Είναι 25 ετών. Ονομάζει το είδος του τραγουδιού που κάνει melancholy pop και δηλώνει μιλώντας στο tvxs πως ο αγγλόφωνος στίχος  της επιτρέπει να είναι πιο ευάλωτη και ειλικρινής. Είναι κλασικά εκπαιδευμένη σοπράνο με πολυετή επαγγελματική εμπειρία στην ερμηνεία και τη διδασκαλία και πριν λίγα χρόνια, ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο, στον Καναδά, όπου έχει ρίζες.

Ads

Τα τελευταία επτά χρόνια εμφανίζεται ως σολίστ και ως μέλος σημαντικών μουσικών συνόλων, ενώ παράλληλα έχει αναπτύξει πλούσια διδακτική δραστηριότητα.

Ads

Ως παιδαγωγός διαθέτει εξειδίκευση στις μεθόδους Orff και Kodály, με βασική της αρχή τη δημιουργία ενός ανοιχτού και χωρίς αποκλεισμούς μαθησιακού περιβάλλοντος.

Ads

Η Ismini (Ισμήνη Παπαδοπούλου) είναι νέα, έχει ταλέντο που φαίνεται στα τραγούδια του άλμπουμ της «Purple», χαμηλόφωνα ατμοσφαιρικά τραγούδια «εσωτερικού χώρου» που μιλούν ανοιχτά για τον έρωτα, την ψυχική υγεία, την αγωνία, τη φύση και  μαρτυρούν πολλά περισσότερα για τον ψυχισμό και τα όνειρα της γενιάς της από πολλές έρευνες που μας έχουν απασχολήσει.

Ads

Πότε και πως ξεκινά η σχέση σου με τη μουσική;

Η σχέση μου με τη μουσική ξεκίνησε πριν ακόμη μάθω να μιλάω. Οι γονείς μου μου λένε ότι τραγουδούσα μελωδίες πριν σχηματίσω λέξεις, οπότε ουσιαστικά η μουσική ήταν πάντα εκεί. Δεν μπορώ να θυμηθώ μια συγκεκριμένη στιγμή που άρχισε, ήταν απλώς μέρος της ύπαρξής μου, κάτι φυσικό.

Όσο περνούν τα χρόνια, η διαδικασία του να γράφω και να ερμηνεύω δικά μου τραγούδια λειτουργεί σαν κάθαρση. Είναι ο τρόπος μου να εκφράζομαι χωρίς να χρειάζεται να προσποιηθώ τίποτα.

Η μουσική είναι σαν σπίτι μου, εκεί όπου ανήκω, όπως νομίζω ότι, βαθιά μέσα μας, ανήκουμε όλοι.

Με ποια τραγούδια πρωτοσυνδέθηκες μαζί της; 

Το πρώτο τραγούδι που θυμάμαι να με αγγίζει πραγματικά είναι το «Σ’ ακολουθώ» του Μάνου Λοΐζου. Είχαμε ένα κασετόφωνο στο δωμάτιό μου και κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ, η μητέρα μου μου έβαζε αυτό το CD. Της ζητούσα να παίζει ξανά και ξανά αυτό το κομμάτι που μέχρι σήμερα, μου φέρνει δάκρυα στα μάτια.

Ήταν η πρώτη φορά που θυμάμαι να ένιωσα τόσο έντονα εκείνο το απροσδιόριστο συναίσθημα που προκαλεί η μουσική, κάτι που δεν είναι ούτε θλίψη ούτε καθαρή συγκίνηση, αλλά μια ενέργεια που τη νιώθεις στην καρδιά, στο στομάχι, στο δέρμα σου.

Από τότε, ό,τι έπαιζε στο ραδιόφωνο γινόταν μέρος της “προσωπικής μου playlist”, ακόμη κι αν τότε δεν ήξερα καν τι σημαίνει αυτό.

Πότε αποφάσισες πως αυτός είναι ο δρόμος σου και με ποια αφορμή; 

Η μουσική δεν υπήρξε ποτέ μια ξεχωριστή επιλογή για μένα αλλά ήταν πάντα μέρος της ζωής μου. Δεν την είδα ποτέ ως “δρόμο” διαφορετικό από τον προσωπικό μου.

Όταν ήμουν έφηβη και σκεφτόμουν με τι θα ασχοληθώ, δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι η μουσική θα μπορούσε να είναι το “επάγγελμά” μου και έτσι σκεφτόμουν πιο “ρεαλιστικά”, όπως ένα πτυχίο οικονομικών.

Ευτυχώς, είχα τη στήριξη της μητέρας μου, που έκανε δυνατό να ακολουθήσω τη μουσική και στις σπουδές μου. Όμως, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις, δεν υπήρχε ποτέ μια εκδοχή του εαυτού μου που να μη γράφει τραγούδια. Ακόμα κι αν είχα γίνει οικονομολόγος, πάλι τραγούδια θα έγραφα.

