Με αφορμή τον νέο τους δίσκο «Kormos» και την προπαρουσίασή του στην Αθήνα το Σάββατο 29 Νοεμβρίου στον χώρο ΠΛΥΦΑ στις 21:15, μιλήσαμε με την Υβόννη Μέλισσα και τον Τάσο Κοφοδήμο για τη διαδικασία σύνθεσης και τις μουσικές τους αναζητήσεις.

Ads

Μετά το Myrra (2023), την πρώτη τους κοινή δισκογραφική δουλειά – γεννημένη μέσα από τη μουσικοχορευτική παράσταση «Αντί» -οι δύο μουσικοί επιστρέφουν με ένα έργο βαθιά συνδεδεμένο με τη φύση, τα έγχορδα και τη world μουσική.

Στο «Kormos», ο κορμός του δέντρου γίνεται πυρήνας έμπνευσης αλλά και ηχητικό σύμβολο, καθώς ο δίσκος «γεννήθηκε» μέσα από οκτώ διαφορετικά δέντρα και τις ιστορίες τους. Μαζί με τους Mahyar Tahmasbi, Laia Escartin και Θοδωρή Ζιάρκα, οι δύο δημιουργοί εξερευνούν νέες ηχητικές διαδρομές, ισορροπώντας ανάμεσα στην παράδοση και τον αυτοσχεδιασμό.

Στη συζήτησή μας μίλησαν για τη δημιουργική διαδικασία, την πρόκληση ενός ορχηστρικού έργου και τη μαγεία του συλλογικού ήχου.

Ο δίσκος είναι εμπνευσμένος από οκτώ διαφορετικά δέντρα. Πώς προσεγγίσατε το κάθε δέντρο μουσικά; Υπάρχει μια μέθοδος ή αφήσατε τον ήχο να σας οδηγήσει;

Ads

Υ: Η δημιουργική περίοδος για τον επερχόμενο μας δίσκο ξεκίνησε κάπως …ανάποδα. Και αυτό γιατί πρώτα προέκυψε ο τίτλος, η θεματική, το artwork, οι μουσικοί και μετά η μουσική αυτή καθεαυτή. Αρχικά, αναζητούσαμε θεματικές που μας εμπνέουν, και έτσι σκεφτήκαμε τα δέντρα: τη μυθολογία τους, τη γεωμορφολογία τους, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, τις λαϊκές δοξασίες γύρω από αυτά. Πηγαία και αυθόρμητα προέκυψε και ο τίτλος “Κορμός”. Πρώτα λοιπόν κάναμε μία μικρή έρευνα για τα δέντρα που μας αφορούν πιο προσωπικά, που μας γοητεύουν, που έχουν κάτι να μας πουν – καταλήξαμε σε καμία δεκαριά. Και έτσι, κλειστήκαμε σε ένα στούντιο για 10 μέρες και ξεκινήσαμε να συνθέτουμε, να αυτοσχεδιάζουμε, να γράφουμε, να παίρνουν ακουστική μορφή τα δέντρα μας.

Εμπνευστήκαμε από τον μύθο που κρύβουν (πχ Κυπάρισσος), ή από μια φωτογραφία μου από το οροπέδιο Πέζι της Ικαρίας (Κράταιγος), για άλλα από μία οθωμανική συνθετική δομή (Δάφνη – saz semai), για άλλα από ένα ρυθμό ( Πλάτανος – τζούρτζουνα) κλπ…

Ταυτόχρονα, μοιραστήκαμε την ιδέα μας με την Μαρίλη Παπαναστασάτου, και το εξαιρετικό artwork που δημιούργησε αποτέλεσε θεμέλιο λίθο και πηγή έμπνευσης του project.

Ο τίτλος “Kormos” συνδέει, όπως αναφέρεται τη θεματική με τα ξύλινα όργανα. Πόσο σημαντικό είναι για εσάς να υπάρχει μια φυσική/υλική διάσταση στη μουσική που φτιάχνετε;

Υ: Ο τίτλος «Κορμός», εκτός από τον κορμό του δέντρου, αποτελεί και δομικό συστατικό κατασκευής των οργάνων που πρωταγωνιστούν στο δίσκο μας (βιολί, βιόλα, τσέλο, λαούτο, κοντραμπάσο). Το ξύλο είναι ένα πολύ ευαίσθητο, «ζωντανό» υλικό, το οποίο σε αντίθεση με τα περισσότερα τεχνητά ή ανόργανα υλικά, συνεχίζει να αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του ακόμα και μετά την κοπή του δέντρου, συστέλλεται και διαστέλλεται με τη θερμοκρασία και την υγρασία και κάθε κομμάτι ξύλου έχει μοναδική υφή, χρώμα, πυκνότητα και «νερά», όπως κάθε δέντρο έχει τη δική του ιστορία.

