεπερτόριο των μουσικών συνόλων και των ορχηστρών ή περιθωριοποιούνται σε μια κατηγορία επιλογών ιστορικού χαρακτήρα.

Από την άλλη, ο Χρήστου συγκεκριμένα, για διάφορους λόγους ποτέ δεν εντάχθηκε πραγματικά στο ρεπερτόριο των ορχηστρών και των συνόλων. Τα έργα του ακόμα αντιμετωπίζονται ως ένα εξωτικό στοιχείο στο σώμα της πρωτοποριακής μουσικής, γεγονός βέβαια που έχει και τα θετικά του.

Είναι αλήθεια πως τελευταία υπάρχει μια νέα κίνηση, ένα καινούριο ενδιαφέρον από μουσικά σύνολα και ερμηνευτές, να δώσουν άλλη πνοή στην εργογραφία του – όχι πάντα με ικανοποιητικά αποτελέσματα.

Οι συναυλιακές εκτελέσεις όμως παραμένουν ακόμα σπάνιες, όπως επίσης και η δισκογράφησή τους. Εδώ γίνεται εμφανής η έλλειψη μιας «παράδοσης Χρήστου», μια παρακαταθήκη που να αφορά τον τρόπο εκτέλεσης και διδασκαλίας των έργων, τις εκδόσεις των έργων, τη βιβλιογραφία και δισκογραφία που είναι ελάχιστη και δυσεύρετη.

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, φαίνεται πως το έργο του είναι πιο προσιτό στη Γερμανία και την κεντρική Ευρώπη, όπου έχουμε και τις περισσότερες εκτελέσεις έργων του.

Τι προσδοκίες έχεις από αυτή την έκθεση; Ποιοι θέλεις να την επισκεφθούν και τι να νιώσουν ή να αποκομίσουν;

Η μεγαλύτερη προσδοκία αφορά – αφορούσε δηλαδή – το ίδιο το στήσιμο και την παρουσίαση της έκθεσης. Να έχουμε δηλαδή ένα αποτέλεσμα που, αν όχι αντάξιο του πνεύματος του Χρήστου, να απηχεί τουλάχιστον μια αλήθεια του που να παραμένει ζωντανή, να συγκινεί, να κινητοποιεί.

Θυμίζω ξανά ότι εδώ προτείνουμε τη δουλειά ενός μουσικού, χωρίς στην ουσία να παρουσιάζεται το κατεξοχήν έργο του – η μουσική. Προτείνουμε όμως τη μέθοδο εργασίας ενός «ολοκληρωτικού» δημιουργού, έναν τρόπο ύπαρξης μέσα στην τέχνη, μια στάση στα πράγματα.

Νιώθω πάντα ότι η περίπτωση Χρήστου αφορά πολύ περισσότερους απ’ όσους πιστεύουν ότι τους αφορά, περισσότερους δηλαδή από αυτούς που αποκαλούμε «υποψιασμένους». Με διάφορες αφορμές βλέπω αυτό να επιβεβαιώνεται συχνά, αλλά και να καταγράφει εντυπωσιακή και απρόσμενη ανταπόκριση.

Θέλω να πιστεύω πως δεν έχει μόνο ιστορικό, αρχειακό χαρακτήρα αυτή η έκθεση και ότι απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο που ενδιαφέρεται να παρακολουθήσει τι συμβαίνει με τη δημιουργία, τι υπάρχει πριν και μετά από αυτήν.

Η προσδοκία εδώ δεν αφορά το τι να νιώσει ο επισκέπτης, αλλά το να νιώσει πράγματι κάτι, να αποκομίσει κάτι. Να φύγει λίγο διαφορετικός από ό,τι ήρθε, να αντλήσει έμπνευση.

Σε ένα άλλο επίπεδο, θα χαρώ ιδιαίτερα αν αυτή η έκθεση διευρύνει το ενδιαφέρον για τον Χρήστου είτε εδώ είτε παγκοσμίως. Να λειτουργήσει ώστε να αυξηθεί με κάθε τρόπο η παρουσία του στην καλλιτεχνική εμπειρία που αντιλαμβανόμαστε.