Γιατί επέλεξες αγγλόφωνο στίχο;

Ο αγγλόφωνος στίχος είναι μια επιλογή που και η ίδια έχω σκεφτεί πολύ. Τα αγγλικά είναι ουσιαστικά δεύτερη μητρική μου γλώσσα, αφού κατάγομαι από τον Καναδά και έζησα εκεί όταν άρχισα να γράφω τραγούδια πιο συστηματικά.

Ήταν η γλώσσα στην οποία σκεφτόμουν, επικοινωνούσα και ονειρευόμουν, οπότε βγήκε φυσικά. Παράλληλα όμως, νιώθω πως ο αγγλικός στίχος μου επιτρέπει να είμαι πιο ευάλωτη και ειλικρινής, γιατί δημιουργεί μια μικρή απόσταση ανάμεσα στο συναίσθημα μου και την έκφραση του. Στα ελληνικά όλα μου φαίνονται πιο “γυμνά”, πιο άμεσα.

Τα αγγλικά, αντίθετα, μου δίνουν χώρο να εκτεθώ χωρίς να νιώθω ότι εκτίθεμαι. Μου επιτρέπουν να μιλήσω ωμά, χωρίς να χρειάζεται να προστατευτώ.

Πως θα χαρακτήριζες τον ήχο σου; 

Θα έλεγα ότι ο ήχος μου κινείται ανάμεσα στη λυρική pop και σε πιο ατμοσφαιρικά, εσωτερικά ηχοτοπία.

Γράφω στο πιάνο, αλλά το κύριο όργανο μου είναι η φωνή και εκεί βασίζονται τα περισσότερα. Μου αρέσουν οι καθαρές, απλές παραγωγές, λίγα όργανα, αρκετός χώρος, ώστε το συναίσθημα να αναπνέει.

Αν έπρεπε να του δώσω έναν τίτλο, θα τον έλεγα melancholy pop, μουσική που ακουμπά τη μελαγχολία, χωρίς να τη δραματοποιεί.

Θέλω όποιος ακούει τα τραγούδια μου να νιώθει κάτι βαθύ, να συγκινείται, αλλά ταυτόχρονα να αισθάνεται και όμορφα μέσα σ’ αυτό.

Τα τραγούδια σου είναι αυτοβιογραφικά; Με ποια αφορμή γράφεις συνήθως;

Τα τραγούδια μου είναι σχεδόν πάντα αυτοβιογραφικά. Η αφορμή είναι η ανάγκη, αυτή η εσωτερική ώθηση, το ένστικτο να γράψω κάτι χωρίς να το σκεφτώ πολύ. Είναι μια διαδικασία που μοιάζει περισσότερο με διαλογισμό: εγώ, το πιάνο και μια μελωδία.

Υπάρχουν φορές που γράφω κάτι και νομίζω ότι δεν με αφορά τόσο. Κι όμως, όταν το ξανακούω μετά από καιρό, συχνά ανατριχιάζω με το πόσο τελικά μιλάει για μένα. Είναι λίγο σαν να καταλαβαίνω τι ήθελα να πω, αφού το έχω ήδη πει.

Η μουσική για μένα ίσως είναι ο πιο προσωπικός μου τρόπος να κρατάω ημερολόγιο.

Πόσο δύσκολο θεωρείς πως είναι να είναι νέα , γυναίκα, τραγουδοποιός στην Ελλάδα σήμερα; Σκέφτηκες να μείνεις στον Καναδά;Το να είσαι νέα γυναίκα τραγουδοποιός στην Ελλάδα δεν είναι εύκολο, αλλά, για να είμαι ειλικρινής, τίποτα δεν είναι εύκολο αυτή τη στιγμή για κανέναν νέο άνθρωπο που προσπαθεί να δημιουργήσει.

Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να αγνοήσω πως ο σεξισμός και ο μισογυνισμός εξακολουθούν να υπάρχουν σε πολλά επίπεδα της κοινωνίας μας. Η πραγματικότητα είναι ότι μια γυναίκα χρειάζεται να αποδεικνύει συχνά περισσότερα απλώς για να σταθεί στο ίδιο σημείο με έναν άντρα.

Η μεγαλύτερη δυσκολία όμως, ειδικά στη φάση που βρίσκεται η οικονομία, είναι το προνόμιο του χρόνου. Το να μπορείς να αφιερωθείς ολοκληρωτικά στη μουσική σημαίνει ότι έχεις τη δυνατότητα να μη χρειάζεται να δουλεύεις τρεις άλλες άσχετες δουλειές για να επιβιώσεις. Οι περισσότεροι άνθρωποι που γνωρίζω στον χώρο, κι εγώ μαζί, ισορροπούμε ανάμεσα σε διαφορετικά επαγγέλματα για να στηρίξουμε τους εαυτούς μας και τα όνειρά μας όσο χτίζουμε τη μουσική μας πορεία.

Όταν ζούσα στον Καναδά, είχα σκεφτεί ότι ίσως θα έμενα εκεί. Ο Καναδάς και η Ελλάδα είναι δύο πολύ διαφορετικοί κόσμοι, αλλά κανείς από τους δύο δεν είναι ιδανικός. Στον Καναδά ίσως υπάρχει μεγαλύτερη οικονομική σταθερότητα, αλλά μια ποιότητα ζωής που για μένα, ειδικά στο Τορόντο, δεν λειτουργούσε.