Αυτός ο «ξύλινος» φυσικός ήχος λοιπόν φανταζόμασταν ότι θα μπορούσε να ντύσει μουσικά την ιδέα μας, και το γεγονός πως ήδη ξέραμε από πριν τον ήχο και τον χαρακτήρα των μουσικών που θα πλαισιώσουν τη δουλειά μας μας βοήθησε στο να συνθέσουμε ακριβώς πάνω στο σύνολό μας.

Το “Kormos” περιλαμβάνει μουσικούς από διαφορετικά πολιτισμικά υπόβαθρα: Ελλάδα, Ιράν, Καταλονία. Πώς επηρεάζει η ποικιλομορφία αυτή την προσέγγιση των κομματιών και πως ήταν η συνεργασία μαζί τους;

Υ: Τα τελευταία τρία χρόνια βρίσκομαι στο Rotterdam, σπουδάζοντας στην μουσική ακαδημία Codarts, στο τμήμα Global Musics – Silk Roads. Μέσα στα χρόνια αυτά λοιπόν , είχα την ευκαιρία να γνωρίσω μουσικά και (κυρίως) ανθρώπινα μουσικούς από κυριολεκτικά όλο τον κόσμο. Δύο άτομα που από την πρώτη στιγμή ταιριάξαμε, και παίζοντας όλο και περισσότερο μαζί χτίσαμε τον δικό μας ήχο, είναι ο Mahyar Tahmasbi, τσελίστας και παίχτης σιτάρ από το Ιράν, και η Laia Escartin, Καταλανή βιολίστρια. Και οι δύο τους έχουν κάτι το ξεχωριστό στο παίξιμό τους, επηρεασμένο από τις ρίζες τους, τα ακούσματά τους, τα βιώματα τους – και ακριβώς αυτό θέλαμε να αποτυπωθεί στο δίσκο.  Το σύνολο έρχεται να συμπληρώσει στις ηχογραφήσεις ο Θοδωρής Ζιάρκας στο κοντραμπάσο, ένας εξίσου πολύπλευρος μουσικός που ελίσσεται ανάμεσα στη τζαζ, την αυτοσχεδιαστική και την world μουσική.

Η συνεργασία μαζί τους αποτελεί μία πρόκληση, μία έκπληξη, μία συνομιλία με το ανοίκειο – δεν αποτελούν απλά εξαιρετικούς και δεξιοτέχνες μουσικούς, αλλά ο καθένας είναι μοναδικός στην ερμηνεία του οργάνου του. Γι’ αυτό και με τον Τάσο, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στην ομάδα, αφήσαμε πολύ χώρο στις συνθέσεις μας για να προσθέσουν το προσωπικό τους ηχόχρωμα, να πάρουν πρωτοβουλίες και ο τελικός ήχος να αποτελέσει ένα (μη προκαθορισμένο) έργο του συνόλου.

Με τον Τάσο, από την άλλη,  παίζουμε μουσική μαζί αδιάλειπτα τα τελευταία 5 χρόνια, έχοντας κυκλοφορήσει την πρώτη μας δισκογραφική δουλειά το 2023 με τίτλο “Myrra”, την οποία και είχαμε συνθέσει στα πλαίσια της μουσικοχορευτικής παράστασης “Αντί”. Νιώθω πως έχουμε χτίσει έναν κοινό ήχο, μία δική μας αισθητική, έναν γερό μουσικό και ανθρώπινο πυρήνα, που ο καθένας νιώθει ελεύθερος να εκφραστεί, να πειραματιστεί, να εκφέρει ειλικρινά τη γνώμη του. Και αυτό αποτελεί κάτι πολύ σπάνιο στις μέρες μας και είμαι ευγνώμων που το έχουμε δημιουργήσει.

Credits: Θωμάς Μπέλτσιος

Πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν να βρείτε μια κοινή γλώσσα μεταξύ των παραδόσεων (π.χ. ελληνική παραδοσιακή, περσική, gypsy jazz); Υπήρξε στιγμή που η σύνθεση σας εξέπληξε;

Υ: Προκειμένου να κινείσαι ανάμεσα σε παραδόσεις και μουσικούς χαρακτηρισμούς, για εμένα είναι δύο οι λέξεις κλειδιά: σεβασμός στο διαφορετικό και εμπιστοσύνη στην ομάδα.

Τ: Η κοινή γλώσσα ήρθε φυσικά, μέσα από τον αλληλοσεβασμό. Δεν προσπαθήσαμε να «συγχωνεύσουμε» παραδόσεις, αλλά να ακούμε ο ένας τον άλλον. Υπήρξαν αρκετές στιγμές που κάτι απλό, μια μικρή μελωδία, ένα πέρασμα, μας άνοιγε εντελώς νέους δρόμους. Νομίζω ότι αυτές οι αυθόρμητες στιγμές είναι που κρατάς τελικά πιο έντονα. Εκεί συνειδητοποιείς ότι η μουσική έχει το μοναδικό της τρόπο να ενώνει, πέρα από θεωρίες και είδη.

Το “Kormos” είναι αποκλειστικά ορχηστρικό. Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις στη διατήρηση αφήγησης και έντασης χωρίς φωνητική παρουσία;

Τ: Η πρόκληση ήταν μεγάλη, γιατί η φωνή είναι πάντα ο πιo άμεσος τρόπος επικοινωνίας. Όταν δεν υπάρχει, τα όργανα αναλαμβάνουν αυτόν το ρόλο. Προσπαθήσαμε να φτιάξουμε μια αφήγηση μέσα από τις μελωδίες, τις δυναμικές, τις παύσεις. Θέλαμε ο ακροατής να νιώσει πως κάθε κομμάτι λέει μια ιστορία, ακόμα κι αν δεν υπάρχουν λόγια. Νομίζω ότι αυτό τελικά μας έδωσε χώρο στη φαντασία και στην προσωπική ερμηνεία του καθενός.

Πώς δουλέψατε τη σύνθεση μεταξύ σας; Υπήρχαν στιγμές αυτοσχεδιασμού ή όλα ήταν προκαθορισμένα;

Υ: Ουσιαστικά, οι βασικές φωνές του λαούτου και του βιολιού δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια ενός συνθετικού Residency που έλαβε στο στούντιο του εξαιρετικού μας φίλου και συνεργάτη Μιχάλη Μπιτζαράκη – aka Plasi-  στο  Άμστερνταμ.

Παίρνοντας αφορμή από την προηγούμενη δισκογραφική μας δουλειά, τη Μύρρα, ο στόχος των συνθέσεων μας είναι να είναι το σώμα σταθερό, με τις φωνές του λαούτου και του βιολιού, και το περιβάλλον να είναι υβριδικό, ανάλογα με το πού παίζουμε.

Το κάθε κομμάτι μπορεί να ξεκινούσε από μία αλληλουχία ακόρντων, μία βασική μελωδία, ένα ρυθμικό μοτίβο, ακόμα και μία ιστορία – και έπειτα αυτοσχεδιάζαμε πάνω σε αυτά μέχρι να δημιουργηθεί μία δομή. Για παράδειγμα, για το κομμάτι του «Κυπάρισσου», προσπαθούσαμε κυριολεκτικά να αποτυπώσουμε μουσικά τον μύθο του δέντρου, όπου ο Κυπάρισσος σκοτώνει τον σύντροφο του, το Ελάφι, κατά τη διάρκεια του κυνηγιού στο δάσος και έπειτα βυθίζεται σε βαθύ θρήνο.

Έπειτα, κάναμε τις πρώτες αναγνωριστικές πρόβες με το Mahyar και τη Laia και σταδιακά προέκυψε η ενορχήστρωση – άλλοτε δίνοντας την απόλυτη ελευθερία στους μουσικούς να δράσουν όπως τους ωθεί το κομμάτι, άλλοτε γράφοντας συγκεκριμένες μελωδικές γραμμές που ακολουθούν.

Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο κομμάτι που θεωρείτε «καρδιά του δίσκου»; Τι το καθιστά τόσο ιδιαίτερο;

Υ: Είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσω κάποιο κομμάτι, ειδικά δεδομένου ότι ακόμη ο δίσκος δεν έχει ξεκινήσει το ταξίδι του. Ένα κομμάτι σίγουρα ξεχωρίζει από τα άλλα ηχοχρωματικά, και αυτό είναι ο Κράταιγος.

Ο Κράταιγος είναι ένα ανθεκτικό δέντρο, που συχνά το συναντάμε μόνο του σε απόκρημνα εδάφη. Σε αυτό το κομμάτι έχουμε την μεγάλη τιμή και χαρά να συμμετέχει στην τρομπέτα ο Ανδρέας Πολυζωγόπουλος, ένας από τους πιο καταξιωμένους μουσικούς της γενιάς του, που έχει διαμορφώσει την ελληνική τζαζ μουσική σκηνή. Ο οξύς, διαπεραστικός ήχος της τρομπέτας έρχεται άλλοτε να ξεχωρίσει από τα έγχορδα, σαν ένα άλλο δέντρο, κραταιό και τολμηρό, και άλλοτε να ενσωματωθεί στο σύνολο σαν ένα ακόμη τοξωτό όργανο. Ο Ανδρέας με τον μοναδικό του ήχο ελίσσεται ανάμεσα σε αυτά τα δύο ηχοτοπία και δίνει μία διαφορετική χροιά στο σύνολο του δίσκου.