Η πόπ είναι μια διεθνής γλώσσα. Πρέπει κατά τη γνώμη σου να έχει στοιχεία εντοπιότητας ;

Είναι πολύ ενδιαφέρον το ερώτημα, γιατί πιστεύω πως είτε το θέλουμε είτε όχι, η “εντοπιότητα” υπάρχει πάντα. Τα ακούσματα ενός ανθρώπου που μεγαλώνει στην Ελλάδα είναι διαφορετικά από εκείνα ενός Καναδού ή ενός Άγγλου, κι αυτά τα στοιχεία περνούν ενστικτωδώς μέσα στη μουσική του, ακόμα κι αν γράφει πάνω στις ίδιες συγχορδίες.

Για μένα, δεν υπάρχει “πρέπει” στη μουσική πέρα από την αλήθεια και την έκφραση. Όμως η τοπικότητα, η πολιτισμική μνήμη, προκύπτει έτσι κι αλλιώς, ασυνείδητα πολλές φορές, αλλά και καλοδεχούμενα.


Ποιος στίχος σου σε εκφράζει περισσότερο και γιατί; 

Ο στίχος που με εκφράζει περισσότερο είναι αυτός που δίνει και τον τίτλο στο τραγούδι “When Did I Stop Being a Kid”. Είναι από τα πιο προσωπικά και ευάλωτα κομμάτια που έχω γράψει.

Δεν έχει να κάνει τόσο με την ηλικία, όσο με τη στιγμή που συνειδητοποιείς πως έχει χαθεί εκείνη η παιδική αθωότητα που σε προστάτευε. Όταν αρχίζεις να βλέπεις καθαρά τον κόσμο γύρω σου, τις αδικίες, τις ανισότητες, την κόπωση, και πρέπει ξαφνικά να λειτουργήσεις μέσα σε αυτόν, χωρίς να χάσεις τον εαυτό σου.

Ο στίχος μιλά γι’ αυτή τη μετάβαση: από το παιδί που ζούσε στην άγνοια, στον ενήλικα που παλεύει να επιβιώσει μέσα σε μια πραγματικότητα που δεν είναι πάντα δίκαιη.

Μπορεί να είναι οι μικρές παρατηρήσεις, ότι σε ένα οικογενειακό τραπέζι σηκώνονται μόνο οι γυναίκες βοηθήσουν, ή ότι βλέπεις ένα πάνελ με μόνο άντρες, αλλά και τα μεγαλύτερα, όταν βλέπεις ανθρώπους να παλεύουν για στοιχειώδη δικαιώματα και να συναντούν βία αντί για προστασία, όπως όταν διαδηλώνουμε στους δρόμους και όχι μόνο.

Όλα αυτά είναι κομμάτια του ίδιου συναισθήματος: της απώλειας της αθωότητας και της άγνοιας.

Αυτό το τραγούδι, και ο τίτλος του, εκφράζουν εκείνη την υπαρξιακή ανησυχία που με ακολουθεί μέχρι σήμερα.

Τι ονειρεύεσαι μέσα και πέρα από τη μουσική; 

Δεν ξέρω αν μπορώ να απαντήσω με ακρίβεια σε αυτή την ερώτηση γιατί θα έλεγα ότι τα όνειρα μου αλλάζουν και εξελίσσονται μαζί μου.

Αν έπρεπε όμως να τα συνοψίσω, θα έλεγα πως ονειρεύομαι την ειρήνη, πρώτα την εσωτερική και, μέσα από αυτή, τη συλλογική. Ξεκινά από το μέσα μου και απλώνεται προς τα έξω. Προς τους ανθρώπους γύρω μου, την κοινότητά μου, την κοινωνία.

Μέσα από τη μουσική, ονειρεύομαι να συνεχίσω να βρίσκω εκείνη την ηρεμία και κάθαρση που φέρνει το να εκφράζεσαι με ειλικρίνεια, να μετατρέπω τα δύσκολα συναισθήματα και τις μεγάλες αδικίες σε κάτι που προσφέρει ανακούφιση, έστω για λίγο και σε μένα αλλά και σε όποιον ακούει.

Πέρα από τη μουσική, σε προσωπικό επίπεδο, θέλω να χτίσω μια ζωή με αλήθεια, όμορφους ανθρώπους και νόημα. Και σε πιο κοινωνικό επίπεδο, να υπάρχω ως μέρος της λύσης, μέσα από τη διδασκαλία και τη δημιουργία, να κάνω, με τον τρόπο μου, έστω τη μέρα ενός ανθρώπου λίγο καλύτερη.

Όσο κλισέ κι αν ακούγεται, αν καταφέρω να κοιτάξω κάποτε πίσω και να πω ότι δεν βελτίωσα μόνο τον εαυτό μου, αλλά και ένα μικρό κομμάτι του κόσμου, νομίζω αυτό θα είναι αρκετό.