 Τ: Αν έπρεπε να ξεχωρίσω ένα, θα έλεγα μάλλον τον «Πλάτανο». Είναι ένα κομμάτι που για μένα κουβαλάει την αίσθηση της συλλογικότητας και της ρίζας. Έχει κάτι πολύ «ανθρώπινο», σαν να στέκεσαι κάτω από ένα μεγάλο δέντρο και να νιώθεις ότι ανήκεις κάπου. Όταν το ακούω φαντάζομαι έναν πλάτανο στη μέση μιας πλατείας και γύρω του να έχει στηθεί ένας μεγάλος κυκλωτικός χορός.

Τι ελπίζετε να νιώσουν οι ακροατές όταν ακούσουν το “Kormos”; Είναι περισσότερο στοχαστική εμπειρία ή ένα ηχητικό ταξίδι;

Τ: Ελπίζουμε να είναι και τα δύο. Θέλουμε ο ακροατής να βυθιστεί στον ήχο, να νιώσει ηρεμία, να ταξιδέψει με το δικό του τρόπο, να αφεθεί στην αφηγηματικότητα των ήχων. Αν στο τέλος της ακρόασης νιώσει κάπως πιο γειωμένος ή πιο ελεύθερος, τότε έχουμε πετύχει τον σκοπό μας.

Πώς έχει αλλάξει η δική σας σχέση με τα έγχορδα μέσα από αυτό το project; Υπήρξε ανακάλυψη νέων τρόπων έκφρασης;

Υ: Ούσα και η ίδια «έγχορδη» – τοξωτή μουσικός, πιστεύω πως ο ήχος ενός κουαρτέτου εγχόρδων αποτελεί τον πυρήνα της μουσικής. Και αποτελούσε πάντα όνειρό μου να παίζω σε ένα κουαρτέτο που έχει τον δικό του χαρακτηριστικό, αυτοδημιούργητο ήχο (πχ North Sea string quartet, Kronos quartet, Socratis Sinopoulos Quartet). Με τον Mahyar, τη Laia και φυσικά τον Τάσο, νιώθω πως χτίζουμε ένα ιδιόμορφο κουαρτέτο, όπου ο καθένας νιώθει την ελευθερία να προσθέσει ένα κομμάτι του μουσικού του χαρακτήρα – χωρίς να παίρνει την υπόσταση ενός κλασικού, τζαζ, παραδοσιακού κουαρτέτου. Επίσης, φυσικά ένα έγχορδο όργανο, πολλές φορές μετατρέπεται, με τις κατάλληλες τεχνικές, σε κρουστό, σε φωνή, σε σφύριγμα, σε ήχους του περιβάλλοντος – το μόνο που χρειάζεται είναι φαντασία και πειραματισμός.

Έχετε προγραμματίσει κάτι στο κοντινό μέλλον σχετικά με τον δίσκο; Κάποια live παρουσιάση κ.λπ.;

Τ: Ναι! Ανυπομονούμε πολύ! Στις 29 Νοεμβρίου, ώρα 21.15, θα παρουσιάσουμε για πρώτη φορά ζωντανά το δίσκο μας “Kormos” στο χώρο ΠΛΥΦΑ στην Αθήνα. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια προ-παρουσίαση του δίσκου, καθώς αναμένεται να δημοσιευτεί μέσα στην άνοιξη του 2026.

Θα είναι μια βραδιά που περιμέναμε καιρό, γιατί εκεί θα ακουστεί όλο το υλικό έτσι όπως το ονειρευτήκαμε: με τους μουσικούς του δίσκου, με το φυσικό ήχο των εγχόρδων και με τον κόσμο να γίνεται συμμέτοχος και κοινωνός αυτής της συναυλιακής εμπειρίας. Νομίζουμε ότι είναι ο ιδανικός τρόπος ώστε να ξεκινήσει το ταξίδι του «Κορμού». Θα χαρούμε πολύ να σας δούμε εκεί!

Προπώληση εισιτηρίων για την παρουσίαση του δίσκου: ΕΔΩ

Credits: Μαρίλυ Παπαναστασάτου